Ο εσπερινός της αγάπης

0
510

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι oop.jpgΣτην καταστροφή της Σμύρνης, βρέθηκα με τους γονιούς μου στο λιμάνι, στην Πούντα. Μέσ’ απ’ τα χέρια τους με πήρανε. Κι έμεινα στην Τουρκία αιχμάλωτος.

Ήμουν μόνος, νύσταζα και δεν έβλεπα τίποτα. Δεν ήξερα κανέναν. Στην αρχή τι θα συμβεί φοβόμουν. Ήταν άγριοι, να μην κουνηθούμε μας έλεγαν γιατί θα μας σκοτώσουν. Και τότε ήταν που ήθελα να στριφογυρνώ παντού σαν δερβίσης, μα δεν το έκανα. Μόνο μετά όταν ήμασταν μόνοι, και ξεκινούσα για κάπου, πήγαινα μια μπροστά και μετά γρήγορα πίσω. Και άλλες φορές αριστερά και αμέσως δεξιά, δεξιά και αριστερά και έμενα εκεί που βρισκόμουν.

Κούρνιαζα το βράδυ κάτω από το παλτό και τότε όλοι οι εφιάλτες έφευγαν. Την μάνα μου με την σκέψη μου καλούσα. Είναι όμορφη, ψιλή, αέρινη. Μου χαμογελάει και έρχεται κοντά μου. Γιατί με αφήσατε να χαθώ, την ρωτάω. Είναι ήρεμη και χαρούμενη. Ζήτα μου ότι θέλεις, μου λέει. Τρέχω να κρυφτώ στην αγκαλιά της. Νιώθω ζεστασιά. Και μετά βλέπω τον πατέρα, του ζητούσα λεφτά, να τα δώσω, να αγοράσουν κατσίκες και καμήλες και εμάς να μας αφήσουν. Μου έδιναν δύναμη να αντέχω τις βρισιές και τους εξευτελισμούς. Έμενα όσο ήθελα εκεί και ηρεμούσα. Μετά τους αποχαιρετούσα και τους έβλεπα να φεύγουν αγκαλιασμένοι.

Τα παιδιά όλα εκεί, τι να πουν και τι να κάνουν. Το ένα, όταν μας φώναζαν αλλά και όταν κοιμόταν, κατουριόταν. Και μετά έκλαιγε. Εμείς του λέγαμε αστεία και κάναμε γκριμάτσες και μέσα από τα δάκρυά του γελούσε. Όλοι κλαίγαμε. Σαν κορίτσια κάναμε, μα εκεί δεν υπήρχαν κορίτσια και για πρώτη φορά μας λείπανε.

Μια μέρα ο Σωτήρης, μου είπε πως μας φώναζαν να βγούμε στην αυλή, σε λίγο θα φεύγαμε από αυτό το μέρος. Μου είπε να πάρω τα πράγματά μου γιατί δεν θα ξαναγυρνούσαμε εκεί. Ο Σωτήρης ήταν και αυτός 9-10 χρονών, και όλο χαμογελούσε. Με άγγελο έμοιαζε. Μόνο τα βράδια ούρλιαζε βοήθεια. Μα το πρωί δεν θυμόταν τίποτα και εμείς δεν του λέγαμε.

Μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου, και τις ζωγραφιές μου. Έφτιαξα πολλές 10 μέρες που ήμασταν εκεί. Βρήκα χαρτιά σε αυτό το εγκαταλελειμμένο σχολείο και όταν πονούσα ζωγράφιζα με μπογιές, κραγιόνια και κιμωλίες. Δεν θέλω να μείνουν πίσω. Ο Σωτήρης έλεγε ότι ήρθε η ώρα, αλλά εγώ ήμουν καλά εκεί. Πού θα μας πήγαιναν; Και τα πράγματά μου ήταν πολλά. Θύμωσα με τον φίλο μου γιατί δεν με βοηθούσε να τα κουβαλήσω.

Δεν ήθελα τίποτα να προλάβω, μόνο να τρέξω μακριά. Μαζί με τον Σωτήρη. Εκεί σαν ζώα του κήπου μας είχανε μας πήγαιναν με χαλκάδες αόρατους από εδώ εκεί. Φύγε, κάτι μου έλεγε και ας σε σκοτώσουν. Πήρα τα μολύβια μου στις παραφουσκωμένες τσέπες μου, τις ζωγραφιές μου στην αριστερή μασχάλη, έκανα την προσευχή μου και πήγαινα στην μάνα μου. Ο Σωτήρης μου φώναξε να πάρω την τραγιάσκα μου, σαν να κατάλαβε, του έκλεισα το μάτι και χάθηκα στα βάθη της Ανατολής. Ήξερα πως και εκείνος κάπου τρέχει, στον ίδιο όμορφο τόπο. Ήμασταν πουλιά που πετούσαν. Τόσο εύκολη ήταν η ελευθερία και τόσο απλή;

Μου άρεσε που δεν φοβόμουν. Και η καρδιά μου όπως πριν άνοιγε και ήταν άνετη. Ήξερα πού ήμουν, πως ήμουν ακόμη εκεί, αλλά στον κόσμο των αιχμαλώτων δεν άνηκα πια. Ποτέ του κόσμου αυτού δεν ήμουν, μα το λησμόνησα. Από αγάπη, για τους γονιούς μου και για τους εχθρούς μπορούσα να πεθάνω.

Ξεκίνησα με τους φίλους μου. Τους βοηθούσα, όταν αρρώσταιναν, μουρμούριζα μελωδίες και τους μικρότερους τους βοηθούσα να γράψουν δήθεν γράμματα στους δικούς τους. Στον Σωτήρη είπα για την αρχή, που ένοιωθα τους γονιούς μου πριν κοιμηθώ και από τότε εκείνος δεν φώναξε ξανά στον ύπνο του. Πάντα βρίσκαμε τρόπο κρυφά και κάναμε τα γενέθλια μας, τραγουδούσαμε και χορεύαμε. Τους δικούς μας χορούς. Όταν έβρεχε, και γεμίζαμε νερά, αγκαλιαζόμασταν. Όταν κάποιος δεν άντεχε και μας αποχαιρετούσε, κλαίγαμε. Ξέραμε όμως ότι ο παράδεισος έχει γεμίσει όμορφα παιδιά και δυνατές ψυχές. Ή άλλη φορά λέγαμε, ότι δεν τους βλέπουμε γιατί είναι παντού, όπως τα αστέρια.

Έτσι τελείωσε ο πόλεμος για εμένα και η αιχμαλωσία. Και αυτός είναι ένας τρόπος που έχω για να σας το πω. Μετά ήρθαν χαρές και λύπες πολλές στη ζωή και όλες πέρασαν. Η δύναμη και η συγχώρεση μας έμαθαν να συμπονούμε.

Ο εσπερινός της αγάπης, Απόδοση του Ευαγγελίου:

Κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας ἐκείνης,
τῆς πρώτης ἑβδομάδος,
καὶ ἐνῷ οἱ πόρτες ἦσαν κλειστές,
ἐκεῖ ποὺ ἦσαν συγκεντρωμένοι οἱ μαθηταί,
διότι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους,
ἦλθε ὁ Ἰησοῦς
καὶ στάθηκε εἰς τὸ μέσον καὶ τοὺς λέγει,
«Εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας».
Ὅταν εἶπε αὐτό, τοὺς ἔδειξε τὰ χέρια του
καὶ τὴν πλευράν του.
Οἱ μαθηταὶ ἐχάρησαν διότι εἶδαν τὸν Κύριον.
Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε πάλι,
«Εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας.
Καθὼς ἔστειλε ἐμὲ ὁ Πατέρας
καὶ ἐγὼ στέλλω ἐσᾶς».
ὅταν εἶπε αὐτὸ ἐφύσησε εἰς τὸ πρόσωπον καὶ τοὺς λέγει,
«Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον,
ἐὰν κάποιων συγχωρήσετε τὶς ἁμαρτίες νὰ εἶναι συγχωρημένες,
ἂν κανενὸς δὲν τὶς συγχωρήσετε, θὰ μείνουν ἀσυγχώρητες».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Δήμητρα Μαριόλη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.
Η πρώτη παράγραφος είναι του Στρατή Δούκα.