Περίπατος στη νιότη

0
1096

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι banner1-1400x700-1-1024x512.jpg

Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να κάνω εκείνο το περίπατο. Ήταν στο δρόμο μου άλλωστε και το σχεδίαζα καιρό. Δυο-τρεις ώρες, ίσως λίγο παραπάνω. Όσο κρατάει μια βόλτα, ένας καφές στο χέρι και λίγο γράψιμο. Μέχρι να σουρουπώσει και μετά γραμμή για Αθήνα, τρεις ώρες ταξίδι με τη κίνηση. Αν έφευγα στις εννιά θα έφτανα γύρω στα μεσάνυχτα. Να ξεφορτώσω και μετά να κοιμηθώ, ή τουλάχιστον να προσπαθήσω. Δευτέρα η αυριανή, επιστροφή στη δουλεία, προσγείωση.

Έφτασα νωρίς το απόγευμα. Ήταν τέλος Αυγούστου και το καλοκαίρι αποκοιμιόταν. Υπολόγιζα ότι η απογευματινή ζέστη της πόλης, θα είχε μαλακώσει. Πάρκαρα και πήρα τους δρόμους. Μαιζώνος, Ρήγα Φεραίου, Τριών Ναυάρχων, μετά Γεροκωστοπούλου, Ωδείο, Παλιά Πόλη, Κάστρο. Στο δρόμο, συγκινημένος χάιδευα τα ντουβάρια με τα ακροδάχτυλα μου, μα αυτά έμοιαζαν να μη με θυμούνται.

Πολλά είχαν αλλάξει όπως είχα κι εγώ. Καινούρια στέκια καινούργιοι πεζόδρομοι. Η πόλη είχε ομορφύνει. Κάποια σημεία που τότε έσφυζαν από ζωή, τώρα είχαν ερημώσει. Κάποια άλλα παρέμεναν σταθερές αξίες. Τράβηξα όσες περισσότερες φωτογραφίες μπορούσα. Κάποιοι περαστικοί απόρησαν όταν φωτογράφισα ένα εγκαταλελειμμένο ερείπιο.

Έγινα μούσκεμα. Είχα ξεχάσει πόσο υγρό είναι το κλίμα σ’ εκείνα τα μέρη. Κατέληξα στο πιο ψηλό σκαλοπάτι της Αγίου Νικολάου που πάντα το έπιανε η θαλασσινή αύρα. Έκατσα να βρω την ανάσα μου. Κατέβασα όλο το μπουκάλι με το νερό και ξεκίνησα να γράφω.

~

Θα μπορούσαν να μην είναι μόνοι, να έχουν διασταυρωθεί τα βλέμματα τους στο δρόμο καθώς περπατούσαν αντίθετα. Τέσσερα χρόνια στην ιδία πόλη , δε γινόταν να το αποφύγουν, μα κι οι δυο πάντοτε, έτσι ψυχαναγκαστικά, διάλεγαν το αριστερό πεζοδρόμιο και έτσι, όταν περπατούσαν αντίθετα, πάντοτε βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά.

Αυτός, για να ξεχαστεί από κάτι που τον βασάνιζε, έκανε βόλτες με μηχανή. Αργόσυρτες πορείες, πότε ανατολικά πότε δυτικά. Αυτή ηρεμούσε με το περπάτημα. Χάζευε τις βιτρίνες και μετά χανόταν στους δρόμους. Μαιζώνος, Ρήγα Φεραίου, Τριών Ναυάρχων, μετά Γεροκωστοπούλου, Ωδείο, Παλιά Πόλη, Κάστρο

Και δυο έκαναν τζόκινγκ, μα αυτή προτιμούσε το Δασύλλιο γιατί της άρεσαν τα πεύκα κι αυτός πήγαινε παραλιακά, θεατράκι, μαρίνα, ιστιοπλοϊκός, μέχρι τη πλαζ.

Και οι δυο πήγαιναν σε παραστάσεις πολύ συχνά, μα αυτός τρελαινόταν για το σινεμά, τακτικός άλλωστε στη κινηματογραφική λέσχη. Αυτή από την άλλη, λάτρευε το θέατρο και ξημεροβραδιαζόταν με τη θεατρική ομάδα.

Θα μπορούσαν να έχουν βρεθεί και στο Πανεπιστήμιο, σε κάποιο κυλικείο, μα τα μαθήματα των τελειόφοιτων ήταν πρωινά και τα μαθήματα των μεταπτυχιακών ξεκινούσαν το μεσημέρι.

Θα μπορούσαν να καθίσουν κάπου κοντά όταν πήγαιναν να σκεφτούν, μα πάντα διάλεγαν διαφορετικό στέκι. Αυτός το μόλο του παλιού λιμανιού κι αυτή το ψηλότερο σκαλοπάτι της Αγίου Νικολάου. Αυτός ψιθύριζε τις σκέψεις του στη θάλασσα και αυτή τις έγραφε στο ημερολόγιο της.

~

Έκλεισα το τετράδιο. Ένα σπιράλ μονόχρωμο τετράδιο όπως αυτά που κρατούν σημειώσεις οι φοιτητές. Δεν είχα δυσκολευτεί να το βρω. Τα βιβλιοπωλεία ήταν γεμάτα με τετράδια καθώς έμπαινε ο Σεπτέμβρης. Μπήκα να χαζέψω τα βιβλία και μ’ έπιασε μια νοσταλγία. Το παθαίνω αυτό συχνά. Ίσως είμαι από αυτούς που, όπως λένε οι ψυχολόγοι, οι ζουν το παρόν στη σκιά του παρελθόντος τους. Μια μορφή προσκόλλησης που είναι, λένε, η απόλυτη συνταγή της αποτυχίας. Ποτέ δε το κατάλαβα αυτό. Λες και το παρελθόν δεν αντανακλά στο σήμερα, λες και δεν βρίσκονται εκεί όλα τα ορόσημα της ζωής μας.

Κοίταξα τη θέα της πόλης από ψηλά με το λιμάνι να δεσπόζει στο βάθος. Είχα τον ήλιο καταπρόσωπο και αναγκάστηκα να τον κρύψω με την παλάμη μου. Πόσες φορές δεν είχα δει αυτόν τον ήλιο να βουτάει πέρα απ το λιμάνι. Όμως τώρα κάτι έλειπε. Έλειπε αυτή η μυρωδιά, αυτή η ατμόσφαιρα που όλα γύρω μοιάζουν σαν να σε περιμένουν. Σε περιμένουν να τα γευτείς. Ξανάνοιξα το τετράδιο και ξεκίνησα μια καινούρια παράγραφο.

~

Δεν είχε το θάρρος να παρατήσει τις σπουδές, που είχε επενδύσει τόσα από τα χρόνια του. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, όσο ανακάλυπτε τον εαυτό του, τόσο ασφυκτιούσε απ’ αυτό που του ζητούσε η καρδία του να γίνει. Αυτό σίγουρα δεν ήταν ο Μηχανικός Υπολογιστών με μεταπτυχιακό στην Υπολογιστική Δεδομένων και Αποφάσεων. Σιγά-σιγά, ξεδιαλυνόταν ένα όνειρο που μέχρι τότε ήταν άμορφο και θολό. Θολό από τις συμβάσεις που έχει επιβάλλει η ζωή, η οικογένεια, τα κοινωνικά στερεότυπα, το σύστημα ολόκληρο.

Σπούδασε σε μια συμβατική σχολή, για να έχεις μια καλή συμβατική αποκατάσταση και κάνε ένα μεταπτυχιακό για να σιγουρέψεις αυτή τη συμβατική αποκατάσταση. Μετά πιάσε μια καλή θέση, σε μια συμβατική εταιρεία, με ένα συμβατικό αντικείμενο, με το συμβατικό μισθό της αγοράς, έχοντας ένα συμβατικό προϊστάμενο και συμβατικές σχέσεις με τους συναδέλφους . Αργότερα κάνε ένα συμβατικό γάμο, μεγάλωσε συμβατικά παιδιά μέχρι να πάρεις, αν είσαι τυχερός, μια συμβατική σύνταξη και να μην έχεις τίποτα άλλο να προσδοκάς πια, παρά ένα συμβατικό τέλος.

Το μέλλον έμοιαζε αγορασμένο και προεξοφλημένο. Θα έφτανε μεσήλικας πνιγμένος στη δουλειά, τις υποχρεώσεις, το συμβιβασμό και τη συνήθεια. Μα αυτός ένοιωθε ακόμα πολύ νέος, για να ανεχθεί αυτή τη ματαιότητα.

~

«Μεσήλικας». Ποτέ δε μου άρεσε αυτή η λέξη. Τι είναι μεσήλικας; Ένα στάδιο πριν το ηλικιωμένος; Κι άραγε από πότε ξεκινάς να είσαι μεσήλικας. Όταν καβαλήσεις τα 40; Τα 50; Όταν οι άσπρες τρίχες είναι περισσότερες από τις μαύρες; Και πότε σταματάς; Εγώ προτιμούσα να το λέω «ύστερη νιότη» έτσι για να παρηγορούμαι. Μια ύστερη νιότη που πνίγεται ακόμα στα νοσταλγικά της σύνδρομα και που ακόμα δεν έχει συνηθίσει, τουλάχιστον όχι τελείως.

Όμως δεν είμαι μόνο εγώ. Είναι κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι. Το καταλάβαινα όσες φορές συναντούσα τυχαία κάποιον απ’ τα ξέγνοιαστα χρόνια. Διέκρινα στο γέλιο τους, αυτή τη γλυκιά θλίψη της νοσταλγίας. Σαν να ήμασταν μέλη ενός μυστικού κλαμπ. Μια εξώκοσμη εμπειρία, που μόνο εμείς μπορούσαμε να καταλάβουμε. Χαμογελούσαμε συνωμοτικά. Λέξεις ακούγονταν κι ας μην τις προφέραμε . «Σε ξέρω εσένα από τότε, ξέρω ότι κατά βάθος δεν είσαι αυτό που δείχνεις. Κάτω απ τα συμβατικά σου ρούχα κρύβεις μια αγέραστη ψύχη. Ήσουν εκεί».

Άνθρωποι που ήθελα να τους κρατήσω. Για κολλητούς, για φίλους, για συντρόφους, για ένα γεια και δυο εύθυμες κουβέντες στο δρόμο. Όλοι τους είχαν αξία, όλοι τους ήταν ένα κομμάτι από μένα. Ξεφύσησα και σήκωσα το μολύβι. Άλλη μια φορά θα σωζόμουν με το γράψιμο.

~

Είχε βρεθεί τυχαία να παρακολουθήσει τις πρόβες μιας παράστασης, σε μια θεατρική λέσχη. Έτυχε εκεί να γνωρίσει μια τελειόφοιτη της θεατρολογίας και να πιάσουν κουβέντα για τα θέατρο και το σινεμά. Ύστερα να περπατήσουν τη πόλη μαζί, αρχικά Μαιζώνος, Ρήγα Φεραίου, Τριών Ναυάρχων, μετά Γεροκωστοπούλου, Ωδείο, Παλιά Πόλη, Κάστρο. Κατέληξαν αργά το βράδυ με μπύρες στο μόλο του παλιού λιμανιού κι εκεί φιλήθηκαν.

~

Το πιο ωραίο κομμάτι της ιστορίας το ξεπέταξα σε μια μόνο παράγραφο. Όπως και το πιο ωραίο κομμάτι της προσωπικής μου ιστορίας, ήταν κι αυτό μια μόνο παράγραφος. Και τι δε θα έδινα για να την ξαναγράψω.

Ένα ζευγάρι φοιτητές ανέβαιναν τα σκαλιά χέρι-χέρι. Συνηθισμένο σκέφτηκα. Όσοι είναι ζευγάρια επιστρέφουν νωρίς, με το πρόσχημα της μελέτης για την εξεταστική. Δε βλέπουν την ώρα να ξανασυναντηθούν μετά από ένα καλοκαίρι στα πατρικά τους. Μόνο οι φοιτητές, ανυπομονούν να ‘ρθει ο Σεπτέμβρης.

Όταν έφτασαν πάνω, ο νεαρός είδε το πακέτο με τα τσιγάρα δίπλα μου και ζήτησε φωτιά. «Σε ζηλεύω» του είπα «που μετά από τόσα σκαλοπάτια έχεις ανάσα για τσιγάρο». Μου χαμογέλασε κάπως απορημένα. «Θα έρθει κάποια μέρα που θα καταλάβει τη ζήλια μου» σκέφτηκα και συνέχισα το γράψιμο.

~

Τους επόμενους μήνες τους περνούσαν μαζί. Συνεχώς μαζί. Ήθελαν να ρουφήξουν όσο περισσότερο έρωτα μπορούσαν στα δυο εξάμηνα που είχαν απομείνει. Σαν να τέλειωνε ο χρόνος μετά. Μαζί για περπάτημα, από το αριστερό πάντοτε πεζοδρόμιο, μαζί βόλτες με τη μηχανή, μαζί για τζόκινγκ, πότε στο αλσύλλιο και πότε στη παράλια. Μαζί και για να σκεφτούν, αυτός να ψιθυρίζει τις σκέψεις του στη θάλασσα κι αυτή να τις γραφεί στο ημερολόγιο. Μαζί να πηγαίνουν σινεμά και να μην χάνουν καμιά παράσταση στο θέατρο.

~

Η συγκίνηση μου ήταν συνεχώς παρούσα και δε με άφηνε να συγκεντρωθώ. Στο μυαλό μου ήρθε ο Θάνος, που μου ’στειλε μήνυμα ένα βράδυ που είχε πάθει τη δική του νοσταλγική κρίση. Τελικά ούτε αυτός είχε ξεφύγει απ το παρελθόν.

«Θυμάσαι τότε ρε Βασίλη, τότε που ζούσαμε αληθινά; Θυμάσαι τα πάρτι, τα μεθύσια, τα κορίτσια, τους έρωτες, τις καψούρες, τις ολονυχτίες με τις κιθάρες στο λιμάνι;».

«Αν θυμάμαι λέει, αν θυμάμαι; Κι έμενα μου λείπουν ρε Θάνο. Πως πέρασαν έτσι τα χρόνια;»

Πάνω από δεκαπέντε χρόνια είχα να τον δω. Από τότε που αποφοιτήσαμε είχαμε χαθεί. Μόνο μηνύματα με ευχές, στα γενέθλια και τις γιορτές. Συνομιλήσαμε για ώρα, είπαμε για τις ζωές μας. Πάνω-κάτω η ιδία πορεία. Κανονίσαμε να πάμε σε μια συναυλία που θα έδιναν πρώτη φορά μαζί δυο «μεσήλικες». Αγγελάκας με Παυλίδη. Όμως ο Θάνος δεν ήρθε. Μπέρδεψε τις ημερομηνίες είπε. Κρίμα, η συναυλία ήταν υπέροχη. Το λέει ακόμα η καρδία τους. Είχα δίκιο τελικά για την «ύστερη νιότη». Πέρασαν τρία χρόνια από τότε αλλά με το Θάνο δε βρεθήκαμε.

Έσβησα άλλο ένα τσιγάρο κι άνοιξα ξανά το τετράδιο.

~

Μετά από μια συναυλία των Σπαθιών πήγαν ν’ αράξουν στο μόλο. Έπιασαν συζήτηση για τα όνειρα τους. Της εξομολογήθηκε τον καημό του και αυτή βάλθηκε να τον πείσει ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Ότι η ζωή είναι δικιά του, ότι δεν έχει καμία υποχρέωση στους γονείς του κι ας πληρώνουν για τις σπουδές τόσα χρόνια, ότι οφείλουν να τον υποστηρίξουν, ότι έχουν ευθύνη για αυτό το αδιέξοδο που οδηγείται.

Όλο το σύμπαν συνωμότησε για να τον πείσει. Μια παρέα με κιθάρες τραγουδούσε, τι σύμπτωση, το «φωτιά στο λιμάνι» .

Γελάς καθώς το πλοίο
πλησιάζει σαν θηρίο
και μου λες λοιπόν θυμήσου
μη πετάξεις τη ζωή σου
στα σκυλιά

Μαγευόταν από την παρορμητικότητα και το δυναμισμό της. Αυτός ήταν πάντα ντροπαλός και συγκρατημένος. Το μισούσε στον εαυτό του αυτό, μα εκείνη της στιγμή ένιωσε ότι είχε βγει απ’ τον εαυτό του και τον παρακολουθούσε σαν θεατής. Αποφάσισε να το κάνει, να τα παρατήσει όλα. Μόνο μια φορά είσαι νέος. Μόνο όσο είσαι νέος έχεις την ευκαιρία να κυνηγήσεις αυτό που πραγματικά θέλεις να είσαι.

Τσακώθηκε με τους γονείς του, άφησε το σπίτι του και πήγε να μείνει μαζί της. Έπιασε δουλεία σερβιτόρος για να τα βγάζει πέρα και το πρωί πήγαινε για πρόβες στη θεατρική ομάδα. Προετοιμαζόταν για τις δραματικές σχολές των Αθηνών.

~

Θυμήθηκα πάλι τον Πάρη. Πολλές φορές τον σκεπτόμουν. Το ποσό μου στάθηκε όταν είχα χωρίσει με την Ειρήνη. Παρορμητικός κι αυτός ή μάλλον ασυγκράτητος. Φωνακλάς, αεικίνητος, οξύθυμος, τρομερά συναισθηματικός, τόσο που δε μπορούσε να το ελέγξει. Όμως είχε κι ένα πηγαίο ταλέντο στο να μαγνητίζει τους ανθρώπους και να τους κάνει να γελούν. Συγκατοικούσαμε σ’ ένα διαμέρισμα – κέντρο διερχομένων. Τα γέλια μας και τα τραγούδια μας πρέπει να αντηχούσαν σε όλη τη πόλη. Όλα ήταν σαν παραμύθι, σαν ένα ατέλειωτο πάρτι.

Όταν τα ξαναβρήκα με την Ειρήνη, αντέδρασε έντονα. Ίσως γιατί δε τη συμπαθούσε, ίσως γιατί το πάρτι θα χαλούσε, ίσως γιατί έμοιαζαν οι χαρακτήρες τους. Συγκρούονταν συνεχώς. Έκανα πολύ υπομονή. Την Ειρήνη μπορούσα να την ελέγξω, όμως τον Πάρη δε μπορούσε να τον ελέγξει κανείς. Τελικά τσακωθήκαμε άσχημα, άλλαξα σπίτι και δε ξαναμιλήσαμε. Αργότερα η Ειρήνη πήρε το πτυχίο της κι έφυγε κι αυτή. Χωρίσαμε οριστικά, χωρίς δράματα αυτή τη φορά.

Σήκωσα πάλι το μολύβι. Έπρεπε ν’ αποφασίσω τι θα γινόταν με τους ήρωες μου πριν σουρουπώσει.

~

Θα μπορούσε να μην είχε αντιδράσει τόσο άσχημα, να μην την είχε κατηγορήσει ότι τον αποπροσανατόλισε, ότι τον έφερε σε σύγκρουση με την οικογένεια του, ότι τον επηρέασε ν’ αφήσει τόσα χρονιά σπουδών να τα πάρει ο αέρας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν δεύτερες σκέψεις. Αυτή όμως δεν έκανε ποτέ. Θα μπορούσε να αντιδράσει πιο ψύχραιμα, να μην του πει ότι αν αφήσει τα όνειρα του να τα πάρει ο αέρας, τότε, καλύτερα να έπαιρνε και τη σχέση τους. Να μην του πει ότι σιχαίνεται το κομπιούτερ που έχει στο μυαλό του και συμπαθεί μόνο το συναισθηματικό του κόσμο.

Θα μπορούσε να μην φορτώσει μια βαλίτσα ρούχα στη μηχανή, αλλά αυτό το «συμπαθεί τον συναισθηματικό του κόσμο» τον στοίχειωσε. Τι πάει να πει συμπαθεί; Απλώς συμπαθεί: Άρα δεν αγαπά; Έφυγε με κατεύθυνση το πουθενά.

Κινηματογραφικός χωρισμός. Όπως τότε. Ναι, αλήθεια πολλά που έζησα ήταν λες και είχαν βγει από ταινία. Και τι σύμπτωση, πάντα υπήρχε και το κατάλληλο μουσικό χαλί. Όπως εκείνο το βράδυ πριν την αποφοίτηση της Ειρήνης, εγώ αυτή κι η Μαρία. Δε θυμάμαι που ήμασταν. Ξεκίνησε ένα τραγούδι, η Μαρία μας πήρε αγκαλιά και δεν μας άφησε μέχρι να τελειώσει. Δε θυμάμαι αν είχα δακρύσει κι εγώ. Θυμάμαι όμως ποιο ήταν το τραγούδι.

Τι είναι αυτό που μας ενώνει μας χωρίζει μας πληγώνει
Είναι ο χρόνος που τελειώνει και ξανά μένουμε μόνοι

Έπρεπε να δώσω ένα τέλος στο διήγημα μου πριν με πάρει η νύχτα. Συγκεντρώθηκα.

~

Περίμενε υπομονετικά την σειρά του κρατώντας ένα μπουκέτο με λουλούδια όπως είθισται στις ορκωμοσίες. Ήξερε τη διαδικασία. Γονείς, φίλοι, ανθοδέσμες, φωτογραφίες, εύκολοι και δύσκολοι αποχαιρετισμοί. Μαζί και λίγα δάκρυα που χάνονταν στην όλη ατμόσφαιρα εφορίας. Ένας κύκλος έκλεινε, ένας κύκλος στο άγνωστο μόλις άνοιγε.

«Συγχαρητήρια!»
«Σ’ ευχαριστώ.»
«Θεατρολόγος και επίσημα λοιπόν.»
«Ναι!» είπε και το πρόσωπο της φωτίστηκε στο άκουσμα της λέξης θεατρολόγος.
«Και τώρα;»
«Ποιος ξέρει. Ταμείο ανεργίας μάλλον.»
«Δεν πειράζει. Έκανες αυτό που ονειρευόσουν. Κάνεις δε μετανιώνει όταν έχει κάνει αυτό που ονειρεύτηκε.»
«Ξέρεις Παύλο, ίσως ήμουν υπερβολική. Έκανες καλά που συνέχισες. Θα ήταν κράμα.»
«Δε ξέρω. Πραγματικά δε ξέρω. Ο χρόνος θα δείξει.»
«Πρέπει να φύγω, με περιμένουν, έχουμε τραπέζι.»
«Ναι, αντίο λοιπόν.»

Τον αναγάλλιασε και τον έσφιξε και έμειναν έτσι για λίγη ώρα.

«Ξέρεις Ειρήνη, μάλλον δε θα ξαναϊδωθούμε.»

Δεν απάντησε μόνο συνέχισε να τον σφίγγει κοιτάζοντας το πλήθος πίσω απ’ τον ώμο του. Χαμόγελα, φωτογραφίες, ανθοδέσμες, αγκαλιές, φιλιά, αποχαιρετισμοί.

Γύρισε να φύγει. Τη συγκράτησε.

«Σε πέντε χρόνια από σήμερα, 12 Δεκεμβρίου Θέατρο Ακροπόλ. Βραδινή παράσταση. Ό,τι κι αν παίζει!»

Τον κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και κάνοντας βήματα προς τα πίσω.

«Ακόμη κι αν είναι μια χαζή επιθεώρηση;»
«Ναι, ακόμη και τότε»

Έκανε ένα τελευταίο βήμα προς τα πίσω κι είπε μια τελευταία λέξη πριν τρέξει προς τους γονείς της.

«Σύμφωνοι!»

~

Έκλεισα το τετράδιο. Στη δεύτερη γραφή ίσως γίνει καλύτερο σκέφτηκα. Έφτασα Αθήνα μια και δέκα. Ξεφόρτωσα βιαστικά. Μετέφερα τις φωτογραφίες σ’ ένα φάκελο που τον ονόμασα «περίπατος στη νιότη» κι έπεσα να κοιμηθώ. Τουλάχιστον προσπάθησα.

~~~

Υ.Γ. : Τρία χρόνια αργότερα από εκείνο τον περίπατο ο Πάρης με ανακάλυψε στο facebook και μου έστειλε μήνυμα. Περιείχε μόνο μια φωτογραφία χωρίς κείμενο. Ήταν μια λήψη απ’ το δικό του «περίπατο στη νιότη», η πρόσοψη από το Mod’s το αγαπημένο μας ροκ στέκι που βασιλεύει ακόμα. Του απάντησα με τη λήψη απ το δικό μου περίπατο. Αναθεματισμένη εφεύρεση του Ζάκερμπεργκ σ’ ευχαριστώ.

ΥΓ 2: Όταν συνηθίσεις τελείως, τότε τελειώνει η “ύστερη νιότη”. Μη συνηθίσετε πότε τελείως.~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Βασίλης Κούμπουλας, στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής