Madre de Deus – Πώς η πειρατεία άλλαξε την ιστορία (και τη μόδα)

1
1098

Η Ιστορία έχει τους δικούς της κανόνες. Ένας απ’ αυτούς είναι ότι κάποια τυχαία γεγονότα μπορούν ν’ αλλάξουν το ρου της ή -τουλάχιστον- να επισπεύσουν τις αλλαγές. Έτσι, τυχαία, άλλαξε κι η ένδυση στην Ευρώπη.

Το 1592 η Ισπανία με την Πορτογαλία είχαν δημιουργήσει την Ιβηρική Ένωση, τη μεγαλύτερη σε έκταση αυτοκρατορία που είχε δει μέχρι τότε ο κόσμος, αφού περιλάμβανε όλα τα εδάφη του Νέου Κόσμου και κάποια της Ασίας.

Μόνοι ανταγωνιστές ήταν οι Ολλανδοί, που δραστηριοποιούνταν κυρίως στον Ινδικό Ωκεανό και στο ινδονησιακό αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι αρκούνταν να κουρσεύουν τα πλοία των Ισπανών που επέστρεφαν απ’ το «Ελντοράντο». Όμως στις 3 Αυγούστου εκείνης της χρονιάς όλα -στον κόσμο- θα άλλαζαν.

Μια εγγλέζικη ναυτική μοίρα που καιροφυλακτούσε στις Αζόρες για ισπανικά πλοία κατέλαβε ένα πορτογαλικό εμπορικό ιστιοφόρο.

Ήταν το Madre de Deus, τρεις φορές μεγαλύτερο απ’ το πιο μεγάλο αγγλικό πλοίο. Κι οι θησαυροί που κουβαλούσε ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνους που έρχονταν απ’ τον Νέο Κόσμο.

Κασέλες ξέχειλες με μαργαριτάρια και κεχριμπάρια. Υφάσματα άξια μόνο για ανάκτορα. 425 τόνοι πιπέρι, 45 τόνοι γαρύφαλλα κι άλλοι τόσοι κανέλα, μοσχοκάρυδο. Μπαχαρικά, αρωματικές ουσίες και έβενος.

Η αξία του φορτίου εκτιμάται σε μισό εκατομμύριο στερλίνες, το μισό όλων των χρημάτων που υπήρχαν στο θησαυροφυλάκιο της βασίλισσας. Ήταν η μεγαλύτερη μπάζα της ιστορίας.

Η βασίλισσα Ελισάβετ, ο έμπιστος σερ Ουόλτερ Ράιλι, οι στρατιωτικοί και οι έμποροι, κατάλαβαν ότι το μέλλον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν στον Ινδικό Ωκεανό. Όμως σαν βρέθηκαν εκεί οι Άγγλοι είχαν να αντιμετωπίσουν, πέρα απ’ τους Πορτογάλους, και τους Ολλανδούς, που ήδη είχαν «πιάσει» τα καλά σημεία (όπως τη Γκόα).

Αναγκαστικά στράφηκαν προς το βορρά της Ινδίας κι εγκαταστάθηκαν στη Βομβάη, ένα σχεδόν ακατοίκητο νησί. Εκεί αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε ένας θησαυρός πολύ πιο μεγάλος κι απ’ τα μπαχαρικά. Η Ινδία παρήγαγε το καλύτερο βαμβακόνημα στον κόσμο, καθώς και τα καλύτερα βαμβακερά υφάσματα.

Οι Ολλανδοί δεν είχαν δείξει ενδιαφέρον για το βαμβάκι, επειδή δεν υπήρχε ζήτηση, δεν υπήρχε αγορά. Η Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών αποφάσισε να δημιουργήσει μια αγορά για το προϊόν. Έτσι έφεραν τα βαμβακερά στην Ευρώπη -και στις ευρωπαϊκές αποικίες στον Νέο Κόσμο.

Τα ινδικά βαμβακερά ήταν ελαφρύτερα και φθηνότερα απ’ τα μάλλινα. Βάφονταν πιο εύκολα, οπότε είχαν πιο ωραία χρώματα και σχέδια. Επιπλέον καθαρίζονταν πιο εύκολα.

Ακόμα και στα πιο ψυχρά κλίματα, τα βαμβακερά εσώρουχα άλλαξαν τα πρότυπα της καθαριότητας, της άνεσης, της υγείας.

Στις αποικίες το βαμβάκι βρήκε τέλεια ανταπόκριση. Γράφουν κάποιοι έμποροι απ’ τη Τζαμάικα: «…τα περισσότερα ενδύματα των κατοίκων είναι χρωματιστά ινδικά βαμβακερά, που είναι ελαφρά και φτηνά, και μπορούν να πλένονται συχνά, πράγμα που συντελεί στο να διατηρούνται καθαροί και υγιείς».

Οι αριθμοί δείχνουν καλύτερα την «ενδυματολογική επανάσταση»: Στο διάστημα 1619-1621 οι Ολλανδοί είχαν μεταφέρει μόλις 12.000 κομμάτια βαμβακερών ρούχων. Οι Άγγλοι το 1625 εισήγαγαν 221.500 κομμάτια. Μέχρι τη δεκαετία του 1670 η ετήσια εισαγωγή έφτασε τα 700.000 κομμάτια.

Κάπως έτσι, τυχαία κι αδυσώπητα, οι Ευρωπαίοι -και οι σκλάβοι τους- έμαθαν να φοράνε βαμβακερά ρούχα. Οι Άγγλοι αποικιοκράτες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ινδία κι επεκτάθηκαν. Κι ο κόσμος προετοιμάστηκε για τη Βιομηχανική Επανάσταση, που ξεκίνησε με την εκμηχάνιση της βρετανικής κλωστοϋφαντουργίας.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 10.12.2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΗ γλώσσα του λύκου
Επόμενο άρθροΡόμπερτ Ντε Νίρο – Μη μιλάτε στον οδηγό
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.