Τρεις μονόλογοι του φονιά

0
500

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Warhol-electric-chair-122222-1024x750.jpg1) εσωτερικός μονόλογος

Δεν είναι ότι φοβάμαι να πεθάνω όχι δεν με νοιάζει και τόσο πολύ αυτό ο θάνατος δεν με νοιάζει ο θάνατος με νοιάζει που δεν θα ζω αυτό με νοιάζει με νοιάζει που δεν είμαι δεν θα είμαι κάτι
θα ξημερώσει όπου να ‘ναι θα ξημερώσει και πλησιάζει η ώρα πια το φαγητό δεν το φαγα ήταν αηδία τους είπα να φέρουν μελιτζάνες με σάλτσα τ’ αγαπημένο μου τους είπα γιατί είναι το τελευταίο που θα φάω τους ζήτησα μελιτζάνες αλλά να είναι τηγανιτές σε μπόλικο λάδι και μετά από πάνω η σάλτσα έτσι γίνονται κι αυτοί έφεραν ένα σίχαμα κάτι άθλια πράγματα βρασμένα σε σάλτσα μέσα σαν τα αποφάγια του γουρουνιού του αηδία δεν τα τρώω κι ας είναι τα τελευταία αλλά λίγο μπορεί να φάω γιατί δεν θα φάω πάλι δεν θα ξαναφάω γιατί να το κάνω δεν έφταιγα ούτε τα κορίτσια γιατί να
ακούστηκαν έρχονται έρχονται ξημέρωσε; έρχονται θεέ μου δεν είμαι έτοιμος δεν πρόλαβα να φάω δεν είμαι έτοιμος δεν ήθελα να το κάνω θεέ μου συγχώρεσε με δεν ήθελα έρχονται γιατί γιατί γιατί να είμαι έτσι γιατί να είναι έτσι οι άλλοι γιατί να είμαι γιατί
κουραστηκα καλύτερα να τελειώνει κουράστηκα

~~{}~~

2) θεατρικός μονόλογος

Η αλήθεια είναι ότι… δεν φοβάμαι τον θάνατο. Δεν το λέω για να παινευτώ για κάτι ή να το παίξω θαρραλέος κι έτσι. Το αντίθετο! Φοβάμαι, τρέμω. Φοβάμαι που δεν θα ζω. Παράξενο ακούγεται; Δεν είναι.

Γιατί μ’ αρέσει η ζωή. Είναι όμορφη η ζωή, δεν είναι;

Λένε ότι δεν πρέπει να μας φοβίζει ο θάνατος, γιατί όταν είμαστε νεκροί δεν νιώθουμε τίποτα και λοιπά και λοιπά. Μα, αυτό είναι το πιο τρομακτικό: Δεν. Θα. Νιώθω. Τίποτα.
Αυτό είναι το πρόβλημα. Τίποτα!

Κοιτάζω το φαγητό που μου φέρανε, το Τελευταίο Δείπνο κι έτσι. Υποτίθεται ότι θα μου έφερναν να φάω ό,τι θέλω. Το σκέφτηκα να τους πω κάτι τελείως οτινάναι, ρίζες μπαομπάπ, αυτιά ιαγουάρου κι έτσι.

Αλλά τους ζήτησα μελιτζάνες με σάλτσα ντομάτας. Μου έφεραν κάτι αηδίες, βραστές μελιτζάνες. Τους είπα τη συνταγή, πώς έπρεπε να τις κάνουν, κανονικά, τα πάντα. Πρώτα τις τηγανίζεις. Μετά ρίχνεις τη σάλτσα. Μου είπε ότι την επόμενη φορά θα μ’ άφηνε να τις φτιάξω μόνος μου. Κι έφυγε γελώντας.

…Δεν θα υπάρξει επόμενη φορά για τίποτα…
Ο Ψηλός ήταν. Μαλάκας και ψηλός.

Τις έφαγα, όσες μπορούσα. Χάλια ήταν, αλλά δεν θα ξαναφάω, οπότε…
Εκτός κι αν έχει μετά πιλάφια και ποταμούς από κρασί και μελιτζάνες και ρίζες μπαομπαπ κι ό,τι τραβάει η ψυχή μας όταν… Αυτά τα λέγανε για τον παράδεισο μάλλον. Στην κόλαση τι θα ‘χει; Μελιτζάνες βραστές κι έτσι.

Ακούω βήματα. Έρχονται. Επίτηδες πηγαίνουν έτσι, αργά. Για να με βασανίσουν περισσότερο. Καθίκια!

Τους είπα ότι δεν ήθελα παπά, τι να τον κάνω τον παπά; Τώρα νομίζω ότι θα ήθελα. Δεν έχω να χάσω τίποτα. Μπορεί να… Δεν είμαι κακός άνθρωπος, δεν είμαι. Υπάρχουν άλλοι πολλοί που ‘ναι χειρότεροι από μένα. Εγώ έκανα μόνο αυτό που έκανα. Φταίω το ξέρω, φταίω, δεν μπορώ να το βγάλω απ’ το μυαλό μου, φταίω.

Ανοίγουν. Προλαβαίνω να ζητήσω συγχώρεση; Μπορεί να μ’ αφήσουν μια στιγμή να προσευχηθώ. Αλλά πάλι… Δε γαμιέται;

~~{}~~

3) αφηγηματικός μονόλογος

Είχα διαβάσει κάπου ένα στίχο του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ. Έλεγε: “Αφού αγάπησα τη ζωή, το ξέρω, θ’ αγαπήσω και το θάνατο.”

Ωραίος στίχος, αλλά δεν νομίζω ότι ισχύει. Δεν νομίζω ότι ο ποιητής είχε βρεθεί ποτέ στην πτέρυγα των μελλοθάνατων. Δεν νομίζω ότι θα έγραφε κάτι τέτοιο αν είχε λίγες ώρες πριν τον εκτελέσουν.

Είναι εύκολο να μιλάς για την αγάπη-του-θανάτου, κύριε Ταγκόρ, όταν αγναντεύεις το Νεπάλ και καπνίζεις το τσιγαράκι σου. Κι εγώ το έκανα κάποτε -δεν ήταν το Νεπάλ, Χαλκιδική ήμουν, αλλά η ιδέα είναι ίδια.

Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο είναι να ξέρει ακριβώς πότε θα πεθάνει. Και δεν εννοώ να ξέρει ότι θα πεθάνει όταν γίνει ογδόντα πέντε χρονών και να είναι τριάντα, οπότε να έχει πενήντα πέντα χρόνια να ετοιμαστεί.

Όχι, είναι τόσο διαφορετικό, τόσο πιεστικό να σου λένε: “Καταδικάζεσαι σε εκτέλεση”. Και να ξέρεις ότι σ’ ένα χρόνο θα πεθάνεις.

Ο χρόνος πέρασε τόσο γρήγορα. Σε λίγο ξημερώνει. Ούτε που το κατάλαβα πώς πέρασε. Στην τράπεζα ήμουν δέκα χρόνια και μου φάνηκε σαν αιώνας.

Νομίζω ότι απέτυχα στη ζωή επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω τους ανθρώπους. Κι εκείνοι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί μου.

Όλη μου η ζωή ήταν σαν αυτές τις μελιτζάνες που μου έφεραν.
Ζητούσα έντεχνη μουσική, μου έπαιζαν Στέλιο Ρόκκο.
Ζητούσα ένα δωμάτιο κοντά στην παραλία, μου έδιναν ένα λίγο πιο κάτω απ’ το Νεπάλ.
Ζητούσα τοπ μόντελ, μου έφερναν τις τελευταίες στον κατάλογο.

Ο κόσμος δεν μπορούσε να με καταλάβει. Δεν έφταιγαν τα κορίτσια. Τη δουλειά τους έκαναν αυτές. Αλλά ήταν σαν το τσίζμπεργκερ του φασφουντάδικου.

Στη φωτογραφία σου δείχνουν ένα ζουμερό τσίζμπεργκερ, με αφράτο φρέσκο ψωμάκι, με δυο μεγάλα μπιφτέκια, με μαρουλάκια, ντομάτες, πίκλες κι άλλα αξεσουάρ.

Το βλέπεις και ξελιγώνεσαι. Παραγγέλνεις δύο και σου τρέχουν τα σάλια σαν τον σκύλο του Παυλόφ. Κι αντί για τηγανισμένη μελιτζάνα με φρέσκια σάλτσα ντομάτας σου φέρνουν κομμάτια μελιτζάνας βρασμένα σε πουμαρό.

Δεν έφταιγαν τα κορίτσια, τη δουλειά τους έκαναν αυτές, αλλά σαν είδα τι με σέρβιραν δεν άντεξα. Δεν το μπορώ το ψέμα. Δεν μπορώ την κοροϊδία. Δεν έφταιγαν τα κορίτσια. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να το πάρω πίσω. Οι μελιτζάνες σερβιρίστηκαν.

Κι ύστερα έρχεται η ώρα του λογαριασμού.
“Τι χρωστάω;”
“Τη ζωή σας.”

Δεν είναι αστείο, το ξέρω, αλλά πώς να κάνεις αστεία τώρα; Τι να πω; Πήρε να ξημερώνει. Το κατάλαβα απ’ τους ήχους και τις μυρωδιές. Τα φώτα δεν τ’ ανοίγουν ακόμα.

Έρχονται οι φύλακες για την πρωινή βάρδια. Μυρίζει και το φαγητό που κουβαλάνε. Ο Θωμάς φέρνει καλαμποκόψωμο που φτιάχνει η γυναίκα του. Ο Ψηλός φέρνει σάντουιτς με τόνο.

Αλλά πιο πολύ μ’ αρέσει ο Μικρός. Δεν φέρνει φαγητό, όλο λέει ότι το ξέχασε. Μπορεί, καθόλου απίθανο, είναι τέτοιος τύπος, ακριβώς το αντίθετο από μένα. Εγώ δεν ξεχνάω.

Ο Μικρός κουβαλάει μυρωδιά από γυναίκα. Γαμιούνται ως το πρωί με τη δικιά του, νιόπαντροι είναι. Μετά κοιμούνται αγκαλιά. Ο Μικρός ξυπνάει καθυστερημένα. Εγώ ποτέ δεν αργούσα να ξυπνήσω. Δεν κάνει ντους, δεν προλαβαίνει. Εγώ πάντα, μα πάντα έκανα. Έρχεται εδώ και μυρίζει μουνί και γιασεμί. Τέτοιο άρωμα βάζει η γυναικούλα του.

Έρχονται. Κι οι τρεις είναι. Ο Θωμάς είναι ο αρχηγός. Θα προτιμούσα τον Μικρό. Η πόρτα θ’ ανοίξει, θα μου πουν δυο μαλακίες.
“Ξέρεις, μπλα μπλα, είναι η ποινή, μπλα μπλα, πρέπει να έρθεις ήσυχα, μπλα μπλα, νιώθεις καλά;”

Θα προτιμούσα να συμβεί χωρίς να το καταλάβω. Τα γουρούνια τα σκοτώνουν απροειδοποίητα, για να μην αγχώνονται και χαλάει το κρέας τους. Είχα δει ένα ντοκιμαντέρ. Τους ρίχνουν μια στο μέτωπο με το πιστόλι, ξαφνικά.

Εμάς γιατί δεν μας σκοτώνουν με τον ίδιο τρόπο; Στον ύπνο μας, όταν δεν το περιμένουμε. Να πέσω για ύπνο και να ρίξουν ένα αέριο κι εκεί πάνω που θα βλέπω ένα όνειρο με τηγανιτές μελιτζάνες να πεθάνω.

Δολοφόνος είμαι, το ξέρω, αλλά είμαι χειρότερος από γουρούνι;

Έφτασαν. Ψάχνουν το κλειδί. Να προσευχηθώ; Δεν πιστεύω στον θεό. Αλλά φοβάμαι. Σε ποιον να προσευχηθώ; Ποιον να φωνάξω;

Μάνα δεν είχα. Θα μπορούσα να μιλήσω σ’ εκείνη, αλλά δεν τη θυμάμαι. Για τον μαλάκα τον πατέρα μου τι να πω; Θα μπορούσα να προσευχηθώ στη γιαγιά μου, την Πόπη.

Πού ξέρεις; Μπορεί να με περιμένει. Και να μου φτιάξει μελιτζάνες κοκκινιστές της προκοπής. Μπορεί να βρω και τα κορίτσια που σκότωσα. Να κάτσουμε να φάμε όλοι μαζί. Κι ο πατέρας μου, δεν πειράζει. Κι η μάνα μου, ίσως να τη δω κι εκείνη. Πώς να είναι άραγε;

Πού ξέρεις; Μπορεί η Κόλαση να είναι εδώ. Και μετά… Μετά να καθόμαστε όλοι στο μεγάλο τραπέζι και να τρώμε μελιτζάνες με φρέσκια ντομάτα, να κάνουμε σεξ με γιασεμιά, ν’ ακούμε την Αρλέτα να παίζει κιθάρα, και να είναι το δωμάτιο μας πάνω στην παραλία, μπροστά στην πιο όμορφη θάλασσα που έχεις δει ποτέ.

Άντε, μπείτε. Πάμε. Βαρέθηκα να ζω μες στο κελί.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε ο υποφαινόμενος Γελωτοποιός, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής. Διδάσκω αεί διδασκόμενος.

Ο πίνακας είναι του Άντι Γουόρχολ