Σπουδή για έναν ευτυχισμένο θάνατο

0
2353

Να που πεθαίνω τελικά.
Τελικά κι οριστικά και σίγουρα.

Είναι αστείο. Δεν το περίμενα. Όλη μου τη ζωή το σκεφτόμουν, αλλά τώρα που ήρθε με βρήκε απροετοίμαστο. Με αιφνιδίασε λιγάκι.

Μάλλον ό,τι και να γίνει ο θάνατος σε αιφνιδιάζει.

~~

Καταρχήν η αιτία θανάτου. Καμία σχέση μ’ αυτά που είχα κατά νου -και δεν ήταν λίγα. Για παράδειγμα, και σε σειρά προτεραιότητας:

>Αυτοκινητιστικό
>Καρκίνο του πνεύμονα (και λοιποί καρκίνοι)
>Εγκεφαλικό
>Κίρρωση του ήπατος
>Ατύχημα στο μπάνιο
>Πνίξιμο την ώρα του φαγητού
>Κάτι γελοίο (όπως να πέσει στο κεφάλι μου μια γλάστρα ή ένας μετεωρίτης)
>Γηρατειά

Παρατηρώ τη λίστα πιθανών θανάτων και βλέπω ότι δεν έχω ούτε μια δολοφονία. Μάλλον δεν φοβήθηκα τους ανθρώπους αρκετά. Ήμουν τυχερός να ζω και σε μέρος όπου δεν έγινε πόλεμος.

Αλλά και πάλι πεθαίνω.

~~

Έπειτα είναι η ηλικία. Όταν ήμουν νέος πίστευα ότι θα πεθάνω νέος. Ήταν πιο γοητευτικό.

Όσο μεγάλωνα τόσο απομακρυνόταν η πιθανή ηλικία θανάτου. Λες κι όσο ζεις τόσο περισσότερο θέλεις να ζήσεις. Τρώγοντας ανοίγει η όρεξη.

Έχω βρει και μια συνάρτηση ηλικίας- εκτιμώμενου χρόνου θανάτου.

Είναι Ε.Χ.Θ= ηλικία+5 χρόνια + νέα ηλικία + 5 χρόνια + 5 χρόνια+ νέα ηλικία + 5 χρόνια+5+5 κοκ, ΕΧΘ=[ [(α+β)+2β]+3β]+4β ……

Ας το εξηγήσω μ’ ένα παράδειγμα (του εαυτού μου), γιατί με τα μαθηματικά ποτέ δεν τα πήγαινα καλά.

Όταν ήμουν 18 πίστευα ότι θα πεθάνω 5 χρόνια αργότερα, στα 23. Και πίστευα ότι αυτά τα πέντε χρόνια ζωής μου έφταναν για να κάνω όλα όσα ήθελα.

Όταν έγινα 23 πίστευα ότι θα πεθάνω στα 5+5 χρόνια, στα 33. Σ’ αυτή την ηλικία πέθανε ο Χριστός, o Μπρους Λη κι ο Μότσαρτ. Για έναν 23χρονο τα τριάντα τρία ακούγονται πολύ μακρινά και πολύ γεροντικά. Κι αν δεν είχα πετύχει όλους τους στόχους μου ως τα 23, σίγουρα θα τους πετύχαινα μέχρι τα 33.

Και μετά έγινα 33. Σύμφωνα με τη συνάρτηση που έχω φτιάξει προστέθηκαν 5+5+5 χρόνια. Οπότε πίστευα ότι θα πεθάνω στα 48. Και χρειαζόμουν αυτά τα χρόνια, γιατί έβλεπα πλέον ότι ήταν δύσκολο να πετύχω τους στόχους μου, ενώ είχα πια και οικογένεια, μικρό παιδί, που ήθελα να το δω να μεγαλώνει. Σαράντα οχτώ χρονών είναι μια χαρά ηλικία για να πεθάνεις, δεν είναι;

Έλα όμως που έφτασα τόσο γρήγορα τα 48, και προστέθηκαν 5+5+5+5 χρόνια, ήτοι 68 χρονών εκτιμώμενη ηλικία θανάτου. Εντάξει, έλεγα, αν μέχρι τα εξήντα οκτώ δεν έχω κατάφερει τους στόχους μου, τότε…

Όπως καταλαβαίνετε -αν καταλαβαίνετε τίποτα από μαθηματικά, αν έφτανα τα 68 τότε θα περίμενα να πεθάνω στα 68+5+5+5+5+5, στα 93! Και θα ήταν κατανοητό. Επιτέλους τα παιδιά μου θα έφευγαν απ’ το σπίτι και θα ήταν αυτόνομα, θα έβγαινα στη σύνταξη, οπότε πλέον θα είχα την πολυτέλεια του χρόνου, προκειμένου να πραγματοποιήσω τους στόχους μου.

(Αναρωτιέμαι: Αν έφτανα τα 93, τότε θα περίμενα να πεθάνω στα… 123; Μήπως η συνάρτηση μου καταρρέει μετά τα 100;)

Το θέμα είναι ότι δεν πρόλαβα να φτάσω στα 68. Και το παράξενο είναι ότι είχα πιστέψει τις θεωρίες μου κι αφού έγινα 48 νόμιζα ότι μου είχαν μείνει άλλα 20 χρόνια ζωής. Αλλά μάλλον το σύμπαν δεν γνωρίζει μαθηματικά, ούτε συνωμοτεί για να πετύχεις κάτι που εσύ θέλεις πολύ.

~~

Το πώς βρέθηκα στο κρεβάτι του νοσοκομείου, στα επείγοντα, με τον γιατρό να σφίγγει τα χείλη και να μιλάει χαμηλόφωνα στη γυναίκα μου, που έκλαιγε με λυγμούς, ούτε που το κατάλαβα.

Κι όταν ήρθε να μου αναγγείλει τη βεβαιότητα του θανάτου μου, έμοιαζε σαν να παίζω σε παράσταση του Ιονέσκο.

«Κύριε Θ», μου είπε, «έχω δυσάρεστα νέα.»
«Κι άλλο μνημόνιο;» τον ρώτησα. (Δεν με αφήνανε να μπαίνω στο ίντερνετ, να βλέπω τηλεόραση ή να διαβάζω εφημερίδες.)
«Όχι… Μνημόνιο; Όχι, όχι, αφορά εσάς», μου είπε ο γιατρός σφίγγοντας τα χείλη.
«Αφορά ΣΕ εσάς», του είπα. «Να μιλάμε σωστά ελληνικά. Το αφορά συντάσσεται με»
«Τέλος πάντων», με διέκοψε. «Δεν νομίζω ότι έχει σημασία την παρούσα στιγμή.»
«Όλα έχουν σημασία, τις παρούσες και τις απούσες στιγμές, αφού ο λόγος»
«Κύριε Θ, πεθαίνετε», με ξαναδιέκοψε κι εκεί έχασα τον ειρμό.
«Τι εννοείτε; Ότι κινδυνεύω να πεθάνω σε… ας πούμε είκοσι χρόνια;»
«Όχι, λυπάμαι.»
«Σε δέκα;»
«…» (σφιχτά χείλη)
«Τρία;»
«…» (πιο σφιχτά χείλη)
«Τέλος πάντων, πείτε μου καθαρά, πόσοι μήνες μου μένουν;»
«…» (έλα τώρα, πάλι σφιχτά χείλη;)
«Το σουκού το προλαβαίνω;»
«Λυπάμαι…»
~~

αρνηση θυμος διαπραγματευση καταθλιψη αποδοχη

Άρνηση
«Μα σίγουρα θα υπάρχει μια ελπίδα, έτσι δεν είναι; Πείτε μου ότι υπάρχει μια ελπίδα, μια θεραπεία πειραματική στην Κούβα.»

Θυμός
«Είσαι άσχετος, δεν ξέρεις τι σου γίνεται, είσαι φασίστας, ξύλο στους φασίστες.»

Διαπραγμάτευση
«Γιατρέ, χρήματα δεν έχω, αλλά θα μπορούσα να πουλήσω το ένα μου νεφρό, το ένα μου πνευμόνι, την ψυχή μου στον διάολο.»

Κατάθλιψη
«Τι σημασία έχει; Και που έζησα και που πεθαίνω; Όλα είναι δίχως νόημα. Είμαι και χοντρός. Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται…»

Αποδοχή
«Γιατρέ, μπορείτε να μου δώσετε ένα στυλό και λίγο χαρτί; Θέλω να γράψω τις τελευταίες μου σκέψεις.»

~~

Τελευταίες σκέψεις ενός ετοιμοθάνατου:

Το χειρότερο απ’ όλα όταν πεθαίνεις είναι ότι οι άλλοι θα συνεχίσουν να ζουν.

Γιατί αν πεθαίναμε όλοι μαζί, λόγω υπερθέρμανσης του πλανήτη ή πυρηνικής καταστροφής, τότε, εντάξει, τι να γίνει, είναι το τέλος της ανθρωπότητας, σας αγαπώ πολύ, ας αγκαλιαστούμε για τελευταία φορά κοιτώντας το πυρηνικό μανιτάρι.

Αλλά έρχονται τρεις φίλοι και μου συμπαραστέκονται. Δακρύζουν, κλαίνε, με χαιρετάνε για τελευταία φορά και φεύγουν.

Ξέρω ότι θα πάνε στο στέκι, να πιουν ένα κρασί μαζί, για να με συλλυπηθούν. Θ’ αδειάσουν κι ένα ποτήρι κάτω. Θα πουν ιστορίες απ’ τα νιάτα μας, πώς παίζαμε μαζί μουσική, τότε που είχαμε γυρίσει όλα τα νησιά με πέντε χιλιάρικα (δραχμές) στην τσέπη, και πώς είχαμε περάσει στην Ισπανία, και θα πουν και κάποια αστεία ιστορία, θα παραγγείλουν τρίτο μπουκάλι, και τέταρτο, και θα συνεχίζουν να πίνουν, να καπνίζουν, να κοιτάνε τις γυναίκες απέναντι και το φεγγάρι από πάνω, και θα λένε τι θα κάνουν το σουκού, και κάποια στιγμή θα έχουν ξεχάσει ότι εγώ πεθαίνω εκείνη την ώρα.

Θα το ξεχάσουν, γιατί εκείνοι θα ζουν.

~~

Τελευταίες σκέψεις ενός ετοιμοθάνατου 2:

Δεν κατάφερα να πετύχω τους στόχους μου.

Η αλήθεια είναι ότι δεν μ’ ένοιαζε να τους πετύχω. Οι στόχοι ήταν πιο πολύ σαν ένα κίνητρο για να συνεχίσω να προχωράω, σαν την ουτοπία του Γκαλεάνο: Όσο τους πλησιάζεις, τόσο απομακρύνονται, κι εσύ εξαναγκάζεσαι να προχωράς.

~~

Οι τελευταίες σκέψεις ενός ετοιμοθάνατου 3:

Η οικογένεια μου…

Για τους γονείς μου δε με νοιάζει και πολύ. Το θεωρώ κακοτροπία της τύχης, που αυτοί ζουν ακόμα κι εγώ πεθαίνω. Έπρεπε ν’ αδράξουν την ευκαιρία του θανάτου (carpe mortem) και να πεθάνουν πριν απ’ το παιδί τους. Οπότε καθόλου δεν λυπάμαι για τη θλίψη τους.

Για τα παιδιά μου, πάλι δεν με νοιάζει. Ευτυχώς πεθαίνω πριν απ’ αυτά, οπότε δεν μπορούν να διαμαρτυρηθούν. Είναι ενήλικες, ανάγκη δεν μ’ έχουν πια, περιουσία δεν έχω να τους αφήσω, ας κάνουν ό,τι μπορούν.

Για τη γυναίκα μου μόνο στεναχωριέμαι. Αυτή συνήθισε τις παραξενιές μου και τη γκρίνια μου. Άντε τώρα να συνηθίσει κάποιον άλλον. Θα τη βρει την άκρη.

Η ζωή είναι ωραία, όσο σκατά κι αν είναι, η ζωή είναι ωραία.

~~

Οι τελευταίες σκέψεις (πιο τελευταίες δεν γίνεται)

Αναρωτιέμαι αν τα πήγα καλά στη ζωή μου. Αλλά ποιος μπορεί να το κρίνει αυτό, πέρα από μένα; Χριστός, Μπρους Λη ή Αδόλφος Χίτλερ δεν ήμουν. Ούτε πολύ καλό έκανα ούτε πολύ κακό. Λίγο απ’ όλα.

Αναρωτιέμαι τι θα γίνει μετά. Απλώς θα κλείσω τα μάτια κι άντε γεια; Ή μήπως θα περάσω από τούνελ και σήραγγες για να βγω στο Φως; Για να πω την αλήθεια εμένα πάντα μου άρεσαν πιο πολύ οι νύχτες.

Αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο.
Kαι βλέπω όλη μου τη ζωή στα γρήγορα, σε fast forward, με βλέπω να παίζω στη γειτονιά, με βλέπω να φιλάω ένα κορίτσι για πρώτη φορά, με βλέπω να κολυμπάω στο Αιγαίο, με βλέπω να διαβάζω Τομ Ρόμπινς, ν’ ακούω ζωντανά τις Τρύπες, να τζαμάρω με άγνωστους σε λα μινόρε, να περπατάω μ’ ένα σακίδιο στη Φλωρεντία, να ερωτεύομαι τη γυναίκα των ονείρων μου, να γράφω τις ιστορίες μου, να δουλεύω με ανθρώπους που έγιναν φίλοι, να χορεύω στις 3 το πρωί με το μωρό μου στην αγκαλιά, να κοιτάω τον ήλιο, να φυτεύω έναν κισσό, να τρώω, να μαγειρεύω, να βλέπω το Pulp Fiction σε θερινό σινεμά, να πέφτω να κοιμηθώ χωρίς να πρέπει να ξυπνήσω νωρίς, να πηγαίνω στην τουαλέτα για να χέσω, να χαϊδεύω τον σκύλο μου, να κάνω σεξ μέχρι το πρωί, να πίνω καφέ κοιτώντας τον ήλιο που ανατέλλει, να παίζω, να παρατηρώ τα σύννεφα, να…

~~

Η τελευταία σκέψη του νεκρού:
Ένα χαμόγελο.