Ξύσμα λεμονιού

0
446

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι sun6-scaled-1.jpg

“Little darling, it’s been a long cold lonely winter”
The Beatles, Here Comew the Sun

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ξύπνησε με τη γεύση του ήλιου στο στόμα της. Κάπου εκεί μέσα υπήρχε λίγο ξύσμα από λεμόνι. Υπέροχη έγερση. Προσμένοντας την εξέγερση αφέθηκε να εξερευνήσει για λίγο εκείνο τον ήλιο.

Άνοιξε το στόμα της. Δεν πρόλαβε να θέσει το πρώτο ερώτημα. Ο ήλιος γλιστρώντας από τη γλώσσα της είχε κολλήσει ήδη την ερώτησή του στα χείλη της. Ένιωσε μια δόση ενυδάτωσης. Και πώς τη χρειαζόταν λίγες μέρες αφού είχαν λιώσει τα χιόνια.

“Είναι εθιστική η ελευθερία;”

“Η ελευθερία είναι απολαυστική”, απάντησε με την απορία για το τι εννοούσε ο ήλιος.

“Η απόλαυση είναι εθιστική;” συνέχισε με ηλιόλουστο τρόπο εκμαίευσης.

“Η απόλαυση είναι ερεθιστική” ξεστόμισε εκείνη αυθόρμητα.

Άφησε τον ήλιο πάνω στην κουβέρτα της. Χρειαζόταν κι εκείνος θαλπωρή πού και πού.  Ακούστηκε η συνομιλία της καφετέριας με την Έττα. Κάθε Κυριακή ανυπομονούσε να ρουφήξει την πρώτη γουλιά.

Δοκίμαζε να φτιάχνει καφέ ακούγοντας την ίδια μουσική και άλλες μέρες. Όπως Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο. Κι όμως. Μόνο τις Κυριακές άχνιζε τζαζ.

Επέστρεψε στο δωμάτιο κρατώντας το δίσκο με τα πρωινά καλούδια. Μπορεί να μην καταγόταν από την Κρήτη. Ήξερε όμως από καλή φιλοξενία. Δίπλα στις κούπες η σφολιάτα με τη γέμιση σοκολάτας έκανε την Έττα να χάνει τα λόγια της. Είχε προλάβει όμως να της δώσει ένα κομμάτι. Για να διασφαλίσει ότι θα συνέχιζε να τραγουδά χωρίς παύσεις. Η Έττα με βουτυρωμένο ουρανίσκο πέρασε στο “Ιf you were mine”.

“Τι θα έκανες αν ήσουν δική μου;” ρώτησε ο ήλιος όταν την είδε και πάλι δίπλα του.

“Θα σε τάιζα γλυκές στιγμές” του είπε με μια πιρουνιά να στάζει σοκολάτα.

Ο ήλιος άνοιξε το στόμα του. Μασούλησε, κατάπιε. Χείλη χορτάτα.

“Δεν θέλω να χορτάσεις” του είπε γλείφοντας ότι είχε απομείνει στο πιρούνι.

“Ούτε εγώ θέλω να γίνεις δικιά μου. Ο κορεσμός και η ιδιοκτησία είναι σκιές. Προτιμώ την καθαρότητα”.

“Μου αρέσει η καθαρή φωνή σου”, είπε χαμογελώντας στον ήλιο.

“Ήμουν έτοιμος να πω ότι μου αρέσει η καθαρή άρθρωσή σου”, συμπλήρωσε εκείνος λάμποντας.

Χείλη ενυδατωμένα. Χείλη χορτάτα. Αντικριστά. Με περιέργεια να γευτούν την ενυδάτωση. Με λαχτάρα να κατασπαράξουν τη χόρταση. Χείλη με διάθεση αναμονής.

Ώσπου η φαντασίωση στον ουρανό να χαϊδέψει το ρεαλισμό στη γη. Και εκεί στη γραμμή  ένωσης να δουν αν τέμνονται οι γεύσεις.

Πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να αλλάξει το περιεχόμενο στο δίσκο. Να προστεθεί κάτι αλμυρό. Σηκώθηκε με βήματα να γουργουρίζουν προς την κουζίνα. Ο ήλιος την ακολούθησε.

“Πρέπει να φύγω τώρα. Θα ήθελα να σε ξαναδώ.”

“Και εγώ θα ήθελα να σε ξαναδώ”, είπε ανοίγοντάς του το παράθυρο.

Ο ήλιος χάθηκε γρήγορα στον ουρανό. Το κορίτσι έμεινε να κοιτάζει ψηλά. Αποφάσισε να κοιμηθεί με άδειο στομάχι. Με την επίγευση από το ξύσμα λεμονιού. Αυτό που έρχεται για να ισορροπήσει την έντονη γλύκα.

~~{}~~

Οι μέρες πέρασαν, οι εβδομάδες διέσχισαν την πορεία τους, οι μήνες ξεστράτισαν. Ο ήλιος άφαντος. Από τη Δευτέρα κιόλας είχε ανοιχτό το παράθυρό της.

Ευτυχώς ο καιρός είχε φτιάξει. Το αεράκι που έμπαινε από την ανάκληση καθόλου δεν την ενοχλούσε. Καμιά φορά γλιστρούσαν από εκεί αστέρια. Τα έβλεπε το πρωί πάνω στο πάτωμα. Τα τηγάνιζε κατευθείαν. Μόνο μέσα στο τηγάνι έβρισκαν και πάλι τη λάμψη τους. Και από εκεί φώτιζαν θρεπτικά το στομάχι της.

Σκεφτόταν όμως τον ήλιο. Διατηρούσε την ελπίδα ότι κι εκείνος μια μέρα θα τρύπωνε στο δωμάτιο της. Δεν θα τον τηγάνιζε βέβαια. Ίσως του έριχνε μια βράση στο μπρίκι, ίσα για να γίνει μελάτος. Για να στάξει με λίγο από το πορτοκαλί του στα αστέρια. Δεν είχε νόημα να σκέφτεται συνταγές. Ο ήλιος την είχε ξεχάσει. Κι εκείνη όσα αστέρια κι αν έτρωγε, δεν μπορούσε να ξεχάσει τη γεύση του.

Ένα πρωινό σηκώθηκε με μια βουβή γεύση λεμονιού στο στόμα. Έκλεισε το παράθυρο. Τέλος το τηγάνισμα. Έβαλε το τελευταίο αστεράκι στη βαλίτσα λέγοντας ένα προσωρινό αντίο στο δωμάτιο.

Λίγες ώρες μετά βρέθηκε στο λιμάνι. Από εκεί θα πήγαινε στο νησί. Η θάλασσα τη συμβούλευσε καθώς ένιωσε την αλμύρα του καημού της.

“Κορίτσι, δοκίμασε να κατασκηνώσεις εκεί όπου ο ουρανός συναντά τη γη”.

Αυτό είχε σκοπό να κάνει εξαρχής. Με την τόνωση της επιβεβαίωσης επιβιβάστηκε στο πλοίο. Την υποδέχτηκε η κάπαρη με αψύ χαιρετισμό. Το κορίτσι έσκυψε και την έβαλε στη χούφτα της. Δεν είχε πρόθεση να τη φάει. Θα την κρατούσε για πυξίδα της.

Εκείνη της έδειξε το δρόμο προς τη ρίγανη. Και ακριβώς εκεί θα κατασκήνωνε. Δίπλα σε μυρωδιά διαπεραστική και ερεθιστική. Η σκηνή ήταν η νέα της κατοικία. Έβαλε στην κορυφή της το αστεράκι. Σίγουρη ότι θα έβρισκε το δρόμο της επιστροφής, πήγε για μια νυχτερινή βουτιά. Με την κάπαρη ένα μπαλάκι στα ακροδάχτυλα της έφτασε σε μια παραλία λαχταριστή. Το φεγγάρι με μια όψη πεπερονάτη κόντευε να βουτήξει μαζί της. Από το πρώτο μακροβούτι της το πλησίασε τόσο πολύ που ένιωσε να τσιτσιρίζονται τα ρουθούνια της.

“Είσαι πεινασμένη για βουτιές στα βαθιά” της είπε με πικάντικο ύφος.

“Είμαι αποφασισμένη” του απάντησε καταβροχθίζοντας το.

Βγαίνοντας από τη θάλασσα πέρασε τη γλώσσα από τα δόντια. Για να καθαρίσει ότι είχε μείνει ανάμεσα. Συγκρατήθηκε και δεν πήρε ούτε μια μπουκιά από το παχύρρευστο σκοτάδι. Είχε χορτάσει για τα καλά. Ευτυχώς που είχε βάλει το αστεράκι στη σκηνή. Φώτιζε από ψηλά.

Ξύπνησε με καούρες στο στομάχι. Όχι λόγω της λαιμαργίας της. Καιγόταν να θυμηθεί πού είχε ξεχάσει την κάπαρη. Βγήκε από τη σκηνή και έτρεξε στην παραλία. Το πράσινο κεφαλάκι της ξεπρόβαλε γρήγορα ανάμεσα στα βότσαλα.

“Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ ξανά” είπε το κορίτσι χαϊδεύοντας τις καμπύλες της.

“Πρέπει να ρίξεις και ένα χάδι στον ήλιο” απάντησε η κάπαρη.

Το κορίτσι έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό. Τον έβλεπε ξανά μετά από μήνες.

“Γιατί με ξέχασες;” τον ρώτησε με παράπονο.

“Δεν σε ξέχασα ποτέ. Εσύ σταμάτησες να με βλέπεις” απάντησε ο ήλιος.

“Εγκλωβίστηκες στο δωμάτιο σου περιμένοντας εκεί μέσα” συνέχισε να της εξηγεί.

“Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λάμπω που σε βλέπω στο νησί! Ανησυχούσα ότι θα έμενες μες στο δωμάτιο για πάντα”.

Το κορίτσι τόσο πολύ ζαλίστηκε από τα λόγια του. Άρχισε να ανακατεύεται. Ξέρασε το φεγγάρι. Μαζί με τα αστέρια. Επέστρεψε στη σκηνή. Μάζεψε τα μπογαλάκια της. Έχωσε και λίγη από τη γειτόνισσα ρίγανη.

Προτού επιστρέψει στο δωμάτιο άφησε το κορμί της να βουτήξει. Η θάλασσα ως μια σοφή νονά της είπε: “Από εδώ και πέρα να κατασκηνώνεις εκεί όπου συναντάς λαχταριστές γεύσεις. Να δοκιμάζεις με σύνεση”.

Η πρώτη συνταγή θα ήταν κυκλαδίτικη. Με ρίγανη και κάπαρη από το νησί θα έτρεφε τον εαυτό της με αγνά υλικά. Κι ο ήλιος θα φώτιζε από περηφάνια. Και τα αστέρια δεν θα τρεμόσβηναν πια από φόβο μην τα κατασπαράξει. Και το φεγγάρι θα μύριζε καραμέλα λεμόνι. Κι εκείνη θα συνέχιζε να έχει ανοιχτό το παράθυρο τα βράδια. Για να νανουρίζεται από τη μυρωδιά του λεμονιού.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Σταυρούλα Σανίδα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής