Το στερνό της ζωής της ταξείδι

0
346

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι ITCU0008A_800x542.jpgΖήτησε ένα διπλό εσπρέσο σε μεγάλο φλιτζάνι.

Ο κήπος του νοσοκομείου είχε αρχίσει να αποκτά ζωή: δύο νεαροί γιατροί με λευκή μπλούζα που συζητούσαν, ένα φορτηγάκι με την επιγραφή Ανεφοδιασμοί Νοσοκομείων έβαλε μπρος, στο πλαϊνό μονοπάτι έφτασε ένας άντρας με μία γαλάζια στολή κρατώντας μία σκούπα και μία πλαστική σακούλα, κάθε τόσο σταματούσε και σκούπιζε μερικά φύλλα, και κάποια αποτσίγαρα.

Άπλωσε στο τραπεζάκι το χάρτινο τραπεζομάντιλο που ήταν διπλωμένο δίπλα στο φλιτζάνι της και το σιδέρωσε προσεκτικά με το χέρι για να μπορέσει να γράψει.

Στη μία άκρη του τραπεζομάντιλου, διέκρινε μία μάρκα: Καφέ Ονδούρα. Την κύκλωσε με το στυλό της. Το χαρτί πορώδες, απορροφούσε το μελάνι, αλλά άντεχε. Μπορούσε να δοκιμάσει.

Κάθε σημάδι που άφηνε το μελάνι στο χαρτί αυτό, μπορούσε να το αγγίξει και να το «διαβάσει».

Σκέφτηκε να ξεκινήσει από τα εξωτερικά πλαϊνά μέρη, κάτι σαν πλαίσιο το οποίο θα οριοθετούσε το μέσα-έξω. Ο φιλόλογος στο σχολείο συνήθιζε να τους λέει να εισάγουν στη πρώτη παράγραφο κάθε κειμένου το γενικό θέμα και μετά να προχωρούν στις ειδικότερες λεπτομέρειες.

Ναι, αυτό θα βόλευε. Θα χρησιμοποιήσει το σχήμα από το γενικό στο ειδικό.

Πάτησε το στυλό απαλά αυτή τη φορά στο πορώδες τραπεζομάντηλο και δεν το ξανασήκωσε μέχρι να τελειώσει όλο το περίγραμμα. Έφτιαχνε μικρές γωνίες, νησιωτικά μυτερά ακρωτήρια κάθε τόσο, κάποια ζικ-ζακ σημεία, σημάδι λόφων και κάποιες θαρραλέες ευθείες γραμμές πορείας, ίδιες με παράκτια στεριά.

Το περίγραμμα πήρε και όνομα : Νησί Φουέγκο. Πάτησε τρεις φορές με το στυλό το γράμμα Φ για να δώσει έμφαση στον τίτλο. Μιας και το όνομα που σκέφτηκε ήταν λατινογενές, οραματίστηκε ότι στο Φουέγκο είχαν γεννηθεί και θαφτεί γενεές πειρατών. Σχημάτισε στο επάνω δεξί μέρος κάτι σαν πυξίδα.

Ο άντρας με την γαλάζια στολή, είχε αφοσιωθεί στο τσιγάρο του κι ένα ακόμη όχημα πέρασε με φόρα σκορπίζοντας τα λιγοστά φύλλα που είχε συγκεντρώσει σε ένα βουναλάκι. Εκείνος παρέμεινε ακίνητος σαν να του άρεσε που τα φύλλα μπορούσαν να επιλέξουν τη θέση τους ελεύθερα.

“Πόσα δέντρα, φύλλα, φυτά θα υπάρχουν στο νησί Φουέγκο;” σκέφτηκε εκείνη.

Άγγιξε με τον δεξί δείκτη της το κατώτατο σημείο του σχήματος και ακολούθησε το σημάδι του στυλό μέχρι που συνάντησε τον αντίχειρα του αριστερού χεριού της, τον οποίο είχε βάλει ως σημάδι εκκίνησης. Δίπλωσε το τραπεζομάντιλο βάση των αρχικών του τσακίσεων και τελείωσε την τελευταία γουλιά του καφέ της.

Το τσιγάρο δεν μύριζε πια, οπότε πήρε μία βαθιά ανάσα και πλησίασε τον άντρα με τη σκούπα, κρατώντας το σχέδιο στα χέρια της.

“Καλησπέρα”, του είπε.
Εκείνος δεν άκουσε ή ίσως απέφυγε ν’ ακούσει.
“Καλησπέρα και με συγχωρείς”.

Ο άντρας έστρεψε τον κορμό του προς τη μεριά της χωρίς να κάνει κάποιο βήμα.

“Γεια σου και σένα, χρειάζεσαι βοήθεια;”
Είχε ακούσει τον ήχο του μπαστουνιού της από όταν τον πλησίαζε.

“Ναι, χρειάζομαι τη ματιά σου σε ένα πρόχειρο σχέδιο”

Άνοιξε το ευτελές τραπεζομάντιλο και του το έδωσε, κρατώντας το από τις δύο οριζόντιες γωνίες του.

“Ποιο νησί θαρρείς πως είναι;”
“Δεν έχω πάει και σε πολλά.”
“Ναι, αλλά με κάποιο θα μοιάζει,.”
“Νομίζω πως μοιάζει με την Κούβα”, είπε ο άντρας για να της κάνει το χατίρι.
“Κούβα, ναι, το σκεφτόμουν και εγώ. Σε ευχαριστώ, εις το επανιδείν.”

Έκανε μεταστροφή κι αποχώρησε χαμογελώντας, ενώ το χαρτί του σχεδίου είχε παραμείνει στα χέρια του συνομιλητή της.

“Αντίο”, είπε ο άντρας ξαφνιασμένος.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και συμπλήρωσε στο χαρτί του εξιτηρίου: «Κούβα».

Τηλεφώνησε στη δικηγόρο της και κανόνισαν τα διαδικαστικά, τα πρακτικά και τα εισιτήρια της. Σ’ ένα μήνα θα ήταν εκεί.

Ο γιατρός της υπέγραψε και της ευχήθηκε καλό ταξίδι με μία δόση θαυμασμού για την απόφασή της. Δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος, ούτε κανείς άλλος, εάν θα τα κατάφερνε μέχρι το ταξίδι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ή ένα, δύο μήνες ακόμη, αλλά φρόντιζε πάντα να της μιλά ενθαρρυντικά. Έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του ένα πλαστικό κουτί από εκείνα που τοποθετούνται τα χάπια ημέρας-νύχτας και της το έδωσε άδειο.

“Στείλε μου το πίσω με άμμο από την ωραιότερη παραλία της Κούβας”, είπε με γρέζι στη φωνή.
“Σε ευχαριστώ για όλα γιατρέ, θα το φροντίσω”, απάντησε εκείνη. Το πρόσωπο της ήταν πάντα ήρεμο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Ιωάννα Κοκολαντωνάκη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής