Κάπου μεταξύ θάλασσας και ουρανού

0
542

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι xiona_3983-thumb-large.jpgΗ ταβέρνα Νόστος ήταν στη Χώρα, από τα πρώτα μαγαζιά που έβλεπες στο λιμάνι. Ξεχώριζε από τα κίτρινα και γαλάζια φαναράκια που εναλλάσσονταν γύρω από την πινακίδα και τη μυρωδιά από τηγανητό μύδι που άρχιζε από νωρίς το απόγευμα. Αναλόγως τον αέρα μύριζαν τα πορτοκάλια και οι μανταρινιές από τα οικόπεδα στο λόφο. Σε λίγους μήνες θα άρχιζαν τα πανηγύρια και σε κάθε γωνιά της Χώρας θα πουλούσαν μανταρινάδα και γλυκό του κουταλιού λεμόνι.

Ο Στέφανος, ο ταβερνιάρης έστρωνε τα τραπέζια από νωρίς και μετά κλεινόταν στην κουζίνα. Όταν μαγείρευε φορούσε κόκκινη ποδιά και άκουγε πάντα Μάρκο γιατί εμπνεόταν όπως έλεγε και τηγάνιζε τις γλώσσες με μεγαλύτερη μαεστρία.

Ήταν Πέμπτη και οι ψαράδες πήγαιναν κατά τις οκτώ να πουλήσουν και μετά να πιούνε το καθιερωμένο τσίπουρο.

******

Το μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου λίγο πάνω από το Νόστο ήταν μικρό αλλά σε αποζημίωνε η θέα. Τα παράθυρα ήταν σχεδόν μόνιμα ανοιχτά και οι κουρτίνες πηγαινοέρχονταν μέσα έξω. Εκτός από τα μεσημέρια που συνήθως είχε άπνοια. Ο άντρας ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι. Κουτιά μπύρας ήταν πεταμένα στο πάτωμα δίπλα σε μια ανοιχτή βαλίτσα. Μέσα ήταν πεταμένα ρούχα και φωτογραφίες. Μία από αυτές έδειχνε μια νεαρή κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά. Τα μάτια της ήταν πράσινα. Φορούσε γαλάζιο φόρεμα και κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά. Η ημερομηνία ήταν γραμμένη στο πλάι με μαύρα γράμματα – Ιούλιος, 1960.

*******

Ο Θεόφιλος καθόταν στο τραπέζι πλάι στα βασιλικά και κάθε τόσο κουνούσε τα φύλλα. Έφερε τα χέρια στο πρόσωπο και ανάσαινε βαθιά. Άντρας ψηλός, επιβλητικός. Γεροντοπαλίκαρο από επιλογή και οι κατακτήσεις ποτέ δεν του έλειψαν. Είχε βουίξει ο τόπος όταν ξελόγιασε όπως λέγανε την κόρη ενός εμπόρου στον Πειραιά. Τελικά την παράτησε, τον παράτησε; Ποτέ δεν μάθανε στο νησί.

Ο ήλιος έδυε και ο ουρανός είχε αλλού κόκκινες κι αλλού πορτοκαλί πινελιές. Η ζέστη της ημέρας έπεσε και σιγά σιγά ο κόσμος εμφανίστηκε στην παραλία. Ζευγάρια, οικογένειες με καρότσια και πιτσιρίκια με ποδήλατα. Τα βασιλικά μοσχοβολούσαν δίπλα του. Τότε είδε το Σωτήρη να έρχεται.

‘Καλώς τον Σωτήρη. Έλα κάτσε.’

Γεια σου, φίλε μου, πώς πήγατε σήμερα;’

Δε βαριέσαι. Η θάλασσα είναι μια τυράννια, αλλά έλα που δε μπορώ αν ζήσω χωρίς αυτήν. Τέλος πάντων, ας μην παραπονιέμαι. Έφερα μουρμούρια και ετοιμάζονται.’

Ωραία, δε σε βλέπω από την πείνα. Βάλε να πιούμε κι έχω να σου πω’, είπε ο Σωτήρης.

Τι; Θα μείνεις στο νησί; Βρήκες σπίτι;’

Κάτι βρήκα. Και ρώτησα και για δουλειά. Κάτω στο συνεργείο του Κυριάκου.’

Α ναι, μια χαρά. Άντε βρε παιδί μου, σπαράζει η καρδιά μου να σε βλέπω σ’ αυτό το ξενοδοχείο δυο μήνες τώρα.’

Ο κόσμος μαζεύτηκε στο μαγαζί. Ήχοι από μαχαιροπίρουνα, ομιλίες και γέλια ήταν μπλεγμένα σαν κουβάρι. Η Μαρία που είχε το ξενοδοχείο πιο πάνω μπήκε με την κόρη της στην ταβέρνα. Βγήκαν μετά από λίγο με σακκούλες στα χέρια. Καλησπέρισαν και στάθηκαν λίγο παραπάνω από το φυσιολογικό.

Σωτήρη, ακόμη δεν μας ήρθες και καις καρδιές’.

Τι λες μωρέ, για την Μαρία;’

Ποιά Μαρία, μωρέ, την κόρη της λέω.’

Αδερφέ, δεν είμαι εγώ για τέτοια.’

Τι λες βρε, παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά. Ξέρεις τι λένε: Ή μικρός μικρός παντρέψου… Είναι καλό το κορίτσι το ξέρω.’

Ωραία μας τα λες, του λόγου σου όμως σαραντάρισες κι ακόμη μόνος είσαι απ’ ότι ξέρω. Δεν είχες κανένα τυχερό;’

Άσε με εμένα και βάλε να πιούμε.’, είπε ο Θεόφιλος και παρήγγειλε άλλο ένα τσίπουρο.

*******

Οι ώρες πέρασαν, τα φαγητά τελείωσαν και έμεινε μόνο το αλκοόλ να ζεσταίνει τις καρδιές. Μέσα στον καπνό και μετά από γερή δόση τσίπουρου ο Θεόφιλος άρχισε σιγοτραγουδάει.

Ήταν λέει ένας ναύτης που ταξίδευε και μια όμορφη κοπέλα τον περίμενε. Δώσαν όρκο να παντρευτούν αλλά δεν πρόλαβαν. Ο ναύτης χάθηκε στα κύματα. Η κοπέλα απ’τον καημό της έπεσε στα βράχια και την πήρε το κύμα. Και ζήσαν για πάντα μαζί. Τα μάτια του Θεόφιλου γυάλισαν.

Πιες ρε Θεόφιλε, σαν να το ‘χεις ζήσει κάνεις.’

Πού ξέρεις μπορεί και να το έζησα. Καμιά φορά νιώθω κι εγώ νεκρός. Αλλά.. Δεν ήθελα να γίνει έτσι. Έφταιξα το ξέρω αλλά όχι έτσι.’

Πώς τη λέγανε;’

Έχει σημασία; Ό,τι έγινε, τελείωσε και δε μπορώ να το διορθώσω. Ήταν αργά, όταν… όταν το έμαθα… Δεν…Γαμώτο!’, είπε και έκρυψε το πρόσωπό του με το χέρι του.

Πώς τη λέγανε;’ επέμεινε ο Σωτήρης

Βασιλική.’

Και τι απέγινε; Πιες να χαλαρώσεις. Και μου λες.’

Είναι στιγμές που σκέφτομαι τα όμορφα καστανά μαλλιά της. Είχε υπέροχα πράσινα μάτια.’

Ξαφνικά ο Σωτήρης σηκώθηκε και του είπε ‘Θα σε πάω σπίτι σου’.

Περπάτησαν αγκαλιά στα στενά σοκάκια, σαν φίλοι που είχαν χρόνια να βρεθούν. Ο Θεόφιλος παραπατούσε. Στρίψανε σε ένα δρόμο που ήταν αδιέξοδος. Τότε ο Σωτήρης τον ακούμπησε στον τοίχο.

Για πες λοιπόν γι’αυτήν τη Βασιλική ρε Θεόφιλε, μήπως ήταν από τον Πειραιά;’

Πού το ξέρεις εσύ;’

Καθίκι’, του απάντησε ο Σωτήρης και έβγαλε το μαχαίρι. ‘Ξέρεις πόσα χρόνια περίμενα αυτή τη στιγμή; Ήταν έγκυος στο παιδί σου ρε καθίκι΄.

Μια μαχαιριά λίγο κάτω απ’ την καρδιά ήταν αρκετή. Ο Θεόφιλος σωριάστηκε. Εκείνη την ώρα τα φαναράκια του Νόστου σβήνανε και τα νυχτολούλουδα μύριζαν σ’ όλη τη Χώρα.

*******

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 1960

Αγαπημένε μου Θεόφιλε, σου γράφω τώρα που σ’ αγαπώ. Πριν μια ώρα το γράμμα μου θα άρχιζε τελείως διαφορετικά. Αλλά πώς να βάλω την απόγνωση στο χαρτί; Από τη μέρα που θα ερχόσουν στο σπίτι η μάνα μου κλαίει και ο πατέρας μου βρίζει. Εγώ τριγυρνάω εδώ μέσα και προσπαθώ να καταλάβω αν αυτό που ζω είναι αλήθεια. Έχω πάψει πια να σε περιμένω. Είναι ώρες που σε δικαιολογώ, όταν σκέφτομαι τη ζωή που έχεις και που σε κάνει ευτυχισμένο. Η θάλασσα, η μεγάλη σου αγάπη. Κάπως όμως σ’αυτήν χώρεσα εγώ. Έτσι δεν είναι; Ζήσαμε λίγους μήνες ελεύθεροι. Αλλά πόσο κρατάνε τα όμορφα όνειρα; Όσο χρειάζεται για να νιώσεις την ευτυχία. Γιατί όταν τελείωσε το όνειρο κατάλαβα ότι δεν είμαστε μόνοι. Πόσο άδικο να έχεις την υποχρέωσή μου μετά από τρεις μήνες ευτυχίας; Υποχρέωση και έρωτας γίνεται; Αν ήμουν μόνη μου κάπως θα μάζευα τα κομμάτια μου, όμως τώρα δεν είμαι πια. Αποφάσισα για μένα και δεν θα κάνω πίσω. Ο Σωτήρης ο αδερφός μου είναι πολύ ήσυχος. Φοβάμαι ότι θα σε ψάξει. Εγώ θα είμαι κοντά σου, κάπου μεταξύ θάλασσας και ουρανού.

Βασιλική

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Άννα Παπάζογλου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.