Βουνίσιοι και θαλασσόμορφοι

0
283

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Jessy-Boon-Cowler-Postcards-from-Pachamama-Volcan-Abrazo-copy-1024x683.jpg

Oι κορυφές των βουνών πάλευαν με τα σύννεφα.  Ήμουν σίγουρος για το αποτέλεσμα αυτής της μάχης όταν τις τελευταίες μέρες και νύχτες το μόνο που έβλεπα από το δωμάτιό μου ήταν οι γκρι σχηματισμοί να πυκνώνουν και να καλύπτουν το τη βεράντα μου. Ηλιόλουστες μέρες δεν περιμέναμε. Και κανονικά δεν πρέπει καν να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη και οποιαδήποτε έχει να κάνει με Ήλιο και τα παράγωγά του. Η δική μου γενιά προερχόμενη από τους χαμένους της Μεγάλης Μάχης ζει στα βουνά εδώ και εκατό χρόνια και δεν έχει δει ποτέ τον Ήλιο. Το μόνο που περιμένουμε τα καλοκαίρια είναι τα πράσινα βουνά για να μας ζεστάνουν λίγο την ψυχή και το μυαλό.

Η τιμωρία των προπαππούδων μας για την επίθεση που έκαναν στους Θαλασσόμορφους της Ακτής ήταν αυτή. Να ζουν στα βουνά, μακριά από την αλμυρή γη, τις κίτρινες σταγόνες που σου ζεσταίνουν το δέρμα και τα Ηλιόδεντρα που φυτρώνουν παντού στις αυλές και στα σοκάκια της Ακτής. Τα Ηλιόδεντρα είναι χαμηλά. Κάποιοι τα μπερδεύουν με θάμνους. Δυο φορές το χρόνο τα κεντάς και βγαίνουν στους κορμούς τους τα χρυσά δάκρυα. Μέχρι να πετρώσουν και να δώσουν τον πολύτιμη χρυσή σκόνη για τους Θαλασσόμορφους, φωτίζουν γύρω τους λες και ο Ήλιος έσπασε σε μικρότερους που κατέβηκαν στη γη για να τους αντικρίζουν πιο εύκολα οι άνθρωποι.

Λαχταρούσα να δω και εγώ το Ηλιόδεντρα και το χρυσό τους φως. Αλλά οι νόμοι μας ήταν αυστηροί. Τα πρώτα χρόνια μετά τη Μεγάλη Μάχη γίνονταν ανταρσίες από τα μέρη μας και πολλοί προσπάθησαν να κλέψουν τα ηλιόδεντρα και να τα φέρουν σ’ εμάς. Οι περισσότεροι πιάστηκαν και κρεμάστηκαν στην ακτή εκεί που ο καταρράκτης ενώνεται με τα θάλασσα για παραδειγματισμό. Κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν για να ζητήσουν συγχώρεση. Αλλά και λίγοι που κατάφεραν να φέρουν το φωτεινό σπόρο γρήγορα κατάλαβαν ότι ήταν αδύνατο να προκόψει στα μέρη μας.

Εμείς ζούσαμε παρέα με τα πουλιά και μαζί τους όταν ταξίδευα έβλεπα το θαύμα των ακτών. Οι άνθρωποι των βουνών ήμασταν έμποροι γνωστοί. Βότανα και χόρτα πικρά ήταν κάποια από τα εμπορεύματά μας. Αλλά κυρίως ήταν η βροχή. Είχαμε μάθει να παγιδεύουμε τα σύννεφα και να δίνουμε τη βροχή σε μέρη άνυδρα. Ταξιδεύαμε ακούραστα για μήνες, κάποιοι από εμάς για χρόνια και είχαμε μάθει να κάνουμε οικονομία στις ανάσες και τις αντοχές μας. Ο αδερφός μου ο Αδάμος ήταν μεγαλύτερος και θα αναλάμβανε τα ταξίδια. Εγώ έπρεπε να βοηθάω τον πατέρα στους υπολογισμούς. Αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν στα ταξίδια κάτω στα φωτεινά, απαγορευμένα μέρη.

******

Κάποια στιγμή βγήκε ανακοίνωση στην Ακτή ότι ο Κόμης Αντωνομαρία έψαχνε κάποιον για να του κάνει το πορτρέτο του. Ο αδερφός μου το έμαθε και μας το είπε. Η καρδιά μου αναθάρρεψε γιατί ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω. Τα χέρια μου δούλευαν καλύτερα με το μολύβι και το κάρβουνο στο χαρτί για σκίτσα παρά για αριθμούς. Ο Κόμης θα πλήρωνε πολλά και έτσι θα μπορούσα να βοηθήσω την οικογένεια στο χάσιμο από την απουσία μου στη δουλειά. Ο πατέρας ούτε να το ακούσει. Με το θυμό του τα σύννεφα βγάζαν πυκνή βροχή και κεραυνούς. Ο Αδάμας προσπάθησε να τον λογικέψει αλλά μάταια.

Όταν το βράδυ κοιμήθηκαν όλοι μάζεψα τα λιγοστά πράγματά μου, τα μολύβια και τα πινέλα μου και βγήκα από το σπίτι. Ο αδερφός μου με είδε αλλά δε μίλησε. Μόνο μου έγνεψε στην πόρτα και έχυσε ένα ποτήρι μαύρο παγωμένο κρασί, από αυτό που βγάζουμε στα κρύες πλαγιές το χειμώνα, για να μου ευχηθεί καλή τύχη.

Περπάτησα πολύ μέρα και νύχτα. Πήδηξα κορφές και πέταξα ανάμεσα στα βουνά χωρίς να κοιμηθώ για μέρες. Μια εβδομάδα μετά άρχισαν τα σύννεφα γύρω μου να αραιώνουν. Όσο προχωρούσα η θερμοκρασία ανέβαινε και φως έλουζε το πρόσωπό μου. Τότε τον είδα. Στεκόταν εκεί ο Ήλιος στη μέση του γαλάζιου ουρανού. Ήταν χρυσός και γύρω του πετούσαν γαλάζια πουλιά που δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Οι γυαλιστερές ακτές αχνογυάλιζαν και φαίνονταν όλο και πιο κοντινές. Συγκινήθηκα όταν αντίκρισα τα χαμηλά μα περήφανα Ηλιόδεντρα. Γεύτηκα τα βρόχινα δάκρυά μου και πλησίασα ένα από αυτά. Ήταν πιο χαμηλά από μένα αλλά το φύλλωμά τους ήταν πυκνό. Στον κορμό γυάλιζαν τα χρυσά δάκρυα. Δεν τόλμησα να τα αγγίξω, παρ’ όλο που δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Μπροστά μου βρισκόταν μια ξύλινη γέφυρα και από κάτω η θάλασσα. Σπίτια από μπλε και ροζ κοράλλια φαίνονται εδώ και εκεί. Ήμουν κοντά στην πόλη των Θαλασσόμορφων.

Καθώς περνούσα, ένιωσα τον Ήλιο να δυναμώνει. Έκλεισα τα μάτια γιατί έτσουζαν και προσπάθησα να προσταυτευτώ με τα χέρια. Ζαλιζόμουν και ξαφνικά ένιωσα να πετάω. Αλλά κανένας από τους φίλους μου τα πουλιά δεν ήταν από κάτω μου. Έπεφτα, μόνο έπεφτα. Λιγο πριν προλάβω να ακουμπήσω στο θαλασσινό νερό, για πρώτη φορά σκέφτηκα τους γονείς μου και τον αδερφό μου και λυπήθηκα που δεν τους είχα φιλήσει για τελευταία φορά.

******

Άνοιξα τα μάτια και όλα γύρω μου ήταν γαλάζια. Το χρώμα το ήξερα από τα άκουα αγριολούλουδα που φύτρωναν στα μέρη μας. Μπλε και πράσινοι σχηματισμοί απλώνονταν γύρω μου και ο φρέσκος αέρας έπεφτε στο πρόσωπό μου από τα ανοιχτά παράθυρα, που δεν ήταν παράθυρα αλλά τρύπες στους γαλάζιους τοίχους. Ο ήλιος ήταν πια κόκκινος, όπως και ο ουρανός. Όπως κατάλαβα αργότερα στη μεριά αυτού το κόσμου δε νύχτωνε ποτέ. Παρά μόνο όλα γίνονταν από χρυσά, κόκκινα και μετά μαβιά. Μια κοπέλα καθόταν δίπλα μου. Η επιδερμίδα της ήταν σταρένια και τα μαλλιά της μακριά πράσινα. Έμοιαζαν με τα βότανα που μαζεύαμε στους λόφους. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, γαλάζια, όπως και ο ουρανός που θυμόμουν πριν την πτώση μου. Στο πρόσωπό της είχε χρυσά σημάδια σαν αστέρια του ουρανού. Μίλησα πρώτος.

“Είμαι ο Λωρένος, από τη Χώρα των Βουνών. Πώς βρέθηκα εδώ;”

Εκείνη για λίγο έμεινε να με χαζεύει. Έσμιξε τα μπλε φρύδια της όταν άκουσε την καταγωγή μου. Εγώ μιλούσα μόνο την Κοινή της Παλιάς Χώρας.

“Δεν με καταλαβαίνεις;” τη ρώτησα.

“Όχι, σε καταλαβαίνω. Είμαι η Δαμαντεία. Σε βρήκα στο πρώτο θαλασσινό ποτάμι στην είσοδο της πόλης. Πώς νιώθεις;”

“Καλά. Συγγνώμη, αλλά πότε έπεσε ο Ήλιος; Θυμάμαι να είναι πρωί όταν πέρασα τη γέφυρα.”

“Κολυμπούσαμε ώρες.”

“Ώρες; Μα… πώς;”

Οι Θαλασσόμορφοι μπορούμε να κολυμπήσουμε μέσα στο νερό για ώρες. Είναι το δώρο που πήραμε από το Θεό, όταν αποφασίσαμε να ζήσουμε εδώ με αντάλλαγμα την προστασία της Ακτής και των Ηλιόδεντρων. Ήσουν μαζί μου οπότε μπόρεσες και εσύ.

Σ’ ευχαριστώ. Σου χρωστάω τη ζωή μου, της είπα.

Εκείνη χαμογέλασε.

“Είσαι διαφορετικός από τους βουνίσιους που είχα φανταστεί. Μοιάζεις σαν και εμάς. Μόνο πιο λευκός. Τι χρώμα είναι τα μαλλιά σου;”

“Μαύρα”, της απάντησα. “Γιατί ρωτάς;”

“Δεν το έχω ξαναδεί ποτέ αυτό το χρώμα. Και άπλωσε το χέρι της να τα χαϊδέψει”.

Εγώ έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα στο διστακτικό άγγιγμά της.

“Είναι όμορφα”, είπε τελικά. “Πού πηγαίνεις;”

“Στο Κόμη Αντωνομαρία. Θέλω να κάνω το πορτρέτο του.”

Τα μάτια της από γαλάζια γίνανε μπλε της τρικυμίας και η έκφρασή της σοβάρεψε.

“Είσαι σίγουρος;” μου είπε. “Γιατί οι άλλοι που δεν κάνανε καλή δουλειά κρέμονται τώρα νεκροί πάνω από τον καταρράκτη. Πλέον είναι ά-σχημα σύννεφα που ταξιδεύουν στον ωκεανό. Δεν θα ήθελα να σε δω και εσένα εκεί.”

“Μην ανησυχείς, θα τα καταφέρω.”

Εκείνη χαμογέλασε. Σηκώθηκε και έτρεξε γρήγορα προς μια τρύπα, που στα μέρη μου θα ήταν πόρτα. Πρόσεξα ότι δεν υπήρχε κενό στα δάχτυλα των ποδιών της. Ήταν ενωμένα και ξεχώριζαν μόνο από λεπτές μπλε γραμμές. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα για άλλη μια φορά το άγγιγμα της στα μαλλιά μου. Το ζωντανό μου όνειρο διακόπηκε από βαριά βήματα που μου θύμισαν το νερό που χτυπά με βία τα βουνά μας το χειμώνα.

******

Ο Ήλιος έπαιρνε το μαβί του χρώμα όταν ένας άντρας μπήκε στο δωμάτιο και μου είπε ο Κόμης ήταν έτοιμος να με δεχτεί. Μπήκαμε σε μια μεγάλη στρογγυλή αίθουσα. Το δωμάτιο μύριζε βρεγμένο ξύλο. Το ταβάνι ήταν διάφανο και έτσι μπορούσες να δεις τα χρώματα του ουρανού. Στους τοίχους κολυμπούσαν ψάρια που μπορούσα να αναγνωρίσω από τα εμπορικά μου ταξίδια και γιγάντιες χελώνες όμοιες με αυτές που είχαμε στα δάση. Αλλά υπήρχαν και άλλα πλάσματα που δεν αναγνώριζα. Μοιάζαν και με ψάρι αλλά και με άνθρωπο. Τα πόδια τους ήταν σαν ουρές. Έρχονταν για λίγο κοντά στο διάφανο τοίχο δίπλα μου, κάνανε μια στροφή φέρνοντας το χέρι στο μέτωπο και μετά εξαφανίζονταν στο απέραντο γαλάζιο. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το δωμάτιο που βρισκόμουν ήταν μέσα στο νερό.

Λίγες στιγμές αργότερα είδα τον Κόμη να κάθεται σε μια καρέκλα. Ήταν μικροκαμωμένος και τα χαρακτηριστικά του ήταν ανθρώπινα. Αλλά τα μάτια του ήταν ελαφρώς τραβηγμένα στο πλάι στους κροτάφους. Η μύτη του ήταν μικροσκοπική, ίσα που αναγνώριζα τα ρουθούνια και τα χείλη του ήταν σουφρωμένα. Μίλησε πρώτος.

“Η κόρη μου σε έφερε στην Ακτή. Ποιο είναι το όνομά σου.”

“Λωρένος είναι το όνομά μου από τη Χώρα των βουνών. Ο πατέρας μου είναι ο Χόας, έμπορος.”

“Άρα δεν είσαι ζωο-γράφος. Τι θέλεις στα μέρη μας λοιπόν;” είπε με τη βροντερή φωνή του.

“Κόμη μου, δεν είμαι στο επάγγελμα αλλά αυτή είναι η χάρη μου. Άσε με να σου δείξω.”

Καθώς ήμουν έτοιμος να βγάλω τα σκίτσα μου, πέντε Θαλασσόμορφοι εμφανίστηκαν από το πουθενά. Κάποιοι κρατούσαν κοφτερά κοράλλια και άλλοι σπαθιά που είχαν σχήμα από ψαροκόκαλο. Έμεινα στη θέση μου ακίνητος, καθώς την ίδια στιγμή η Δαμαντεία έμπαινε ανάμεσά μας για να με προστατέψει. Η καρδιά μου σκίρτησε καθώς ήταν αρκετά κοντά μου και μύρισα στα μαλλιά της το φρέσκο θαλασσινό αλάτι ανακατεμένο με λεβάντα του ωκεανού. Ο Κόμης πετάχτηκε από τη θέση του. Μίλησε στην Δαμαντεία σε διάλεκτο που δεν καταλάβαινα δείχνοντας της με το δάχτυλο την έξοδο. Εκείνη έφερε το χέρι στο μέτωπο έκανε μια στροφή μπροστά του και έφυγε. Τα μάτια του Κόμη είχαν γίνει μαύρα αστέρια με κόκκινες ακτίνες. Γρήγορα βρήκα το κουράγιο να βγάλω τα σχέδια μου και να του τα δείξω.

Μου τα πήρε από τα χέρια και τα περιεργάστηκε για μερικές στιγμές.

“Είναι καλά βουνίσιε. Θα αρχίσουμε. Και από την εξέλιξη θα δούμε πώς θα τελειώσουμε.”

******

Πέρασα τις επόμενες βδομάδες σαν σε όνειρο. Καθόμουν στη Θεία αίθουσα, όπου ο Κόμης δεχόταν τους συμβούλους και του υπηκόους του. Ήταν δύσκολο να τον αποτυπώσω. Αναλογα με τα συναισθήματά του άλλαζαν εκτός από την έκφρασή του, το χρώμα των ματιών και του δέρματός του. Ο ήρεμος εαυτός τους ήταν μόνο όταν τον πλησίαζε η κόρη του. Και αυτόν είχα σκοπό να βάλω στο χαρτί μου.

Τα απογεύματα, η Δαμαντεία με έπαιρνε από το χέρι και ταξιδεύαμε στον ωκεανό, τα θαλασσινά ποτάμια και τους αλμυρούς καταρράκτες. Ένα μήνα μετά παρατήρησα ότι άρχισα να αναπνέω μέσα στο νερό. Μου έδειχνε το βασίλειό της καθώς στροβιλιζόμασταν αγκαλιά κάτω από το νερό και μου μιλούσε στην αρχαία τους γλώσσα κάτω από τα αιωνόβια φυκόδεντρα. Ένα βράδυ που ο ουρανός ήταν κατακόκκινος σμίξαμε για πρώτη φορά μέσα στη θαλάσσια σπηλιά που η μάνα της την είχε γεννήσει.

Μια μέρα, μου είπαν ότι ο Κόμης κοιμήθηκε και πλέον περνούσε στην απέναντι ακτή να ζήσει με τους προγόνους του. Ακόμη, ότι δε με χρειάζονταν άλλο και έπρεπε να φύγω. Ένας βουνίσιος δεν επιτρεπόταν να ζει στη χώρα χωρίς λόγο. Τρελάθηκα από την αγωνία. Έψαξα τη Δαμαντεία αλλά δεν ήταν πουθενά. Έμαθα ότι πήγε πέρα, στον μεγάλο καταρράκτη να αποχαιρετήσει τον πατέρα της.

Πήρα το δρόμο του γυρισμού φαρμακωμένος που δεν θα έβλεπα ξανά την πριγκίπισσα της Ακτής, το πιο όμορφο κορίτσι που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Ο δρόμος μου φαινόταν αφιλόξενος και τα βουνά που υψώνονταν μπροστά μου ανυπόφορα. Καθώς έβγαινα από τη Χώρα των Θαλασσόμορφων το φως είχε αρχίσει να μειώνεται. Τότε την άκουσα να φωνάζει το όνομά μου. Γύρισα και είδα τη Δαμαντεία με μακριά πράσινα μαλλιά της να προσπαθεί να με φτάσει. Ήταν λαχανιασμένη και με δυσκολία ανέπνεε. Οι Θαλασσόμορφοι είχαν ξεχάσει πώς να αναπνέουν μακριά από τη θάλασσα και τον Ήλιο.

Έτρεξα κοντά της και την πήρα αγκαλιά. Κλαίγαμε και οι δυο. Η ανάσα της κοβόταν, έβηχε και προσπαθούσε να μου μιλήσει. Όταν βρήκε την ανάσα της μου είπε με σιγανή φωνή ότι πλέον ήταν αυτή η βασίλισσα της Ακτής. Ο πατέρας της ήταν άρρωστος και εκείνη δεν το ήξερε. Όταν κοιμήθηκε, τον συνόδεψε μέχρι τον ωκεανό και τον άφησε να περάσει απέναντι.

“Δαμαντεία, θέλω να ζήσουμε μαζί.”

“Δε γίνεται. Δε μπορώ να αφήσω την ακτή. Και εσύ απαγορεύεται να ζήσεις με τους Θαλασσόμορφους.”

Έβλεπα το αδιέξοδο να ανοίγεται μπροστά μου και να με πνίγει σαν την άβυσσο. Η Δαμαντεία σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε. Με σταθερή φωνή μου είπε.

“Είμαι έγκυος, Λωρένο.”

Τα μάτια της ήταν γαλάζια και έκλειναν μέσα τους όλο το νερό των ακτών στη Θάλασσα και στα αλμυρά ποτάμια. Πριν προλάβω να πω το οτιδήποτε εκείνη σηκώθηκε. Μείναμε ώρα αγκαλιασμένοι. Ξαφνικά γλίστρησε από τα χέρια μου σαν το νερό και την έχασα.

******

Κλείστηκα στο δωμάτιό μου για να μη βλέπω κανέναν. Τα βουνά που άλλωτε με ηρεμούσαν τώρα μου δημιουργούσαν ασφυξία. Είχε έρθει πια το καλοκαίρι και οι κορφές είχαν πρασινίσει. Τα μαύρα σταφύλια κρέμονταν ζωντανά. Αλλά εγώ δεν έβλεπα τίποτα από αυτά. Το μόνο που ήθελα ήταν να τελειώσω το πορτρέτο του Κόμη. Θα επέστρεφα στην Ακτή. Το πορτρέτο του Κόμη να τον δείχνει ξανά ζωντανό θα ήταν το δώρο μου. Έτσι, ίσως είχα μια ελπίδα.

Τα νέα τα έμαθα από τον αδερφό μου όταν γύρισε από τα ταξίδια του. Η Πριγκίπισσα της Ακτής είχε γεννήσει ένα αγόρι. Λίγο πριν τη γέννα, η Δαμαντεία ταξίδεψε στα κύματα μέχρι που βρήκε το μεγάλο κόκκινο όστρακο. Εκεί έφερε στον κόσμο το παιδί της και θα βασίλευαν μαζί. Εγώ μουδιασμένος από τη χαρά και τον πόνο που δε μπορούσα να τους δω, έπιασα τα πινέλα και τα μολύβια με μανία. Πέταξα χρώματα στο χαρτί, μουτζούρωσα, τράβηξα τα σχήματα. Λέρωσα τα δάχτυλα και το πρόσωπό μου και γεύτηκα τα δάκρυά μου που ήταν πλέον αλμυρά. Τότε τον είδα. Ο Κόμης στεκόταν περήφανος μπροστά μου. Το πρόσωπό του ήταν πιο γερασμένο από τη μέρα που τον γνώρισα αλλά τα ωκεανίσια μάτια του έκλειναν όλη τη σοφία του κόσμου.

‘Θα γυρίσουμε μαζί στην Ακτή’, μου είπε. ‘Να τους αγαπάς όπως και εγώ’. Τον τύλιξα σε πανί και τον πήρα στην πλάτη μου. Καθώς κατέβαινα το δρομάκι του σπιτιού μου, είδα τα πράσινα μαλλιά της Δαμαντείας να γυαλίζουν ανάμεσα στους λόφους. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να τη φτάσω. Εκείνη μόλις με είδε σταμάτησε και προσπάθησε να βρει την ανάσα της. Κρατούσα ένα μπόγο μπροστά στο στήθος της. Μόλις την πλησίασα μου είπε με κομμένη πνοή.

“Αυτός είναι ο γιος μας, ο Θαύμας. Λωρένο, δε μπορεί να ζήσει στην Ακτή. Όσο και αν προσπάθησα δεν αναπνέει στο νερό.”

Πήρα στην αγκαλιά το γιο μου που έκλαιγε. Είχε μάτια της Δαμαντείας αλλά τα μαύρα μαλλιά τα δικά μου. Ο Κόμης εμφανίστηκε μπροστά μας. Η Δαμαντεία άνοιξε για λίγο τα μάτια της και τον είδε. Ψέλισσε ‘Πατέρα’ και έπεσε στο έδαφος.

Τρεις μέρες αργότερα η Δαμαντεία χειροτέρευε στα βουνά και ο Θαύμας δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Εγώ τρομαγμένος προσπαθούσα να τους φροντίσω και τους δύο και να βρω μια λύση. Τότε ήταν που ένας αγγελιαφόρος μας ειδοποίησε ότι τα Ηλιόδεντρα από τότε που έφυγε η Δαμαντεία σταμάτησαν να βγάζουν το χρυσό δάκρυ. Η Ακτή ησύχασε και ο ήλιος δεν ήταν τόσο φωτεινός.

Ο Κόμης στεκόταν στο δωμάτιό μας και μας συντρόφευε. Κάποια στιγμή μου είπε ‘Φτιάξτε μια πόλη στη μέση, στο δρόμο ανάμεσα στην Ακτή και τα Βουνά’.  Η Δαμαντεία χαμογέλασε και ο Θαύμας σταμάτησε να κλαίει. Εκείνη τη χρονιά το μαύρο κρασί βγήκε πιο γλυκό.

******

Και έτσι και έγινε, οι Θαλασσόμορφοι έζησαν μαζί με τους Βουνίσιους στην καινούρια πόλη. Οι πρώτοι συνήθισαν το γλυκό αέρα που ερχόταν από τα βουνά και σταμάτησαν να αναπνέουν στο νερό. Οι δεύτεροι συμφιλιώθηκαν με τον αλμυρό άνεμο που ερχόταν από τη Θάλασσα. Τα Ηλιόδεντρα πρόκοψαν στη νέα πόλη αλλά οι σταγόνες στους κορμούς τους δεν ήταν ποτέ τόσο φωτεινοί όσο πριν. Η Δαμαντεία βασίλεψε με το Λωρένο και βγάλανε νέους καρπούς που ταίριαζαν καλύτερα στο καινούριο βασίλειο. Ο Θαύμας μεγάλωσε στις ηλιόλουστες κοιλάδες και ο λαός του έζησε ευτυχισμένος στη Νέα Γη ανάμεσα στις πράσινους λόφους και τα αλμυρά νερά. Τα χρόνια πέρασαν και έτσι έμαθαν να ζουν οι άνθρωποι στους αιώνες που ακολούθησαν και το μόνο που έμεινε να θυμίζει το Βασίλειο της Ακτής ήταν οι άγκυρες και τα κοράλλια που οι απόγονοι της Δαμαντείας και του Λωρένο έβρισκαν στην ξηρά εκεί που άλλοτε κυλούσαν τα αλμυρά ποτάμια.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Άννα Παπάζογλου.

PHOTO: Jessy-Boon-Cowler-Postcards-from-Pachamama-Volcan-Abrazo