Γυρεύοντας ένα νέο νόημα-της-ζωής για τους 40+

1
2528

«Μικρός ορκίστηκα το κόσμο να αλλάξω, μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος, πού να ψάξω για τον ένοχο;»
Αλκίνοος Ιωαννίδης, Πολιτική τοποθέτηση

«All work and no play makes Jack a dull boy.»
Το γραπτό του Jack Torrance (Τζακ Νίκολσον) στη Λάμψη του Κιούμπρικ

~~~~~~~~~~~~~~~

Καθώς αρχίζει η τελευταία βροχή του καλοκαιριού κι η πρώτη του φθινοπώρου αισθάνομαι ότι κι αυτό το καλοκαίρι πέρασε τόσο γρήγορα που δεν το κατάλαβα.

 

Το ‘χω παρατηρήσει πια. Κάθε εποχή, κάθε καλοκαίρι, περνάει όλο και πιο γρήγορα. Μοιάζει σαν να συμπιέζεται ο χρόνος, μέρα με τη μέρα.

Είναι τέλη Μαΐου και λες: «Έρχεται το καλοκαίρι». Πριν τελειώσεις τη φράση σου είναι 29 Αυγούστου και βρέχει.

Κι αναρωτιέσαι τι έγινε, γιατί περνάει τόσο γρήγορα ο χρόνος.

~~

 

Όσο πιο πίσω κοιτάς στη ζωή σου τόσο μεγαλύτερα σου φαίνεται ότι ήταν τα καλοκαίρια κι οι χειμώνες. Μια βδομάδα του Αυγούστου στα είκοσι κρατούσε σαν τρεις μήνες στα σαράντα.

Δεν φταίει η έλλειψη γεγονότων. Ένας σαραντάρης έχει πολύ περισσότερα να βγάλει πέρα κάθε μέρα -έτσι που συνήθως δεν σου φτάνουν είκοσι τέσσερις ώρες.

Κι όμως, με όλ’ αυτά που είχες να κάνεις και φάνταζαν βουνό, όταν περνάνε μοιάζουν οι μέρες σαν ανοιγόκλεισμα των ματιών -αν όχι σαν όνειρο.

Μήπως παθαίνουμε αυτό που έπαθε ο σαραντάρης Jack Torrance στη Λάμψη; All work and no play. Θυμάστε πού τον οδήγησε εκείνον;

~~

Ο χρόνος συμπιέζεται διαρκώς καθώς μεγαλώνεις. Μοιάζει σαν το φαινόμενο Ντόπλερ -ένα ιδιότυπο μοντέλο για τον χρόνο.

Το θυμάστε το Ντόπλερ, απ’ τα σχολικά σας χρόνια. Όταν η πηγή κάποιου ήχου κινείται προς τον δέκτη (ή ο δέκτης προς αυτήν) ο ήχος ακούγεται πιο ψηλός. Αυτό συμβαίνει γιατί τα ηχητικά κύματα «συμπιέζονται».

Το ίδιο ισχύει και για τα βαρυτικά κύματα, το ίδιο και για το φως (με κάποιες διαφορές που δεν μας αφορούν στο παρόν κείμενο).

Ίσως λοιπόν, κάνοντας μια εξωφρενική υπόθεση, κι ο χρόνος να είναι κύμα, αλλά χωρίς πηγή. Να ταξιδεύουμε μέσα του, όπως και μέσα στον χώρο.

Αλλά με τον χρόνο συμβαίνει κάτι παράξοδο: Όσο πλησιάζουμε το αναπόφευκτο τέλος της μικρής (dt) ζωής μας, ο χρόνος συμπιέζεται.

Πρόκειται για χρονικό φαινόμενο Ντόπλερ, όπου τα χρόνια, οι εποχές κι οι μέρες περνάνε όλο και πιο γρήγορα, ενώ εκείνα που μένουν πίσω απλώνουν.

Κι ενώ γερνάμε και πλησιάζουμε στο μηδέν, η παιδική ηλικία τείνει στο άπειρο.

~~

Ακούγεται το ίδιο απαισιόδοξο όσο και παράδοξο, απειλητικό και οικείο, σαν ταινία που βασίστηκε σε βιβλίο του Στήβεν Κινγκ.

Είναι σαν θρίλερ. Σαν μια ωρολογιακή βόμβα που καθώς περνάει η ώρα μετράει τα δευτερόλεπτα πιο γρήγορα.

Απ’ το 00:17 ως το 00:18 ήταν τεράστιο το διάστημα (οι καινούριες εμπειρίες, οι γνώσεις, τα λάθη και τα πάθη). Απ’ το 00:74 ως το 00:75 μια ανάσα μόλις.

Και το χειρότερο απ’ όλα, ακριβώς σαν τον ορισμό που έδωσε ο Χίτσκοκ για το σασπένς: Δεν ξέρεις πότε θα σκάσει η βόμβα!

~~

Δεν απελπίζομαι.

Καθώς βρέχει κι αστράφτει, στο τέλος του Αυγούστου, στο τέλος του καλοκαιριού που πέρασε πριν προλάβω να καταλάβω ότι έχουμε καλοκαίρι, πατώ πάνω σ’ ένα όνειρο που είδα μια νύχτα με κουνούπια, για να μπορέσω να σταθώ όρθιος.

Περπατούσα στο δρόμο (σε κάποιο δρόμο της Νάξου ίσως) μ’ έναν φίλο που έχω χρόνια πολλά να συναντήσω.

«Βασίλη», του είπα στο όνειρο. «Πάμε να πιούμε ένα κρασί και να πούμε όσα δεν είπαμε.»
«Θα μου πεις και για το νόημα της ζωής;» με ρώτησε ο ενύπνιος φίλος.
«Δεν το ξέρω», του είπα.
«Κάποτε το ήξερες.»
«Το ήξερα. Αλλά το ξέχασα.»

Ο Βασίλης γέλασε στον ύπνο μου.
«Δεν το ξέχασες. Άλλαξες. Οπότε άλλαξε και το νόημα. Θα το βρεις πάλι. Κάτι άλλο.»

~~

Ο ύπνος είναι ελεήμων. Νιώθει την ταραχή μου και θέλει να με γαληνέψει. Γι’ αυτό μου ‘στειλε το όνειρο -για να το αποκωδικοποιήσω.

Αυτό που μου είπε το όνειρο είναι ότι δεν υπάρχει ένα νόημα-της-ζωής ισόβιο.

Βεβαίως ο καθένας εφευρίσκει το δικό του νόημα, αυτό όλοι το γνωρίζουμε. Αλλά υπάρχει και κάτι παραπάνω.

Καθώς μεγαλώνουμε αλλάζουμε. Αλλάζουν οι συνθήκες της ζωής μας, αλλάζει ο κόσμος γύρω μας (κι όλα τα ίδια μένουν), αλλάζει κι ο εαυτός μας.

Δεν μπορείς να γεμίσεις τη ζωή, να τη νοηματοδοτήσεις, με το ίδιο νόημα-της-ζωής που είχες όταν το ρολόι (της βόμβας) έδειχνε 00:17

Στο 00:41 όπου βρίσκομαι είμαι διαφορετικός άνθρωπος από εκείνον (εγώ στα 00:17) που δεν είχε δει καμία ταινία του Κιούμπρικ, δεν είχε διαβάσει κανένα μυθιστόρημα του Ρόμπινς, δεν είχε ΑΦΜ ούτε πλήρωνε φόρους, δεν είχε παιδί και δεν τον πονούσε η μέση του όταν οδηγούσε για δυο ώρες (άσε που δεν είχε δίπλωμα κι αυτοκίνητο).

Στο 00:21 αρκούσε να δει το Pulp Fiction στον κινηματογράφο, να χαμουρευτεί μ’ ένα κορίτσι, να διαβάσει μερικές σελίδες απ’ την Ιστορία της Αναρχίας του Νεττλάου, να πιει μια μπύρα κι ένα τσιγάρο στην παραλία, για να νιώσει σαν να έζησε εννιά ζωές σε μια μέρα.

Στο 00:41 ο Ταραντίνο μου φαίνεται ξεπερασμένος και γραφικός, ο Χάουαρντ Ζιν μου λέει κάποια πράγματα που ήδη γνωρίζω και καπνίζω ηλεκτρονικό τσιγάρο. Οι μέρες γεμίζουν υποχρεώσεις και περνάνε αβάσταχτα γρήγορα. (All work and no play makes Jack a dull boy)

Αλλά πρέπει να υπάρχει ένα νόημα-της-ζωής, σε όποιο 00:ΧΧ και να φτάσεις.

~~

Κάποιος είχε πει (περίπου):
«Κανένας εικοσάχρονος με ψυχή δεν μπορεί να μην είναι επαναστάτης.
Αλλά κανείς σαραντάχρονος με μυαλό δεν μπορεί να είναι επαναστάτης.»

Είναι πολύ πιο εύκολο για τον εικοσάχρονο να είναι επαναστάτης. Αρκεί να πιστέψει σε ό,τι του ταιριάζει και να το ακολουθήσει, πηγαίνοντας ενάντια στο κατεστημένο (μαζί και τους γονείς του).

Όμως ο σαραντάρης πώς να επαναστατήσει; Όταν εκείνος είναι γονιός, όταν εκείνος είναι το κατεστημένο;

Στο 00:20 θέλεις όλον τον κόσμο έτσι όπως θα ήθελες να είναι -και τον θέλεις τώρα, χωρίς κανέναν συμβιβασμό.

Στο 00:40 εσύ είσαι ο κόσμος, είσαι μέρος του κατεστημένου, κι έχεις συμβιβαστεί ήδη με πολλά.

~~

Ο χρόνος πυκνώνει, η βροχή συνεχίζει να πέφτει, κι οι σαραντάρηδες ψάχνουν για νέα νοήματα.

Ίσως να είναι κι αυτή από μόνη της μια επανάσταση, η επανάσταση των 00:4Χ, όπου συνεχίζεις να ψάχνεις για νοήματα.

Είναι αυτοί που ανήκουν στην Generation X του Κόπλαντ Ντάγκλας. Αυτοί που συνεχίζουν να ψάχνουν για το νόημα-της-ζωής, αυτοί που αναζητούν τρόπους να επαναστατήσουν, αυτοί που θέλουν να παίζουν (με χίλιες υποχρεώσεις στο σβέρκο τους), αυτοί που αντέχουν κι ονειρεύονται, ενώ ο χρόνος πυκνώνει, ενώ το καλοκαίρι τελειώνει τόσο γρήγορα – κι ούτε μια ταινία αντάξια του Κιούμπρικ δεν είδαμε φέτος.