Μάτια πεισματικά κλειστά

0
426

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 4796541-1024x640.jpg

Το δωμάτιο ήταν τέσσερα επί τέσσερα, αλλά φαινόταν μικρότερο. Χρησίμευε για τραπεζαρία, κρεβατοκάμαρα και γραφείο. Η κουζίνα ήταν μόνο για ένα άτομο με μια μεγάλη στόφα γκαζιού.

Μια πολυτέλεια ήταν η μπανιέρα. Στο μικροσκοπικό μπάνιο είχαν μια τεράστια μπανιέρα. Στις καλές εποχές φιλοξενούσε και τους δυο παρέα.

Υπήρχε παντού μια βαριά μυρωδιά υγρασίας και ζέστης ανακατεμένη με το ελαφρύ άρωμα του γκαζιού που έκαιγε όλη μέρα για τη θέρμανση και το ζεστό νερό.

~~

Εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωμένη κάτω από το πάπλωμα. Προσφιλής θέση στην κατάθλιψη. Έμενε εκεί ώρες με τα μάτια πεισματικά κλειστά στο σκοτάδι τής σπηλιάς της. Συνήθως ύστερα από κάποιο χρόνο ηρεμούσε και ξανάβγαινε στον κόσμο.

Εκείνη τη φορά είχε μείνει πολύ. Πρέπει να ‘χαν περάσει πέντε ώρες.

Χώθηκε την ώρα που Εκείνος γύρισε απ’ έξω. Δεν της είχε μιλήσει καθόλου. Πήγε και στήθηκε μπροστά στον υπολογιστή. Εκείνη γυρόφερνε λίγο στο δωμάτιο, ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε. Σκόρπιες φλασιές από πληγωμένες στιγμές περνούσανε μπρος από τα κλειστά της μάτια.

Τους τελευταίους τρεις μήνες ζούσαν σ’ ένταση απερίγραπτη. Δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου, δεν κάναν έρωτα, δε βγαίναν έξω παρά μόνο με φίλους -για να παριστάνουν το κουλ ζευγάρι, πήγαιναν στη σχολή τους.

Αλλά ό,τι τους πληγώνει παραμένει ανέγγιχτο.

Αυτά όλα ξαναγύριζαν στο μυαλό της με αστραπιαίες ταχύτητες προσπαθώντας να πουν σε τάξη κι έπειτα σε κάποιου είδους αξιολόγηση, τι κρατάμε τι πετάμε στη θάλασσα -μα η θάλασσα ήταν τόσο μακριά.

Αυτό της είχε λείψει πιο πολύ, η θάλασσα.

Εκεί, δίπλα στη θάλασσα πάντα έλειωνε και φεύγαν από πάνω της όλα τα περιττά, όλα τα ενοχλητικά.
Εδώ, στη μεγάλη πόλη, με τα χιλιάδες υπόγεια τούνελ, όπου περνούσε τη μισή της μέρα για να φτάσει απ’ τη μια μεριά στην άλλη.
Κι  ο τρόμος του τραίνου.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Την ξανάκλεισε.

~~

Ναι, τον τελευταίο καιρό τρόμαζε όταν κατέβαινε στο μετρό. Στεκόταν στην πλατφόρμα κι είχε ακατανίκητη επιθυμία μόλις φτάσει το τραίνο να πεταχτεί στις ράγες.
Ακατανίκητη; Και γιατί να τη νικάει; Γιατί να μη πεταχτεί στις ράγες; Πέρασε μια βδομάδα έτσι.
Και πριν τρεις μέρες στάθηκε ξανά στην πλατφόρμα,
ναι, θα πέσει μόλις φτάσει το τραίνο, αχ, όχι φοβάται, πάει και κολλάει την πλάτη της στον τοίχο να μην μπει στον πειρασμό να πέσει. Δεν πέφτει. Όταν το τραίνο έρχεται, μένει μέσα και φεύγει.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Είχε αρχίζει να ζεσταίνεται. Η μυρωδιά απ’ το γκάζι τής ήρθε πιο έντονη. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Την επόμενη μέρα  στη συνεχιζόμενη αγωνία με το τραίνο, την ώρα που άκουσε το θόρυβο από μακριά, ήταν έτοιμη, αποφασισμένη. Είχε πάρει θέση στην άκρη της πλατφόρμας χωρίς να βλέπει τίποτα μπροστά της, το άκουγε μόνο να πλησιάζει και μύριζε τη σκόνη του κάρβουνου που έκανε βόλτες στον αέρα.

Κι εκείνη τη στιγμή έφαγε το χαστούκι. Ήταν πολύ απότομο. Δεν το ‘χε ξανανιώσει ποτέ. Κάποια φωνή μέσα της. Μα μπορεί η Φωνή να δώσει χαστούκι; Ναι.
Της είπε: «Τι κάνεις, βρε ανόητη; Δε φτάνουν όσα έχει περάσει η μάνα σου, να περάσει κι αυτό;»
Νόμισε ότι θα σωριαζόταν κατά λάθος απ’ την πλατφόρμα στις γραμμές, γιατί είχε κάνει το σφάλμα να μην κολλήσει την πλάτη της στον τοίχο, ήταν η μέρα της απόφασης. Η καρδιά της χτύπαγε με χίλια. Το τραίνο ήρθε, το πήρε κι έφυγε.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Τον άκουσε να μιλάει σιγανά στο τηλέφωνο. Θα νόμιζε μάλλον πως κοιμόταν. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

~~

Με τα μάτια πεισματικά κλειστά τόσες ώρες απορούσε πώς δεν της ερχόταν ύπνος. Η ζέστη μέσα στο πάπλωμα άρχισε να γίνεται αποπνικτική, με το κρεβάτι δίπλα στη θερμάστρα. Μέσα στα κλειστά της μάτια έβλεπε χιλιάδες χρώματα. Στην αρχή ανοιχτόχρωμα κι ύστερα έντονα κόκκινα, πορτοκαλιά, μαβιά. Έσφιξε τα μάτια της και χωρίς να τ’ ανοίξει είδε το χρώμα. Ένα αστραφτερό ασημί που ‘σβησε σε μια στιγμή.

Κι ύστερα μαύρο. Ένα πηχτό μαύρο. Και μια αίσθηση κόλλας. Κάτι μαύρο κολλημένο πάνω της, γύρω της. Σαν να ήτανε χωμένη σ’ ένα πηχτό μαύρο υγρό, που δεν μπορούσε να κουνηθεί, ούτε ν’ ανοίξει τα μάτια της ούτε ν’ αλλάξει χρώμα. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα. Έμεινε λίγο παραπάνω αυτή τη φορά με τα μάτια σφαλιστά. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Κι άρχισε αυτό που έκανε παιδί, όταν καθότανε στο κρεβάτι κάτω από τα σκεπάσματα. Έφευγε και τσουλούσε σε μια ατέλειωτη κατηφόρα, αέναα με αυξανόμενη ταχύτητα. Δεν έφτανε ποτέ κάπου. Αυτό το ταξίδι την ηρεμούσε κι έπιανε τον παιδικό της εαυτό να το διασκεδάζει κιόλας. Γινότανε αυθόρμητα, δεν το προκαλούσε, μεγαλώνοντας όμως είδε ότι μπορούσε και να το προκαλέσει.

Σαν το άλλο, που οι άνθρωποι γύρω της γινόντουσαν πολύ μικροί κι απομακρύνονταν απ’ το πεδίο της κι αυτή σαν να ‘τανε τεράστια, τους έβλεπε και τους άκουγε από πολύ μακριά. Δεν είχε ποτέ διαβάσει την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Μικρή δεν έτυχε και μεγαλύτερη κάτι σαν να φοβόταν να το διαβάσει, μήπως και βρει τους εφιάλτες της τυπωμένους στο χαρτί.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Το πάτωμα έτριξε κι άκουσε τα δυο βήματα, που τον χώριζαν απ’ το γραφείο του, να ‘ρχονται δίπλα της. Τον ένοιωσε να στέκεται από πάνω της. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

~~

Ήθελε να κλάψει. Τους τελευταίους τρεις μήνες είχε κλάψει πολύ. Κι εκείνο το βράδυ που έγραψε το ποίημα. Ποτέ της δεν είχε γράψει ποίημα. Πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, μπλε, πορτοκαλιές οι πεταλούδες του μυαλού πηγαινοέρχονται από τις τρύπες που άνοιξαν στο κρανίο τα δάκρυα.

Δεν μπορούσε όμως πια. Το είχε πάντα τόσο εύκολο το κλάμα κι ήταν μεγάλη παρηγοριά. Όποτε εκείνος την πλήγωνε κι αυτή αδυνατούσε ν’ αντιδράσει, υπήρχε μια γλυκιά ηδονή στα άφθονα δάκρυα που έχυνε.

Σκέφτηκε ότι και να κλαιγε θα ‘ταν ανώφελο. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε. Και να κλάψει, δεν υπήρχε κανείς να την παρηγορήσει. Να κλάψει μόνο για τον εαυτό της; Πάει στο κενό. Εδώ, στην πόλη, για πρώτη φορά στη ζωή της, ήταν απόλυτα μόνη. Χωρίς καμιά ασφάλεια δικού της ανθρώπου. Άλλη πόλη, άλλη γλώσσα, άλλοι άνθρωποι, σαν να πρέπει να μεταφράσεις όλη σου τη ζωή, όλη σου τη φαντασία για να μπορέσεις να προσαρμοστείς, να ενσωματωθείς σ’ αυτόν το χώρο, στις δονήσεις, στις ενέργειές του, στις απαιτήσεις του.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Δεν τον ένοιωθε πια από πάνω της, άκουγε μόνο τα πλήκτρα του υπολογιστή. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Είχε πια πέσει σε απάθεια, σε χαλαρή χαύνωση. Η μαύρη πηχτή λάσπη, που την ακινητοποιούσε πριν, είχε  διαλυθεί. Είχε δώσει τη θέση της σ’ ένα σκούρο πράσινο ζελέ που δεν την άφηνε να κουνηθεί καθόλου. Τρόμαξε.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Πήρε μια κλεφτή ανάσα κι ύστερα κι άλλη πιο μεγάλη κι ύστερα κι άλλη. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η ζέστη ήταν σχεδόν αφόρητη. Το χάος στο μυαλό της ερχότανε κι έφευγε σε κύματα και βούλιαζε κι αυτό απ’ την πίεση του πράσινου ζελέ. Το κεφάλι της έφευγε απ’ το σώμα της και χτυπούσε δεξιά αριστερά προσπαθώντας να συγκεντρωθεί σε κάτι. Αδύνατον.

Μόνο να μπορούσε να κλάψει… θα ξαλάφρωνε.

Άκουσε το καζανάκι τής τουαλέτας κι ύστερα τη φωνή του πάνω απ’ το κρεβάτι: « Θα φας τίποτα;»
Δεν έκανε τον κόπο να του απαντήσει. Τον άκουσε ν’ απομακρύνεται στην κουζίνα και λίγα δευτερόλεπτα μετά τα αυγά που τσιτσίριζαν στο τηγάνι. Κι ύστερα σιωπή. Δεν τον άκουσε να κάθεται στο τραπέζι. Μάλλον έφαγε όρθιος.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Ο αέρας μύριζε αυγά τηγανητά. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Πεινούσε. Το στόμα της πικρό. Είχε να φάει απ’ το προηγούμενο βράδυ. Το πρωί ήπιε μόνο καφέ. Γιατί δεν πήγε στη σχολή; Δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της. Κι είχε δουλειά να παραδώσει. Που την είχε κάνει κιόλας. Της ήρθε πάλι να κλάψει, αλλά η απάθεια την εμπόδισε.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Είχε βάλει μουσική στο υπολογιστή τώρα και τη μοντάριζε με τις φωτογραφίες του. Όλη μέρα αυτή η δουλειά. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

~~

Ένοιωθε και πολύ θυμωμένη. Γιατί; Απ’ τη στάση του; Απ’ τις απαιτήσεις της; Απ’ τον καιρό; Η  βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Στριφογύρισε στο κρεβάτι, άλλαξε στάση. Το έμβρυο, η αγαπημένη της. Έτσι έβρισκε παρηγοριά. Μα τι ήταν αυτό με την παρηγοριά; Για πιο πράγμα να παρηγορηθεί; Αφού εκείνη πήρε την απόφαση να έρθει. Δεν την πίεσε κανείς.

Έκανε λίγο έτσι κι άνοιξε μιαν ακρούλα στο πάπλωμα να πάρει αέρα. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ υγρή. Είχε αρχίζει να ζεσταίνεται. Η μυρωδιά απ’ το γκάζι τής ήρθε πιο έντονη. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Και ξανά στη θέση του εμβρύου. Κρατούσε το κεφάλι της τώρα και τα γόνατά της ακουμπούσαν στο πιγούνι. Η καρδιά της ήταν προστατευμένη. Έμεινε ασφαλής για ώρα.

Άνοιξε και πάλι λίγο την ακρούλα από το πάπλωμα να πάρει ανάσα. Αστραπιαία σκέφτηκε. Α, ναι, είχε ξεχάσει ν’ αερίσει λίγο και το πάπλωμα, να μπει λίγος φρέσκος αέρας μέσα στη σπηλιά. Την ξανάκλεισε την ακρούλα.

Βυθίστηκε στη φρέσκια της ασφάλεια και τότε ήρθε πάλι το χαστούκι. Εκείνο που ‘χε φάει στο μετρό. Αυτή τη φορά πιο δυνατό. Η Φωνή ήτανε πολύ πιο δυνατή τώρα, αυστηρή και γεμάτη περιφρόνηση.

«Τι αηδίες είν’ αυτές που κάνεις; Αν θες ν’ αυτοκτονήσεις, τέλειωνε πια, καν’ το κι άσε μας ήσυχους. Αυτό το γελοίο, ν’ ανοίγεις κάθε τρεις και λίγο την ακρούλα να πάρεις αέρα, είναι εξωφρενικό. Κράτα αν θες την αναπνοή σου, να σκάσεις, να τελειώνουμε. Κι αυτά τα μάτια τα κλειστά; Λες κι αυτό είναι ασφάλεια και παρηγόρια; Τέλειωνε τις βλακείες. Ποιον κοροϊδεύεις;  Σοβαρέψου».

Έλεγε κι άλλα η φωνή, είχε πάρει φόρα, αλλά πια εκείνη δεν άκουγε. Είχε τρομοκρατηθεί. Νόμιζε πως η καρδιά της θα χυθεί απ’ το στόμα της.

Γλίστρησε το πάπλωμα από το κεφάλι της και προσπάθησε ν’ ανοίξει τα μάτια της. Αδύνατον. Έμεινε έτσι, με τα μάτια κλειστά και τον αέρα να πηγαινοέρχεται ελεύθερα στα ρουθούνια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα.

~~

Ένοιωσε το χέρι του στο μάγουλό της. Προσπάθησε ν’ ανοίξει πάλι τα μάτια. Δεν μπορούσε.

«Θες κάτι;» τη ρώτησε.

Ένευσε όχι με το κεφάλι. Πήρε το χέρι του και το φίλησε. Ο τεράστιος εγωισμός της είχε κάνει στην άκρη. Εκείνος έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι. Τη χάιδεψε κι έμεινε να της κρατάει το μάγουλο. Το χέρι του ήταν ζεστό μ’ αυτή την μυρωδιά που τόσο αγαπούσε. Καμιά φορά σκεφτόταν πως τον είχε ερωτευτεί για την μυρωδιά του. Ξαναπήρε το χέρι του και το φίλησε.

« Τι χαζομάρες κάνουμε;» της είπε.
«Τέλος», κατάφερε εκείνη να ψελλίσει.

Στην επόμενη προσπάθεια που έκανε, τα μάτια της άνοιξαν για να δούνε τα δακρυσμένα του μάτια και μια τεράστια ευγνωμοσύνη στο χαμόγελό του.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ανθή Ανδρεοπούλου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής