Ανάθεμά σε, Λέοναρντ Κοέν (3. Γκράβα και Πηνελόπη)

0
778
Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Grava_Arch-matte-9-1024x683.jpg
“You
Your sex is on fire
Consumed
With what’s to transpire”
Kings Of Leon – Sex on Fire
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έπρεπε να τον σκοτώσω. Ήξερα το όνομα του, Σπύρος Παπαδόπουλος, αλλά ήταν τόσο κοινό όνομα, σαν να ψάχνεις κάποιον Τζον Σμιθ στην Νέα Υόρκη.

Ο Σ.Π. ήταν είκοσι χρονών όταν τον είχαν φέρει στο Δρομοκαΐτειο, κι αυτό είχε γίνει το 2008. Οπότε το 2003 ήταν δεκαπέντε. Αυτό βοήθησε. Γιατί ο Σ.Π. είχε αναφέρει τη Γκράβα. Πήγαινε λύκειο εκεί. Το θυμόμουν γιατί μόλις το είχε αναφέρει είχα σκεφτεί “χώρος που γεννάει παραβατικές συμπεριφορές”. Γκράβα λοιπόν. Οπότε αρκούσε να περιμένω μέχρι τον Σεπτέμβρη.

Όσο καιρό έμεινα στην Αθήνα δεν έχασα χρόνο. Δεν ξεχνούσα ότι έπρεπε να μαζεύω χρήματα για το στοίχημα. Ξεκίνησα να συχνάζω στα ακριβά στέκια, βόρεια προάστια κυρίως. Γρήγορα έμαθα τη σημειογραφία: Αν καθόσουν μόνος στο τραπέζι, μ’ έναν αναπτήρα όρθιο, αλλά χωρίς τσιγάρα, σήμαινε ότι πρόσφερες την παρέα σου -επί πληρωμή. Δεν άργησα να αποκτήσω πελατεία. Χρησιμοποιούσα και παρατσούκλι. Θωρ, τι άλλο;

Μετά το άνοιγμα των σχολείων βρέθηκα στη Γκράβα. Πήγα στην νορβηγική πρεσβεία, πίεσε κι η μάνα μου, με έβαλαν στο λύκειο για να μάθω τη γλώσσα και να μπορέσω να δώσω πανελλήνιες εξετάσεις. Πρωτοετής αναγκαστικά.

Ο Σ.Π. ήταν σε άλλο τμήμα. Τον παρακολούθησα για να δω πώς θα τον σκοτώσω. Ήταν εσωστρεφές παιδί. Του άρεσε ν’ ακούει μουσική στ’ ακουστικά του (Λέοναρντ Κοέν;), δεν μιλούσε πολύ, δεν έκανε παρέα με κανέναν, διάβαζε Καρυωτάκη και Κάφκα στα διαλείμματα. Ήταν συμπαθητικός, κι αυτό θα με δυσκόλευε.

Κάποια μέρα, ήταν Οκτώβρης πια, είδα στο προαύλιο να τον έχουν στριμώξει τρεις “μεγάλοι”, της τρίτης λυκείου. Τον είχαν βάλει στη μέση και τον έσπρωχναν. Εκείνος δεν αντιστεκόταν. Αποφάσισα να παρέμβω.

Έριξα μόνο μια γροθιά. Ο “μεγάλος” που την έφαγε σωριάστηκε σαν δέντρο. Οι άλλοι πήγαν ν’ αντιδράσουν. Με κοίταξαν καλύτερα. Ήμουν σαν τον Ντράγκο στο Ρόκι 4. Προτίμησαν να φύγουν.

Έτσι ξεκινήσαμε να κάνουμε παρέα με τον Σ.Π. Με την πρώτη ευκαιρία του μίλησα για τις σκουληκότρυπες της πραγματικότητας. Εκείνος γέλασε.

“Αυτά μόνο στο Σταρ Τρεκ υπάρχουν”, μου είπε.
“Δηλαδή δεν πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει;”
Το σκέφτηκε λίγο.
“Δεν ξέρω”, είπε, τόσο σεμνά που τον μίσησα ακόμα παραπάνω.

Ο Σπύρος δεν είχε κάποια διαταραχή ή ένδειξη διαταραχής. Ήταν ένας φυσιολογικός έφηβος, κάπως μελαγχολικός, αλλά πολύ πιο ώριμος απ’ τους συνομήλικους του. Πήγα και στο σπίτι του. Ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Λίγο πάνω απ’ το όριο της πείνας. Αλλά οι γονείς του τον αγαπούσαν, του φέρονταν καλά. Είχε καλύτερη οικογένεια απ ‘τη δική μου, και την ελληνική και τη νορβηγική. Οπότε τι προκάλεσε τη διαταραχή του 2008;

Ενώ περνούσε ο καιρός έχανα τη θέληση να τον σκοτώσω. Τότε το είχα εκλογικεύσει λέγοντας ότι έψαχνα στοιχεία. Αλήθεια ήταν κι αυτό, αλλά όχι η αιτία. Δεν μπορούσα να τον σκοτώσω γιατί τον είχα συμπαθήσει.

~~

Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο θεός γελάει. Τον Νοέμβρη πέθανε η μητέρα μου. Η Νορβηγίδα μητέρα μου. Πήγα για την κηδεία της, αλλά μετά δεν μ’ άφηναν να φύγω. Δεν ήμουν δεκαοκτώ, και δεν υπήρχε κηδεμόνας να υπογράψει. Ο πατέρας μου, μεγάλος μαλάκας σίγουρα, αρνήθηκε να πάρει την ευθύνη, όπως δεν είχε πάρει καμία ευθύνη.

Έμεινα στη Νορβηγία ως τον Φλεβάρη. Μόλις έγινα δεκαοκτώ επέστρεψα στη Γκράβα. Αλλά ο Σπύρος έλειπε. Οι συμμαθητές μου είπαν ότι δεν είχε πατήσει στο σχολείο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Πήγα να τον βρω στο σπίτι του.

Η μητέρα του είχε μαύρους κύκλους ως το στόμα.
“Δεν είναι καλά”, μου είπε. “Όλο κάτι τρελά λέει. Τα φάρμακα του δεν τα παίρνει.”

Ζήτησα να τον δω. Το δωμάτιο του ήταν εντελώς διαφορετικό. Είχε κλείσει με οντουλέ χαρτόνι όλα τα παράθυρα, κι είχε βάψει μαύρους τους τοίχους, για να τους κάνει μαυροπίνακες. Πάνω στους τοίχους είχε γράψει κι είχε σχεδιάσει.

Τον βρήκαμε ξαπλωμένο στο ξύλινο πάτωμα. Η μητέρα του δεν είπε τίποτα, βγήκε έξω για να κλάψει.

“Είχες δίκιο”, μου είπε από ‘κει κάτω. “Είναι αληθινές.”
“Οι σκουληκότρυπες;”
“Δεν είναι σκουληκότρυπες.”
“Ξέρεις πού υπάρχει κάποια;”
“Δεν είναι μακριά.”
“Πού;”
“Σιγά μη σου πω.”

Τον έπιασα απ’ τις μασχάλες και τον σήκωσα όρθιο. Τον κόλλησα στον τοίχο. Αν μου έλεγε, αν την έβρισκα, αν έπεφτα μέσα, ίσως να ξαναγινόμουν ο πρώην εαυτός μου. Ίσως.

“Αν δεν μου πεις θα σε σκοτώσω”, του είπα.
“Δεν θα το κάνεις. Δεν θα ήσουν εδώ αν το είχες κάνει.”

Δεν μου το είπε ξεκάθαρα ούτε το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή. Μόνο χρόνια μετά, στο μεγάλο ταξίδι μου, θυμήθηκα τη φράση και αντιλήφθηκα ότι ο Σ.Π. ήξερε. Είχε καταλάβει ότι δεν ήμουν ο αληθινός Θωρ ή ότι ήμουν και δεν ήμουν ή ότι… Μάλλον είχε καταλάβει περισσότερα από μένα.

“Θα σε πληρώσω”, του είπα.
“Ένα εκατομμύριο” έκανε εκείνος, χωρίς να το σκεφτεί.
“Είσαι τρελός;”
“Μη με λες τρελό.”
“Πού θα βρω τέτοιο ποσό;”
“Ξέρω ότι θα το έχεις. Όχι τώρα, αλλά το καλοκαίρι. Τι θα γίνει το καλοκαίρι;”
“Θα κερδίσουμε στη Γιουροβίζιον.”

Τον άφησα κι έκατσα στο κρεβάτι του.
“Θα σου στείλω λεφτά”, του είπα. “Όχι εκατομμύριο, αλλά θα δούμε τι θα βγάλω.”
“Στο λογαριασμό της μάνας μου.”
Μου έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο. Γιατί αισθανόμουν ότι ήμουν θύμα; Ξανά;

“Πώς λειτουργούν αυτές οι τρύπες; Έχεις καταλάβει;”
“Δεν υπάρχει κανόνας.”
“Και γιατί να σε πληρώσω; Επειδή τη βρήκες;”
“Δεν τις βρίσκω, τις δημιουργώ. Μόνο που δεν τις ελέγχω.”

Μου εξήγησε. Υπήρχαν αρκετά βιβλία σχετικά με το θέμα, αλλά η καλύτερη πηγή ήταν το The House of Dr. Edwardes. Ήταν ένα μυθιστόρημα που είχε κυκλοφορήσει το 1927. Είχε κάνει επιτυχία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες -και στα ελληνικά. Ο συγγραφέας ήταν ένας Γάλλος ψυχίατρος, ο δρ Φρανσίς Μπιτίν. Ο αφηγητής ισχυριζόταν στην εισαγωγή ότι το βιβλίο βασιζόταν στις αληθινές μαρτυρίες ασθενών.

Ο Σ.Π. είπε ότι μάλλον ήταν κάποια μετάλλαξη. Κάτι που είχε να κάνει με τον εγκέφαλο. Αυτοί που είχαν το ταλέντο να δημιουργήσουν τις τρύπες της πραγματικότητας είχαν και την κατάρα να χάνουν την πραγματικότητα: Τρελαίνονταν.

“Χάνω το μυαλό μου”, μου είπε. “Είναι κάτι σαν Αλτσχάιμερ ή σχιζοφρένεια, αλλά πιο μεταφυσικό. Για να δημιουργήσω μια τρύπα εγκαταλείπω τη σταθερότητα του πραγματικού κόσμου. Πρέπει να τρελαθείς για να μπορέσεις να κάνεις κάτι τόσο τρελό.”

Δεν ξέρω αν σκέφτηκε τις τρύπες, δεν ξέρω τι έγινε, αλλά τότε, χωρίς καμιά προειδοποίηση, άρχισε να ουρλιάζει, να σχίζει το λαρύγγι του απ’ τις κραυγές. Έτρεξε η μάνα του, έπεσε πάνω του να τον παρηγορήσει. Δεν σταματούσε. Το χειρότερο ήταν ότι δεν έκανε θέατρο. Είκοσι χρόνια εμπειρίας είχα, ήξερα πότε έβλεπα κάποιον αληθινά διαταραγμένο.

Έφυγα χωρίς να χαιρετήσω.

~~

Αποφάσισα να μη μείνω στην Ελλάδα. Δεν μπορούσα να σκοτώσω τον Σ.Π, γιατί ήταν ο Σπύρος πλέον. Κι επειδή δεν ήμουν δολοφόνος.

Πώς λέει το ηθικό ερώτημα; Μπορείς να πας και να σκοτώσεις τον Χίτλερ μωρό; Εγώ δεν θα μπορούσα. Άσε που ίσως κάτι τέτοιο να χειροτέρευε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Αν σκότωνα τον Σπύρο ίσως να γινόταν κάτι ακόμα χειρότερο. Αποφάσισα να σταματήσω να μπλέκομαι με την παλιά ζωή μου, με την προηγούμενη ζωή μου. Άλλωστε είχα άλλο στόχο: Να κερδίσω πολλά λεφτά.

Τον Ιούνιο του 2004 είχα μαζέψει τριάντα χιλιάρικα. Όχι μόνο με το πουτανιλίκι, είχε βοηθήσει κι ο θάνατος της μητέρας μου.

Για να μην καρφωθώ έβαλα το στοίχημα σε πολλούς πράκτορες και γραφεία, νόμιμους και παράνομους. Ήξερα ότι θα έπαιρνα πολλά λεφτά και δεν μπορούσε να μου τα δώσει μόνο ένας. Όταν άκουγαν πού ποντάριζα, στο κουτσό άλογο της Ελλάδας, τρίβανε τα χέρια τους. Ένας βλαμμένος πιτσιρικάς που θέλει να χάσει τα λεφτά του σε μια ομάδα που δεν είχε κερδίσει ούτε έναν διεθνή αγώνα.

Στις 4 Ιουλίου 2004 ήμουν εκατομμυριούχος.

Έστειλα ένα ποσό, όχι εκατομμύριο, αλλά περισσότερα απ’ όσα θα έβγαζαν σε είκοσι χρόνια δουλεύοντας, στην οικογένεια του Σπύρου. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως γιατί αισθανόμουν υπαίτιος για την τρέλα του, εγώ του είχα μιλήσει για τις τρύπες. Δεν ξέρω. Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνουμε όλα όσα κάνουμε.

Μετά άρχισα τις διακοπές διαρκείας. Ταξίδεψα σ’ όλα τα μέρη που ήθελα να δω. Απ’ το Μάτσου Πίτσου ως την Τανζανία, κι απ’ το Κυότο ως το Άνκορατζ. Γλέντησα με όμορφα κορίτσια, έφαγα, ήπια, σπατάλησα. Αλλά πάντα κάτι μου έλειπε. Νοσταλγούσα.

Μετά από πέντε χρόνια, κι ενώ είχα κάνει τον γύρο του κόσμου κάμποσες φορές, αποφάσισα να γυρίσω στην Πηνελόπη μου. Εκείνη δεν με περίμενε και θα ‘πρεπε να σκοτώσω τον μνηστήρα της. Η Οδύσσεια είχε πιο εύκολο τέλος.

~~~~~~~

Ο Γούντι Άλεν έχει δίκιο, έχει καταλάβει την ανθρώπινη φύση καλύτερα απ’ όλους τους ψυχολόγους και τους φιλόσοφους μαζί.

Άλλα νομίζουμε ότι θέλουμε, άλλα θέλουμε κι άλλα κάνουμε. Άλλα λέμε κι άλλα εννοούμε, άλλα καταλαβαίνουν οι άλλοι. Κάποιες φορές λέμε κάτι αυθόρμητα και μετά προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε γιατί το είπαμε.

Είμαστε παράλογα όντα που προσπαθούν να κατανοήσουν τις πράξεις τους.

Επιπλέον ο Γούντι Άλεν έχει σίγουρα δίκιο και σε κάτι άλλο: Ο έρωτας είναι μεγάλο βάσανο.

Μέχρι να πέσω στην τρύπα, στην πρώτη τρύπα, είχα κάνει έρωτα με οκτώ γυναίκες. Κάποιες τις είχα λιγάκι ερωτευτεί, αλλά καμιά δεν με τρέλανε όπως η Χριστίνα.

Μετά την πρώτη τρύπα έκανα σεξ με χιλιάδες γυναίκες και άντρες -και δεν υπερβάλλω καθόλου. Αλλά συνέχιζα να είμαι ερωτευμένος μ’ εκείνη που δεν είχα.

Δεν είχα ξοδέψει τα λεφτά μου, γιατί ήξερα πού να επενδύσω. Facebook, Tesla, Marvel. Αγόραζα μετοχές και πολλαπλασίαζα τα λεφτά μου. Η κρίση της Lehman Brothers μου έκανε καλό. Δεν έγινα δισεκατομμυριούχος, αλλά είχα αρκετά λεφτά για να μη χρειαστεί να δουλέψω ποτέ και -το κυριότερο- για να βρω τη Χριστίνα.

Το 2012 θα δούλευε στο ΙΨΥ, Ινστιτούτο Ψυχολογικής Υποστήριξης. Το ήξερα κι αγόρασα ένα μεγάλο ποσοστό της εταιρείας. Έπειτα κανόνισα να με “προσλάβουν”, στον ίδιο τομέα με τη Χριστίνα.

Ήταν 37 χρονών τότε. Είχε βάλει πέντε κιλά -που προσπαθούσε απεγνωσμένα να χάσει. Εγώ, ο πρώην εγώ, της έλεγα ότι της πήγαιναν. Όταν την ξαναείδα ως Μπιόρν συμφώνησα. Αυτά τα λίγα κιλά την έκαναν πιο ζουμερή.

Όταν με είδε να μπαίνω στον όροφο κοκκίνισε. Στα δεκαεφτά ήμουν σαν τον νεαρό Θωρ. Στα είκοσι έξι ήμουν η επιτομή του ωραίου άντρα.

Το γραφείο μου ήταν το διπλανό της Χριστίνας. Ξεκίνησα να στήνω τα πράγματα μου. Οι υπόλοιπες γυναίκες του ορόφου με κοιτούσαν με λατρεία -καθώς κι ο Τάσος από απέναντι. Η Χριστίνα έκανε την αδιάφορη.

Τακτοποίησα τα πράγματα μου χωρίς να την κοιτάξω. Κάποια στιγμή, όταν είπε ότι θα έκανε διάλειμμα και πήγε προς το ασανσέρ, την ακολούθησα.

Η πόρτα έκλεινε, έβαλα το χέρι στο φωτοκύτταρο, άνοιξε και μπήκα. Ήμασταν μόνοι, ξανά.

“Τι κάνεις εδώ;” μου είπε.
Εννοείται πως με είχε αναγνωρίσει. Πόσους Βίκινγκς συναντάς στην Ελλάδα;
“Ξέρεις τι κάνω.”
Γύρισε να με κοιτάξει.
“Είσαι τρελός. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί.”
“Δεν μπορούμε να είμαστε τίποτα άλλο.”

Πάτησα το STOP.
“Γύρισα όλο τον κόσμο. Είσαι η απόλυτη γυναίκα για μένα. Η αρχή και το τέλος.”
Δεν της είπα κάτι ψεύτικο ή έστω υπερβολικό. Έτσι αισθανόμουν.

Εκείνη κόλλησε για λίγο. Μετά πάτησε ισόγειο. Το ασανσέρ ξεκίνησε.
“Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό”, μονολόγησε.
“Συμβαίνει.”
Με κοίταξε άγρια και φώναξε: “Δεν μπορώ!”

Το ασανσέρ σταμάτησε. Ήμασταν στο ισόγειο. Πάτησα πάλι το κουμπί για τον όγδοο.

“Είμαι παντρεμένη”, μου είπε καθώς ανεβαίναμε.
“Αλλά δεν είσαι ευτυχισμένη.”
“Πού το ξέρεις;”
“Σ’ έχει κουράσει ο Αντρέας. Είναι πολύ… στάσιμος.”
Θυμόμουν ότι αυτή τη λέξη χρησιμοποιούσε στους καβγάδες μας, στάσιμος.
“Πού το ξέρεις αυτό;” έκανε η Χριστίνα.
“Το νιώθω.”

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε στον όγδοο. Κάποιος πήγε να μπει.
“Δεν χωράμε”, είπα και πάτησα το κουμπί να κλείσει η πόρτα. Προς ισόγειο ξανά.

“Τι θες από μένα;” είπε η Χριστίνα.
“Θέλω να σε κάνω ευτυχισμένη.”
“Μόνο αυτό;”
“Και να σε φιλήσω.”

Η Χριστίνα πάτησε το stop. Οι υπάλληλοι ανεβοκατέβαιναν απ’ τις σκάλες για πολλή ώρα.

~~{}~~

Έτσι ξεκίνησε η παράνομη σχέση μου με τη γυναίκα που είχα παντρευτεί. Ο πρώην εαυτός μου δεν ήξερε τίποτα και θα έμενε έτσι για έξι μήνες. Τα ήξερα, γιατί τα είχα ζήσει απ’ την άλλη μεριά, απ’ τη μεριά του κερατά.

Περνούσαμε υπέροχα με τη Χριστίνα. Ήμασταν σαν παζλ δύο κομματιών. Κάποιες στιγμές αναρωτιόμουν πώς ήταν ο πρώην εαυτός μου. Είχε αλλάξει; Ρώτησα τη Χριστίνα αν είχε παρατηρήσει κάποια διαφορά στη συμπεριφορά του. Μου είπε ότι δεν είχε καταλάβει κάτι.

Άλλωστε δεν είχα πέσει ακόμα στην τρύπα. Τι γίνονταν αυτοί που έπεφταν στην τρύπα; Η συνείδηση τους πήγαινε σε καινούριο σώμα. Και το παλιό; Έμενε χωρίς συνείδηση; Ή μήπως η συνείδηση έκανε μίτωση, διπλασιαζόταν σαν τα βακτήρια; Μήπως τα σώματα των πρώην εαυτών εξαφανίζονταν; Μήπως μπορούσα να βάλω αγγελία: Ζητείται σώμα λευκού άντρα, 44 χρονών, φορούσε πιτζάμες όταν χάθηκε, πιθανότατα δεν έχει συνείδηση. Δίνεται αμοιβή.

~~

Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά η Χριστίνα άρχισε ν’ αλλάζει. Δεν ερχόταν στο διαμέρισμα μου, δεν με κοιτούσε στο γραφείο. Ήταν προβληματισμένη.

Τις τελευταίες νύχτες του τελευταίου μήνα η Σουζάνα ξυπνούσε ουρλιάζοντας. Έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ο πρώην εαυτός μου, ο Αντρέας, ο υποτιθέμενος πατέρας της, πέθαινε κι η μαμά της την άφηνε για να ζήσει με τον Χέμσγουορθ.

“Είναι διαισθητική”, είπα στη Χριστίνα.
“Τι εννοείς;”
Σηκώθηκα όρθιος και πήρα πόζα, σαν να κρατάω το σφυρί του Θωρ.
“Τι εννοώ; Θωρ. Εμένα βλέπει στον ύπνο της. ”
Η Χριστίνα γέλασε.
“Δεν σε είχα σκεφτεί ποτέ ως Θωρ. ”
“Αλήθεια; Και πώς με έβλεπες; Σαν τον Κάπταιν Αμέρικα;”
Αυτό δεν το έπιασε η Χριστίνα.
“Είσαι πολύ ψωνάρα”, είπε μετά. “Νομίζεις ότι ο θεός Θωρ θα ήταν σαν κι εσένα;”

Κατάλαβα τι γινόταν. Εγώ είχα στο μυαλό μου τον Θωρ ως Κρις Χέμσγουορθ, όπως ήταν στις ταινίες της Μάρβελ. Αλλά η πρώτη ταινία του Θωρ ήταν το 2011, και δεν είχε γίνει ακόμα χαμός με τον Κρις.

“Πώς πεθαίνει ο πρώην;” τη ρώτησα.
“Ο ποιος;”
“Ο άντρας σου.”
“Είπες ο πρώην. Δεν είναι πρώην.”
“Πως πεθαίνει ο νυν;”
“Δεν μου αρέσει όταν γίνεσαι σαρκαστικός.”
“Σου θυμίζω τον άντρα σου;”

Αυτό δεν έπρεπε να το πω. Της άναψα ένα λαμπάκι στο μυαλό.

“Ναι!” έκανε η Χριστίνα. “Πράγματι, τώρα που το λες, του μοιάζεις πολύ. Κάνετε τόσα πράγματα ακριβώς ίδια. Αυτό το τικ με τα μαλλιά… Και πίνετε πρωινό καφέ αφού πάτε στην τουαλέτα. Παράξενο, αλλά δεν το είχα σκεφτεί. Ακόμα κι όταν τελειώνετε.”
“Λέει κι αυτός τα ίδια;”
“Όχι. Ναι. Κάποιες φορές. Αλλά, το πιο σημαντικό, σας κόβεται η ανάσα. Σταματάτε ν’ αναπνέετε για λίγα δευτερόλεπτα.”

Δεν το είχα παρατηρήσει, αλλά είχε δίκιο. Μόλις τέλειωνα, εγώ κι ο άλλος εγώ, κοιτούσα για λίγο το ταβάνι χωρίς να αναπνέω.

“Είσαι παρατηρητική.”
“Κι αυτά τ’ αστεία.”
“Ξέρεις τι λένε: Επιλέγουμε συντρόφους με βάση κάποιο μοντέλο στόχευσης.”
“Αυτό θα το ‘λεγε κι ο Αντρέας.”

Δεν το είχε σκεφτεί ως τότε, πριν της βάλω την ιδέα, αλλά η αλήθεια είναι ότι κι εγώ απέφευγα να το σκέφτομαι. Ήμουν ο ίδιος άνθρωπος; Ήμουν ο Αντρέας ή ο Μπιόρν; Τι μετράει περισσότερο, το σώμα ή η ψυχή;

Η ψυχή του παλιού εαυτού ήταν μέσα στο σώμα του νέου εαυτού. Ποιος ήταν πιο επιδραστικός; Ο παλιός εαυτός δεν θα τολμούσε να κάνει όλα αυτά που έκανα με το καινούριο σώμα. Και το σώμα μου, αν δεν είχε την ψυχή του παλιού…

Μου ήρθε πάλι στο μυαλό αυτό που φοβόμουν: Πού βρισκόταν ο Μπιόρν, η ψυχή, η συνείδηση, η μνήμη του δεκαεφτάχρονου; Ο Αντρέας συνέχιζε να είναι Αντρέας, άλλωστε δεν είχε ακόμα πέσει στην τρύπα. Ο Μπιόρν που ήταν;

“Πώς πεθαίνει;” ρώτησα τη Χριστίνα.
“Πέφτει.”
“Πού πέφτει;”
“Στο μαύρο.”
“Τι;”
“Έτσι λέει η μικρή όταν ξυπνάει: Ο μπαμπάς έπεσε στο μαύρο.”

Η Σουζάνα στα όνειρα της μπορούσε να δει περισσότερα απ’ όσα στον ξύπνιο της. Μήπως ήταν κι εκείνη σαν τον Σ.Π; Μια ταλαντούχα τρυποκατασκευάστρια που θα έχανε το μυαλό της; Και πώς μπορούσα να την προφυλάξω;

~~

“Πρέπει να χωρίσουμε”, μου είπε η Χριστίνα λίγες μέρες μετά. “Αυτή η σχέση επηρεάζει τη Σουζάνα. Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά γίνεται.”
“Αν μείνετε οι τρεις σας θα είναι καλύτερα.”

Έπρεπε να κάνω πίσω. Η Χριστίνα ήταν ο απόλυτος έρωτας για μένα, αλλά δεν ήμουν ψυχοπαθής, να συνεχίσω γνωρίζοντας ότι καταστρέφω το παιδί μου.

Χωρίσαμε δίχως πολλά δάκρυα. Η Χριστίνα με τον Αντρέα μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη. Εγώ, ο Μπιορν-Εγώ, άρχισα πάλι τα ταξίδια, πάλι μόνος. Κατέληξα στο πιο μακρινό μέρος. Πήγα στην Ανταρκτική.

Εκεί, στον σταθμό όπου δεν ακουγόταν τίποτα άλλο απ’ τον άνεμο, το τρίξιμο της σόμπας κι ο ασύρματος, κατάλαβα ότι είχα πει ψέματα στη Χριστίνα.

Όλα θα ήταν καλύτερα για εκείνους χωρίς εμένα, αλλά για πόσο; Για πέντε χρόνια. Μετά ο Σ.Π. θα νοίκιαζε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το διαμέρισμα του θείου της Χριστίνας. Κοντά στα γενέθλια της Σουζάνας και στην έκθεση του Βαν Γκογκ, ο Αντρέας θα πήγαινε στον πρώτο όροφο να ζητήσει το ενοίκιο. Ο Σ.Π. θα τον έριχνε στην τρύπα που είχε φτιάξει.

Τι μπορούσα να κάνω; Μπορούσα να μείνω στην Ανταρκτική και να καταγράφω τις συνήθειες των πιγκουίνων. Ν’ αφήσω τη ζωή να κυλάει απρόσμενα και τυχαία.

Μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο: Να σταματήσω τον Σ.Π.
Όχι να τον σκοτώσω, αυτό δεν θα το έκανα, αλλά ίσως να του άλλαζα γνώμη. Ίσως να προειδοποιούσα τη Χριστίνα. Δεν θα με πίστευε. Έπρεπε να σταματήσω τον Σ.Π. Πώς θα το έκανα;

Το σκεφτόμουν όλη τη μέρα που ήμουν ξύπνιος, καθώς και την υπόλοιπη μέρα που κοιμόμουν. Στην Ανταρτική δεν νυχτώνει. Μετά βρεθήκαμε στον παγετώνα Τέιλορ να παρατηρήσουμε τους αυτοκρατορικούς πιγκουίνους. Τους είδα να στέκονται σε μια σειρά και να πηδάνε στα παγωμένα και μαύρα νερά.

Τότε μου ήρθε η ιδέα: Θα έριχνα τον Σ.Π. στην τρύπα του!

Η συνέχεια και το τέλος εδώ: Πατατοφάγοι https://sanejoker.info/2020/03/godamncohenpotato.html