Ο Μαριούκλας

0
400

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι n.jpg

Ο Μαριούκλας είναι ένας άντρας γύρω στα 36, περίπου 1.74 στο ύψος, με μούσια που φυτρώνουν στο πρόσωπό του όπως τα χορτάρια σε έναν εγκαταλελειμμένο κήπο.

Πάνε αριστερά, πάνε δεξιά, κάποια είναι σγουρά, κάποια σπαστά, είναι πυκνά και μαύρα με κάποιες άσπρες τρίχες. Έτσι ακριβώς είναι και τα μαλλιά του αλλά και τα φρύδια του, όσο τους επιτρέπεται για να εξυπηρετήσουν το σκοπό τους.

Το δέρμα του είναι τραχύ και σπασμένο, πολύ περισσότερο από όσο των περαστικών συνομηλίκων του και η μύτη του είναι ανάλογα χοντρή με τα χαρακτηριστικά και τα δάχτυλά του κι έχει στρογγυλεμένες άκρες.

Μέσα σε όλο αυτό το φουρτουνιασμένο εκ πρώτης τοπίο, αυτό που ξεχωρίζει είναι τα ματιά του. Είμαι μεγάλα, λαμπερά, διαυγή, μπλε, αθώα, σκεπτικά και νωχελικά μαζί.

Τα χείλη του είναι συνήθως σφιγμένα αλλά θα ήταν πολύ ελκυστικά αν δεν ήταν τόσο βρώμικα.

Η κατατομή του σώματός του είναι τέτοια, που θα έλεγες ότι παλαιότερα μπορεί να ήταν ποδοσφαιριστής. Οι αναλογίες του σε όλες τις διαστάσεις δείχνουν ένα καλοσχηματισμένο σώμα, που κάποτε μπορεί να είχε και γυμνασμένους μυς, ακόμα και στην κοιλιά, που τώρα εξέχει δυσανάλογα σε σχέση με το στήθος του.

Τα νυχιά του είναι απεριποίητα και μαύρα, η μυρωδιά του αποπνικτική και η ανάσα του βρώμικη.

Το σώμα του περπατάει περήφανο αλλά οι ωμοί του μοιάζουν πάντα νικημένοι.

Κάποιες μέρες πονάει παντού, κάποιες άλλες πουθενά, κάποιες μέρες σκέφτεται συνέχεια, κάποιες άλλες καθόλου.

Είναι εκείνος ο άστεγος που βρέθηκε ξαφνικά στη γειτονιά και έμεινε. Αναρωτιέσαι από πού ήρθε και γιατί διάλεξε να μείνει εδώ.

Κανένας δεν τον φοβόταν πριν ξεσπάσει η πανδημία.

___

Ο Μαριούκλας μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη με τους γονείς του. Είχε και έναν αδερφό, 20 χρόνια μεγαλύτερό του, που τον έβλεπε σπάνια καθώς μεγάλωνε. Όταν γεννήθηκε εκείνος, ο αδερφός του είχε φύγει ήδη από το σπίτι και σπούδαζε στην Αθήνα, αργότερα έφυγε για την Αγγλία. Ο πατέρας του ήταν ευυπόληπτος στρατιωτικός και η μητέρα του ήταν μια πειθήνια νοικοκυρά χωρίς γνώμη. Όταν παντρευτήκαν οι δικοί του, ο γάμος τους έτυχε μεγάλης αποδοχής από τη θρακιώτικη κοινωνία, εκείνος άξιος αξιωματικός εκ Θεσσαλονίκης με λαμπρό μέλλον κι εκείνη ντόπια μεσοαστή ομορφοκυρά, που ήξερε να μαγειρεύει, να μαντάρει και να στολίζεται όπως πρέπει, ώστε να ταιριάζει στας δεξιώσεις και τας συνευρέσεις.

Μαζί της μεγάλωσε ο Μαριούκλας γιατί ο πατέρας ταξίδευε την Ελλάδα σε αποστολές, κι όταν ο Μαριούκλας έφτασε τα 13, εκείνος αποφάσισε να χωρίσει τη γυναίκα του για να κάνει επιτελούς τη ζωή του. Άρτι συνταξιοδοτηθείς, λάτρης του ποδόγυρου και του τζόγου, αποφάσισε να νικήσει την κρίση ηλικίας πριν τον νικήσει αυτή κι εξαφανίστηκε δια παντός.

Κι έτσι ο Μαριούκλας έμεινε στην εφηβεία με τη βασίλισσα του βωβού πόνου, του θιγμένου εγωισμού και της νοσταλγίας των περασμένων μεγαλείων. Η μητέρα του δεν είχε γνώμη για τίποτα, ούτε για τα δημόσια, ούτε για τα ιδιωτικά. Ο ίδιος έκανε ό, τι μπορούσε για να μη γίνει ούτε θλιβερός μίζερος ούτε θλιβερός μπον βιβέρ.

Μπήκε από μικρός στις μόδες των φευγάτων, αλλά πάντα με ένα φιλοσοφημένο στυλ. Ήπιε και κάπνισε ναρκωτικά αλλά πάντα είχε να σου πει και έναν λόγο γιατί, έσπασε καρέκλες στα γήπεδα, οργισμένο νιάτο γαρ, πήγε και στο μπουρδέλο γιατί πήγε και η παρέα αλλά δεν της επέτρεπε να βρίζουν την κοπέλα.

Γενικά από τα 13 και μετά, έπεσε θύμα της παντελούς έλλειψης ορίων αλλά και προτύπων. Δεν ήξερε τι να μισήσει και τι να θαυμάσει.

Κατέβηκε και αυτός στην Αθήνα φυσικά και συμμετείχε σε κάθε λογής δωρεάν δραστηριότητες με φτηνή μπύρα και ακριβά λόγια, κι έτσι μορφώθηκε.

Μέτα από έναν κυκεώνα συναναστροφών και εμπειριών, αποφάσισε ότι η αναρχία του πάει περισσότερο από όλες και ότι η δουλειά είναι δουλεία.

Έτσι πέρασαν αρκετά χρόνια, αλλά όλα αυτά που με πάθος πίστεψε στο τέλος του φάνηκαν λίγα και υποκριτικά.

Μέχρι τότε, όλοι οι καυγάδες με τον οικογενειάρχη φιλελεύθερο αδερφό του (μακρόθεν) είχαν ήδη πάψει και οι τύψεις του για τη μόνη, καρκινοπαθή και λιποβαρή μητέρα του που ‘χε φεσώσει πλέον όλη την πόλη, τού είχαν φύγει. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον, γιατί κάπου μέσα στο χάος που επικρατούσε στο μυαλό του, τού φάνηκε κάποια στιγμή ότι την αγαπούσε πολύ και με πάθος.

___

Ο Μαριούκλας πλέον είναι άφοβος, άκακος, ανέραστος και ανεξήγητος, για όλους αλλά και για τον εαυτό του. Στο κεφάλι του βρίσκεται ένας μόνιμος κυκλώνας, σκέφτεται θεωρίες, σκέφτεται συνομωσίες, μετά τις αρνείται και μετά πιάνεται από ένα «αλλά» για να τις πιάσει ξανά.

Κάποιες φόρες σκέφτεται τι να κάνει η μάνα του και ο αδερφός του, τι να κάνει εκείνη η ανυπότακτη η Ηλιάνα, που είχανε περάσει ένα θυελλώδη έρωτα μαζί, τι να κάνει ο Κωστής που τον φώναζε «αδερφό». Και μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, νομίζει ότι όλοι αυτοί είναι φαντάσματα και ότι δεν υπήρξαν ποτέ. Όπως δεν υπάρχουν και εξωγήινοι ή μήπως υπάρχουν;

Τις περισσότερες φόρες όμως απλά κοιτάει τους περαστικούς. Χαζεύει με τις ώρες τους νοικοκυραίους να κάνουν τα ψώνια τους, να μιλούν στο κινητό τους και να πλένουν τα αυτοκίνητά τους. Αυτό που πάντα τού κάνει εντύπωση είναι ότι όλοι περπατούν σαν να έχουν ένα σκοπό και σα να πηγαίνουν κάπου. Αυτό, με τίποτα δε μπορεί να το συνηθίσει.

Το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του είναι η στάση του μέσα στο χώρο. Ο Μαριούκλας, είτε είναι όρθιος, είτε είναι χυμένος σε κάθε τύπου σκαλοπάτια, έχει πάντα τα δυο δάχτυλά του στο πηγούνι, ο αντίχειρας δεξιά, ο δείκτης αριστερά, σαν σκεπτόμενος σκηνοθέτης.

Είναι πάντα σαν να επεξεργάζεται, είτε εσένα είτε το νόημα της ζωής ή ποιος ξέρει τι άλλο. Αυτό είναι το σήμα κατατεθέν του. Αυτό και η κόκα κόλα.

___

Κυκλοφορεί σχεδόν μονίμως με ένα μπουκάλι κόκα κόλα, όλα τα μαγαζιά πουλάνε κόκα κόλα και όλα του δίνουν άμα ζητάει. Είτε είναι βράδυ είτε χάραμα, ο Μαριούκλας είναι αγκαλιά με μια κόκα κόλα. Μερικές φόρες τον βλέπεις να τρώει επίσης, σχεδόν πάντα όρθιος: κρουασάν, σουβλάκια, τυρόπιτες, ό, τι έτοιμο μπορεί να πάρει από τα μαγαζιά της Δάφνης, στην οποία οριοθετείται.

Κοιμάται πάντα σε γωνίες, η αγαπημένη του είναι αυτή που έχει από πάνω του ένα γκράφιτι που δείχνει δυο μικρά μαυράκια, το ένα μπροστά κλαίει και σκουπίζει το ένα του μάτι με την ανάποδη παλάμη του και το άλλο από πίσω ακριβώς λίγο ψηλότερο, απλά σε κοιτάει με το χέρι του ακουμπισμένο στον ωμό του μπροστινού. Και φαίνονται τόσο όμορφα εκείνα τα άσπρα νυχάκια πάνω στο μαύρο χεράκι.

Όπου και να ξυπνήσει πάντως, πηγαίνει σε ένα μαγαζί να του δώσουν κόκα κόλα και πάντα την παίρνει. Όλοι στον δρόμο πάντα τον χαιρετούν και αν δεν τον χαιρετήσουν, χαιρετάει πρώτα αυτός.

Στις κοινότυπες ερωτήσεις τους, πάντα εκπλήσσονται όταν ακούν μια λογική απάντηση: «άμα δεν βρέξει τη βγάλαμε κι απόψε», «εννοείται, πάντα κόκα κόλα», «όχι δεν έχω φάει, τι έχεις υπόψη;».

Μια φορά ένας τον είχε ρωτήσει «καλά δε βαριέσαι όλη μέρα έτσι που γυρίζεις;» κι εκείνος του απάντησε «το ίδιο θα μπορούσα να ρωτήσω κι εγώ εσένα».

Και μια άλλη φορά πέρναγε μια κοπέλα από μπροστά του με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ κ αντί να τη χαιρετήσει της είπε «Σ αγαπώ, είσαι η καλύτερη». Εκείνη γέλασε με καλοσύνη αλλά και φιλαρέσκεια.

Όπως την έβλεπε να φεύγει, σκέφτηκε πως θα ήταν αν έκαναν έρωτα αλλά μετά σκέφτηκε ότι αυτά είναι κοινότυπα πράγματα και ενθουσιάστηκε περισσότερο με ένα κηδειόχαρτο που ήταν κολλημένο στην απέναντι κολώνα.

Του αρέσει πολύ να διαβάζει κηδειόχαρτα και να σκέφτεται την ιστορία του αποθανόντος. Το πρώτο πράγμα που πάντα κοιτάει είναι η ηλικία. Μέτα κοιτάει το όνομα, κοιτάει και τους απογόνους και αρχίζει να φαντάζεται.

Τα κηδειόχαρτα είναι το μόνο που διαβάζει πια.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα, παρουσίαση ήρωα, έγραψε η Νέλλη Σωτηρίου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Το γκράφιτι της φώτο βρίσκεται στη Μπενάκη, στα Εξάρχεια