Αττική, το έτος 2 μ.Α.

0
428

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι ποστ.jpg6:8 “Καὶ ἰδοὺ ἵππος χλωρός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ, ὄνομα αὐτῷ ὁ θάνατος.”

Το πάρκο έρημο. Παλιά ήταν γεμάτο ανθρώπους. Ύστερα ερχόντουσαν μόνο όσοι είχαν σκυλιά και τα βγάζανε τους για κατούρημα, αν και πολλοί είχαν μαζέψει αδέσποτα για να έχουν δικαιολογία να βγαίνουν από το σπίτι. Πλέον είχαν απομείνει μόνο τα σκυλιά.

Περπατούσα με δυσκολία. Είχα κάνει μόνο είκοσι μέτρα, μου κόπηκαν τα γόνατα. Καμιά δεκαριά αδέσποτα τρώγανε ένα κοριτσάκι. Έβαλα τα χέρια μου στα μάτια να μη βλέπω. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι, ξαναβρήκα τη συγκέντρωση μου. Κοίταξα πάλι, πάλευαν ακόμα να σκίσουν το μπουφάν του κοριτσιού. Βέβαια, Nike, Αμερικάνοι, καλή κατασκευή.

Καημένα κι εσείς, πλάσματα του θεού είστε, τώρα θα μείνετε μοναχά πάνω στον πλανήτη, τι θα απογίνετε, σκέφτηκα.

Τους είπα: Δε φταίτε κι εσείς, εγώ δε σας αγάπησα όσο ζούσα, αλλά δε θέλω να σας ταλαιπωρήσω τώρα που θα σαπίσω, να σπάτε τα δόντια σας άδικα προσπαθώντας να σκίσετε τα συνθετικά μου ρούχα. Θα με βρείτε όπως με ‘κανε η μάνα μου, τελευταία καλή πράξη που μου αναλογεί να σας προσφέρω ανεμπόδιστη πρόσβαση στην τροφή που θα σας εξασφαλίσει το κουφάρι μου.

Κοίταξα για μια τελευταία φορά το πάρκο. Έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια μου, λένε πως έτσι φωτογραφίζεις τη στιγμή. Ύστερα γύρισα την πλάτη και περπάτησα λίγο ακόμα ώσπου να φτάσω στο τελευταίο σχολικό Αραμάνη, ήταν παρκαρισμένα πάνω από εκατό στη σειρά. Ήθελα να κρυφτώ από τα σκυλιά, φοβόμουν μη με φάνε ζωντανό. Μπορεί και να μου έμεναν μερικές ώρες ακόμα όπως τα υπολόγιζα.

Ανέβηκα λαχανιάζοντας τα σκαλιά του σχολικού και πήγα ως την τελευταία σειρά – γαλαρία που λέγαμε τα παλιά χρόνια. Έβγαλα όλα μου τα ρούχα και τα έκανα ένα μπόγο στο μπροστινό κάθισμα, ύστερα ξάπλωσα στο πάτωμα κατά μήκος του λεωφορείου. Όπως άφησα το σώμα μου να πέσει, για μια στιγμή είδα μακριά ανοιχτό φως σε ένα μοναχό διαμέρισμα, κι από πίσω μια σκιά. Καημένο φως και καημένη σκιά, έχετε μόνο ο ένας τον άλλο τώρα, σκέφτηκα. Μετά από πολύ λίγο άκουσα βήματα τετράποδου να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Πάγωσα. Για μια στιγμή νόμισα ότι ήταν από το φόβο μου. Αλλά μπορεί τελικά έτσι να είναι όταν φεύγεις, να παγώνεις για μια στιγμή. Ποιος ξέρει, λες και γύρισε κανείς πίσω να μας πει. Πίστευα ότι θα δω ένα σκύλο πάνω από το κεφάλι μου, αλλά δεν είδα τίποτα άλλο πια.

~~{}~~

3:15-16 “Οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός. Οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός.”

Όταν αγοράσαμε το σπίτι με την Ελένη, η Αττική οδός ήταν ακόμα στα σχέδια. Ποια Ελένη δηλαδή, ο πατέρας της έδωσε όλες του τις αποταμιεύσεις, μαζί με το εφάπαξ της μάνας της και κάτι ψιλά που είχε αφήσει ο παππούς της, φτάσαμε σχεδόν τα μισά. Τα υπόλοιπα με εικοσαετές δάνειο. Δεν είχα πληρώσει τη δόση τους τελευταίους έξι μήνες ασφαλώς.

Λιγοστό καιρό μετά την αγορά, ότι είχαμε εγκατασταθεί στο σπίτι, ξεκίνησαν τα έργα. Μας χτύπησε κεραυνός. Κάθε απόγευμα η Ελένη έκλαιγε και φώναζε. Πάνε τα λεφτά, πάει το σπίτι, πάει η ζωή μας, θα ζούμε με τα αυτοκίνητα μέσα στο σαλόνι μας από εδώ και πέρα, θα έχουμε κουφαθεί στα 45 μας από το θόρυβο. Τι πάθαμε. Δεν το πιστεύαμε πως η Αττική οδός θα ολοκληρωνόταν ποτέ. Η μάνα της έβριζε τη Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη, αν λέει δεν είχαμε πάρει τους Ολυμπιακούς δε θα είχε γίνει ποτέ ο δρόμος. Τι να κάναμε όμως. Το σπίτι είχε χάσει τη μισή του αξία με τον αυτοκινητόδρομο να περνάει ακριβώς μπροστά του. Ούτε να το πουλήσεις μπορούσες, ούτε να το νοικιάσεις. Και το δάνειο πάνω από το κεφάλι μας για είκοσι χρόνια

Αυτή που μας έσωσε ήταν η κυρία Βάσω Παπανδρέου. Θυμάμαι την πετύχαμε αργότερα σε μια χασαποταβέρνα στη Σταμάτα, τυχαία. Πρέπει να ήταν το 2014, η Μαρκέλλα μωρό στο καρότσι. Πλησίασα στο τραπέζι της, της λέω κυρία Βάσω μας σώσατε, εγώ και η σύζυγος μου σας είμαστε ευγνώμονες. Της έδειξα την Ελένη που σήκωνε το ποτήρι προς το μέρος της.

Η κυρία Παπανδρέου ήταν που πρότεινε να γίνει πάρκο πάνω από την Αττική Οδό για να μην υποβαθμιστεί η περιοχή. Ήταν υπουργίνα ΠΕΧΩΔΕ τότε, και οι δημάρχοι το δέχτηκαν. Οι πιο τυχεροί απ’ όλους εμείς που είχαμε σπίτια εκεί, όχι μόνο δε θα είχαμε το θόρυβο αλλά θα φτιαχνόταν και πάρκο μπροστά στο σπίτι μας. Χαρές που είχαμε κάνει όταν μαθεύτηκε. Είχαν έρθει σπίτι οι γονείς της Ελένης και ο κουμπάρος μου ο Μπάμπης μια Κυριακή. Ο Μπάμπης έσφαξε δυο κοτόπουλα στον ακάλυπτο. Ο Παναγιώτης από τον πρώτο φώναζε ότι θα φέρει την αστυνομία, εδώ είναι πόλη ρε βλάχοι τι κάνετε, και τέτοια. Του είχα πει Παναγιώτη σωθήκαμε, σήμερα γιορτάζουμε, όλα επιτρέπονται, έλα να φάμε, σε μια ώρα θα είναι έτοιμο το ψητό, δεν έχεις φάει κοτόπουλο αλανιάρικο μαγειρεμένο από την πεθερά μου. Κι ο Παναγιώτης κι ο Μπάμπης καιρό τώρα πεθαμένοι.

Όταν τελείωσε το πάρκο πηγαίναμε κάθε βράδυ με την Ελένη. Νομίζω πως αυτή ήταν η πιο χαρούμενη περίοδος της ζωής μας. Ίσως αγαπιόμασταν τότε πραγματικά, έστω και για λίγο. Μετά ήρθαν οι τέσσερις αποτυχημένες εξωσωματικές μέχρι τελικά να κάνουμε τη Μαρκέλλα, αργότερα οι γονείς της πέθαναν και οι δύο μέσα σε τρεις μήνες. Ίσως και να ήταν τυχερά τελικά τα γεροντάκια, καλοί άνθρωποι.

~~{}~~

6:1 “Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξε τὸ ἀρνίον μίαν ἐκ τῶν ἑπτὰ σφραγίδων· καὶ ἤκουσα ἐνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγοντος, ὡς φωνὴ βροντῆς· ἔρχου.”

Μπορεί και να ήταν η Μαρκέλλα που έφερε την αρρώστια στο σπίτι μας. Ποιος ξέρει. Όχι ότι έχει σημασία, δε θα γλιτώναμε έτσι κι αλλιώς. Την πηγαίναμε τότε στα εκπαιδευτήρια Αραμάνη, και είχαν πει πως θα πάρουν τα παιδιά να τα βάλουν σε καραντίνα στο σχολείο μπας και σωθούν αυτά τουλάχιστον. Το έκαναν όλα τα ιδιωτικά έτσι. Δυο μήνες μετά μας την έφεραν πίσω άρρωστη. Είχε αποτύχει πλήρως κι αυτή η ιδέα. Τώρα μείναν μόνο τα σχολικά λεωφορεία, παρκαρισμένα στους παράδρομους της Αττικής οδού, πεθαμένο κίτρινο ποτάμι, σαν κοπάδι από κάμπιες που έβγαινε αμέριμνο την πρώτη βδομάδα του Μάρτη και το πάτησε άθελα του ένας πιτσιρικάς με το ποδήλατο.

Η Ελένη είχε τρελαθεί τότε που μας πήραν τηλέφωνο και μας είπαν ότι αρρώστησαν και τα παιδιά στα σχολεία. Με πήρε άρον άρον και πήγαμε στο γραφείο του διευθυντή δευτεροβάθμιας. Ήταν μαζεμένοι κι άλλοι γονείς. Χαμός έγινε. Αυτές οι πουτάνες τι κάνανε λέει, μας πεθάναν τα παιδιά μας, έπρεπε να τα προσέχουν, θα σε σκοτώσω βρωμιάρη.

Ο διευθυντής: οι δασκάλες λέτε; Μα αυτές πέθαναν πρώτες εδώ και βδομάδες κυρία μου, τα παιδάκια μάλλον άντεξαν γιατί έχουν πιο ισχυρό ανοσοποιητικό. Χθες το απόγευμα ξεκίνησαν οι κατάδικοι να βγάζουν τα παιδιά από το σχολείο, οι δασκάλες είναι λέει όλες ψόφιες εδώ κι εκεί, μερικές είναι μισοφαγωμένες, ίσως να τις έφαγαν τα ποντίκια ίσως και τα παιδιά ακόμα – δε θα τις βγάλουν καν, εκεί μέσα θα τις παρατήσουν. Τα παιδιά σας θα έχουν επιστρέψει στα σπίτια σας ως αύριο το απόγευμα. Λυπάμαι.

~~{}~~

6:2 “Καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ᾿ αὐτὸν ἔχων τόξον.”

Μετά πήραμε τη Μαρκέλλα πίσω στο σπίτι. Είπε η Ελένη να προσπαθήσουμε να φύγουμε πρόσφυγες στην Αφρική, εκεί ήταν καλύτερα τα πράγματα. Της λέω τι θα κάνουμε, μου λέει θυμάσαι τη φίλη μου τη Βαρβάρα, πέρασαν με τον άντρα της με μια βάρκα στη Λιβύη, μετά περπάτησαν ως το Τσαντ, έλιωσε ο άντρας της από τη ζέστη στην έρημο ένα μεσημέρι, αυτή τώρα ζει με κάτι μαύρους και τρώει χόρτα και μούρα, το έβαλε και story στο instagram προχθές, τουλάχιστον είναι ζωντανή ακόμα.

Είχαμε δώσει ραντεβού με ένα τύπο κάποιο βράδυ εδώ στο πάρκο. Είχε αρχίσει ήδη να ερημώνει. Σταμάτησε ένα αυτοκίνητο μαύρο Toyota SUV, δώσαμε δέκα χιλιάρικα και για τους τρεις μας, λέει θα σε πάρει τηλέφωνο ο Σωτήρης μεθαύριο, του λέω ποιος είναι ο Σωτήρης, μου λέει θα σαλπάρει ένα γιοτ ιδιωτικό από μαρίνα Φλοίσβου για Αφρική κάτω, ο ιδιοκτήτης του ένας πλούσιος ψόφησε εδώ και μέρες, ο Σωτήρης δούλευε μάγειρας, έχει ταμπουρωθεί μέσα με καραμπίνες, μόλις συμπληρώσουμε 100 άτομα ξεκινάμε.

Ο Σωτήρης τελικά με πήρε τηλέφωνο μια βδομάδα μετά, δεν με κορόιδεψε. Τι να το κάνεις. Του λέω κύριε Σωτήρη η γυναίκα μου αρρώστησε κι αυτή. Είναι χάλια, βγάζει τα πνευμόνια της. Και η μικρή μου άρρωστη, δε μπορώ να πάω πουθενά. Αν θέλετε να μου δώσετε τα μισά λεφτά πίσω. Μου λέει δε γίνεται αυτό, λυπάμαι, θα σου κρατήσω όμως μια θέση για δυο μέρες ακόμα, αν αλλάξεις γνώμη πάρε με τηλέφωνο, σκέψου το.

~~{}~~

6:4 “Καὶ ἐξῆλθεν ἄλλος ἵππος πυρρός, καὶ τῷ καθημένῳ ἐπ᾿ αὐτὸν ἐδόθη αὐτῷ λαβεῖν τὴν εὶρήνην ἐκ τῆς γῆς καὶ ἵνα ἀλλήλους σφάξωσι, καὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη.”

Η Ελένη σάπισε μέσα σε τρεις μέρες. Την κάψανε στη μεγάλη φωτιά στα Γλυκά Νερά, δεν είχαν καταλάβει ακόμα οι επιστήμονες ότι ήταν ανθυγιεινό αυτό. Την τύλιξα στο πλαστικό που μας είχε δώσει το κράτος, την έβαλα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και την παρέδωσα. Ύστερα έκατσα στο πεζοδρόμιο κι έβαλα τα κλάματα. Ήτανε πολύ χαμηλό το πεζοδρόμιο, τα γόνατα μου πόναγαν.

Είχαμε ζήσει μια ζωή μέτρια και χλιαρή. Μέτρια γνωριστήκαμε, μέτρια ερωτευτήκαμε, μέτρια πορευτήκαμε. Πρώτο ραντεβού στην ταβέρνα του Μπάρμπα Θανάση λίγο πιο πέρα από το σπίτι που τελικά θα αγοράζαμε. “Θανάσης – από το 1932” έγραφε η ταμπέλα ακόμα και σήμερα, κρίμα 12 χρόνια μόνο ήθελε ακόμα να φτάσει τα 100. Έπιανα έπιανα το μπούτι της Ελένης και αυτή μου χτύπαγε το χέρι. Αργότερα μου είχε πει ότι οι φίλες της έλεγαν που πας να μπλέξεις με το βλάχο, σε έβγαλε ραντεβού να φάτε μπριζόλες.

Απορούσα με μένα, δε μπορούσα να καταλάβω που είχε βρεθεί τόσος πόνος για την Ελένη. Σκεφτόμουν μήπως ήμουν ένας απαίσιος και έκλαιγα γι αυτό που ερχόταν για μένα, όχι για ‘κείνη. Έδινα σκαμπίλια στα μούτρα μου, πέθανε η γυναίκα σου βρωμιάρη και δε σε νοιάζει, σε νοιάζει μόνο για σένα. Το στήθος μου με έκαιγε.

~~{}~~

6:5 “Καὶ ἰδοὺ ἵππος μέλας, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ᾿ αὐτὸν ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ.”

Είχαν αρχίσει οι λεηλασίες πια. Ένα απόγευμα κάναμε πλιάτσικο στο μαγαζί με τα αθλητικά στα Βριλήσσια. Μετά όλα τα κορίτσια φόραγαν το ίδιο ροζ μπουφάν Nike, είχαμε αδειάσει το στοκ. Όταν αργότερα έβλεπα στο δρόμο κανένα πεθαμένο κοριτσάκι μ’ αυτό το μπουφάν, πάγωνε το αίμα μου, νόμιζα πως ήταν η Μαρκέλλα.

Η Μαρκέλλα το μπουφάν το φόρεσε ζωντανή τρεις μέρες μόνο. Δεν θα το ξαναβγάλει ποτέ. Τώρα είναι στη μεγάλη χαβούζα στο Μαρούσι, πίσω από το μέγαρο του ΟΤΕ. Κάτω από τρεις μπετονιέρες τσιμέντο, μαζί με άλλα εκατό-διακόσια παιδάκια. Το είχα δει με τα μάτια μου, ήμασταν καμιά δεκαριά γονείς εκεί, κι ας είχαν μαζευτεί στρατιώτες και προσπαθούσαν να μας διώξουν. Έκανε μία έτσι το φορτηγό, σήκωσε την καρότσα, ξεφόρτωσε τα ψοφίμια στη χαβούζα, ήρθαν μετά οι μπετονιέρες και άδειασαν το τσιμέντο. Κάνα μήνα μετά σταμάτησαν να το κάνουν κι αυτό, είχαν σωθεί οι μπετονιέρες ή το τσιμέντο ή οι οδηγοί ή όλα μαζί.

~~{}~~

6:7 “Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τετάρτην, ἤκουσα φωνήν τοῦ τετάρτου ζῴου λέγοντος· ἔρχου”.

Aπέμεινα τελευταίος από την οικογένεια μου, τελευταίος από τους φίλους μου, μπορεί και τελευταίος από όλη τη γειτονιά πια. Δε μου είχε απομείνει τίποτε άλλο πέρα από το να περιμένω πότε θα αρρωστήσω και να κοιτάζω το πάρκο από το παράθυρό μου.

Το πάρκο έρημο. Παλιά ήταν γεμάτο ανθρώπους. Ύστερα ερχόντουσαν μόνο όσοι είχαν σκυλιά και τα βγάζανε τους για κατούρημα, αν και πολλοί είχαν μαζέψει αδέσποτα για να έχουν δικαιολογία να βγαίνουν από το σπίτι. Πλέον είχαν απομείνει μόνο τα σκυλιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Γιώργος Μακριδάκης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής