Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (μια παραβολή)

1
1903

road1

“Ξέρεις πώς γίνονται μυρμηγκομαχίες;”
Ήταν ο Τηλέμαχος που με ρωτούσε.

Σήκωσα τα μάτια απ’ το βιβλίο. Ζεστός ήλιος κι απέναντι η θάλασσα. Ήταν πολύ πιο λαμπερά εκεί έξω.

“Ξέρεις;” με ρώτησε ξανά.

Έκλεισα το βιβλίο και τ’ άφησα στο παγκάκι. Του ζήτησα να μου πει. Ο Τηλέμαχος έτρεξε στο πάρκο και γύρισε κρατώντας κάτι ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείχτη.

“Παίρνεις δύο μυρμήγκια από διαφορετικές φωλιές… Και τα πιέζεις το ένα πάνω στο άλλο”, είπε δείχνοντας μου αυτό που κρατούσε. “Ύστερα τ’ αφήνεις”.

Έσκυψε κι ακούμπησε στο εξώφυλλο του βιβλίου μου μια μικρή μαύρη μπάλα. Ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη λέξη του τίτλου “Μουσική Κοινωνία – Εκπαίδευση”, η μπάλα άνοιξε.

Ήταν δύο μαύρα μυρμήγκια. Είχαν πιαστεί δαγκάνα με δαγκάνα.

“Βλέπεις;” είπε ο μικρός. “Παλεύουν.”
“Βλέπω.”
Έβλεπα.

Τα μυρμήγκια ήταν ακριβώς ίδια, αν κι αυτά μπορεί να εντόπιζαν τεράστιες διαφορές απ’ τη μια φωλιά στην άλλη. Είχαν δαγκωθεί και τραβούσαν μία από ‘δω και μία από ‘κει.

“Δεν μπορείς να τα χωρίσεις”, είπε ο Τηλέμαχος και τα ζούληξε. Αυτά συνέχισαν να παλεύουν. “Ακόμα κι αν τους κόψεις τα κεφάλια θα συνεχίσουν”.
“Μην το κάνεις!”
“Δεν το κάνω”, απάντησε γελώντας.

Τα κοιτάξαμε για λίγη ώρα, να επιδίδονται σ’ εκείνη τη μάταιη πάλη, ανάμεσα στην Κοινωνία και την Εκπαίδευση. Αν πήγαιναν λίγο πιο πάνω, στην άλλη λέξη του τίτλου, τη Μουσική, θα έμοιαζαν σαν να χορεύουν.

“Γιατί το κάνουν;” αναρωτήθηκα φωναχτά.
“Γιατί είναι μυρμήγκια”, απάντησε ο Τηλέμαχος, απορώντας που δεν καταλάβαινα.

Συνεχίσαμε να τα κοιτάμε.

Ο Τηλέμαχος γρήγορα βαρέθηκε και συνέχισε τις εξερευνήσεις του, αφήνοντας ‘με μόνο με τα μυρμήγκια. Κι εγώ σκεφτόμουν.

Έρχεται ένας άνθρωπος, παίρνει δυο μυρμήγκια και τα πιέζει το ένα πάνω στο άλλο. Εκείνα δεν αναρωτιούνται πώς βρέθηκαν σ’ αυτή την κατάσταση. Κάνουν αυτό που είναι γραμμένο στο DNA τους: Παλεύουν.

Γιατί; Γιατί είναι μυρμήγκια. Κατώτερο είδος. Ενώ οι άνθρωποι…

Οι Δαναοί ενάντια στους Τρώες, οι Μήδοι ενάντια στους Έλληνες, οι Σπαρτιάτες ενάντια στους Αθηναίους, οι Μακεδόνες ενάντια σε όλους, οι Ρωμαίοι, οι Ούννοι, οι Άραβες, οι Σταυροφόροι, οι Τούρκοι, οι Κονκισταδόρες, οι Γάλλοι, οι Βρετανοί, οι Γερμανοί, οι Αμερικάνοι, οι Σοβιετικοί, οι Αμερικάνοι, οι Κινέζοι…
Οι άνθρωποι…
Omnes contra omnium…
Όλοι εναντίον όλων.

Να παλεύουν κι αυτοί, ανάμεσα στην Κοινωνία και στην Εκπαίδευση. Χωρίς να αναρωτιούνται γιατί παλεύουν και ποιος τους πίεσε να το κάνουν.
Γιατί; Γιατί είναι άνθρωποι.

~~{}~~

Σήκωσα το βιβλίο κι έριξα τους μαχητές στο χώμα. Εκείνοι συνέχισαν να παλεύουν. Συγκρατήθηκα να μην τα πατήσω. Δεν ξέρω αν ήταν οίκτος ή περιφρόνηση ή αίσθηση της ματαιότητας. Μάλλον κάπως έτσι θα αισθάνεται κι ο θεός όταν μας βλέπει να πολεμάμε.

“Τηλέμαχε, πάμε σπίτι”, φώναξα. “Η μάνα σου μας περιμένει.”

Και είναι μακρύς ο δρόμος για το σπίτι. Φύγαμε κι αφήσαμε τα μυρμήγκια να παλεύουν. Χωρίς ποτέ να αναρωτιούνται γιατί πολεμούν.

~~{}~~

Το εξώφυλλο του βιβλίου όπου πολεμούσαν τα μυρμήγκια

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι mousiki-kinonia-ekpaideusi-12459cover-686x1024.jpg

Κι όλη η ανθρώπινη ιστορία σ’ ένα σκίτσο του Manara

44ec958ea49738906021551566531c49