Stand by me -να γίνουμε μεγάλοι

0
159

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι o-nokia-3310-facebook_qeb1-1024x512.jpg

Ιδρωμένος από τη μεγάλη απόσταση που έπρεπε να διανύσει για να φτάσει επιτέλους και στην ώρα του στην απόκοσμη πύλη του γυμνασίου στο Μπεράτι, ο Ντρίνι σκεφτόταν πάλι την αδελφή του και τις ραδιουργίες της, οι οποίες τον οδήγησαν ως εκεί. Μακριά από τους φίλους του και τη ζωή του στην Αθήνα που του ήταν πιο οικεία από τη ριζική του αυτή πατρίδα.

Άραγε οι γονείς τους την είχαν συγχωρήσει; Δεν θα τους ενδιέφερε. Αρκεί που πήγε εκείνος να συνοδεύσει τον πατέρα για όσο χρειαστεί ώστε να κλείσει τις υποθέσεις του.

Ο Ντρίνι ήταν 12 χρόνων και εκείνη 16. Έκλαιγε στα πόδια της μια ολόκληρη νύχτα αρνούμενος να κάνει αυτό το ταξίδι, ενώ εκείνη τον παρηγορούσε λέγοντας του ότι θα μείνουν ενωμένοι και θα το περάσουν μαζί. Θα έκαναν εκδρομές στα βουνά και θα του έφτιαχνε το κέικ σοκολάτα της μαμάς, αφού είχε μάθει τη συνταγή με εξαιρετική ακρίβεια.

Όταν ήρθε η μέρα της αναχώρησης είχε εξαφανιστεί. Μετά έμαθαν ότι την είχε φυγαδεύσει ένας φίλος της ή ερωτικός της σύντροφος που είχε φτιάξει την προσωπική του κατοικία στο γκαράζ του σπιτιού του στην Αγία Παρασκευή.

Ο πατέρας δεν θα ανέβαλε τα σχέδια του με αυτή την έκβαση κι ούτε η μητέρα θα τον εμπόδιζε, σκληραγωγημένοι ως ήταν κι οι δύο και αποστασιοποιημένοι από τα συναισθήματά τους.

Περνώντας την πύλη ένιωσε ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Ο Ερντάν ήταν ψηλός και γεροδεμένος σε αντίθεση με τον Ντρίνι, παρότι είχαν την ίδια ηλικία. Ο Ντρίνι μάλλον θα ταίριαζε περισσότερο στη φωτογραφία της πέμπτης τάξης του δημοτικού, ενώ ο Ερντάν σε αυτή της πρώτης λυκείου. Ίσως ο Ερμόλαος που τους περίμενε στο κυλικείο με φουντούνια και πορτοκαλάδα να εξισορροπούσε την ιδιαιτερότητα των φυσιογνωμιών τους, όντας καθαρό δωδεκάχρονο πρώτης γυμνασίου. Επίσης ο Ερμόλαος ήταν το διαβατήριό τους για επιτυχημένες κοπάνες από το σχολείο και το άλλοθί τους μετά από κάθε πρόβλημα, εφόσον ήταν ο καλύτερος μαθητής και πρότυπο διαγωγής.

«Από το βουνό ήρθες;» ρώτησε ο Ερμόλαος τον Ντρίνι

«Πέρασα από τα χωράφια. Είχα όρεξη για περπάτημα» αποκρίθηκε.

«Πότε είναι η εκδρομή με τους προσκόπους;» πετάχτηκε ο Ερντάν.

«Χθες ήταν. Δεν πήγα γιατί έφυγε ο πατέρας μου για Τίρανα κι έκατσα για παρέα στη Θεία» είπε ο Ντρίνι.

«Αυτό είναι σπουδαίο νέο, γιατί έχω να σας ανακοινώσω ότι η εκδρομή είναι σήμερα και χθες γραφτήκαμε στην ομάδα κι εγώ με τον Ερμόλαο» συνέχισε ο Ερντάν, κοιτάζοντάς τους με νόημα.

«Μα ακόμα δεν κάναμε ούτε την πρώτη ώρα» παραπονέθηκε ο Ερμόλαος.

Ο Ντρίνι έμοιαζε να ρεμβάζει μακριά σε κάποια θέα στην άβυσσο του μυαλού του, ενώ η ομίχλη δεν επέτρεπε την ορατότητα πάνω από μερικά μέτρα.

«Και που θα πάμε εκδρομή;» ρώτησε χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα.

«Θα πάμε στο ποτάμι. Έχω πάρει τα ηχεία και το λάπτοπ μαζί μου και…» ο Ερντάν έδειξε ένα σακουλάκι με χόρτο βγάζοντάς το διακριτικά από την τσέπη της τζιν ζακέτας του και το επέστρεψε ξανά μέσα.

Λίγα λεπτά πριν χτυπήσει το κουδούνι για να τους καλέσει στην τάξη βρισκόντουσαν κι οι τρεις στο γραφείο του επιστάτη. Ο Ερντάν ζαχάρωνε τα κλειδιά της ελευθερίας τους αναζητώντας στην αρμαθιά που κρεμόταν από ένα μεγάλο κρίκο εκείνο της πύλης εισόδου, που είχε κλειδώσει μόλις τελείωσε η καταμέτρηση των μαθητών. Ο Ερμόλαος όπως πάντα εξηγούσε τους λόγους για την έκτακτη αποχώρησή τους χρησιμοποιώντας την πειθώ και το καθαρό προφίλ του. Ο Ντρίνι δίπλα του έγνεφε καταφατικά και παρακλητικά.

Ο επιστάτης άκουγε με υπομονή αν και είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντά του από τότε που εξαφανίστηκε ο δεκαπεντάχρονος γιος του και άφηνε τα παιδιά στην τύχη τους, χωρίς να ζητά εξηγήσεις και αποδεικτικά. Στο χωριό συζητούσαν ότι το έσκασε επειδή ο πατέρας του τον εξανάγκαζε σε εξαντλητικές εργασίες στο χωράφι, ενώ εκείνος επεξεργαζόταν τη γη και τον ουρανό και προσπαθούσε να δώσει πρόσβαση στις αισθήσεις και τις γνώσεις του πιο βαθιά και πιο ψηλά από αυτά.

Το ποτάμι άτμιζε κι ο Ντρίνι που μπορούσε να το δει, μπορούσε να αισθανθεί και την κρυφή ζέστη στους βαθμούς που θα ταν κοντά στο μηδέν.

Ο Ερντάν πάλευε να συνδέσει τα ηχεία με το λάπτοπ για να βάλει αυτούς τους επαναληπτικούς μονότονους ήχους της ηλεκτρονικής μουσικής που τον συνέπαιρνε και αναγκαστικά κουνούσε και τα κεφάλια των άλλων δύο με απορημένη συγκατάβαση.

Ο Ντρίνι πολλά χρόνια αργότερα όντας τενόρος τραγουδιστής στην όπερα της Ρώμης, θα παρατηρούσε ότι στην ερώτηση για το είδος μουσικής που άκουγε μικρός, θα απαντούσε εκείνη την τέκνο του φίλου του που ποτέ δεν την επέλεξε ο ίδιος, αλλά αυτή άκουγε πράγματι.

«Γαμώτο. Φέρτε ένα κινητό να δοκιμάσουμε αν παίζει» τους φώναξε.

Ο Ντρίνι έβγαλε το nokia 3310 από την τσέπη του, μπανταρισμένο με ταινίες που μαγνήτιζαν χνούδια και σκόνη στην εκτεθειμένη κόλλα τους.

«Με δουλεύεις ρε μαλάκα; Τι είναι αυτό;» φώναξε ο Ερντάν και έφυγε προς τα πίσω κλωτσώντας το χώμα και φωνάζοντας ενώ οι άλλοι δύο γελούσαν.

«Θα ξαναγύριζες στην Ιταλία;» ρώτησε ο Ντρίνι

«Θα επιστρέψω εκεί αφού γυρίσω τον κόσμο» απάντησε ο Ερμόλαος με σιγουριά.

Κάποιες ομιλίες που ακούστηκαν από δίπλα διέκοψαν τις σκέψεις τους και γύρισαν να κοιτάξουν προς τον Ερντάν ο οποίος ήταν τώρα περιτριγυρισμένος από μία συμμορία με πέντε μεγάλους, γύρω στα 20, που φορούσαν δερμάτινα μπουφάν, αλυσίδες και καρφιά στο κεφάλι για μαλλιά.

Σηκώθηκαν και άρχισαν να προχωρούν προς τα κει αντιδρώντας σ’ένα φοβισμένο δισταγμό που τους βάραινε τα πόδια.

Ο αρχηγός από τους μεγάλους τους είδε.

«Α, έχετε και τη μικρή νεράιδα μαζί σας» είπε κοιτώντας τον Ντρίνι.

«Δεν μιλάει αλβανικά αυτός, είναι Έλληνας. Μην ασχολείστε» τους είπε ο Ερντάν προτάσσοντας τον εαυτό του.

«Δε σε είδαμε να περνάς σήμερα για το σχολείο πριγκίπισσα» συνέχισε ο μεγάλος μιλώντας στον Ντρίνι στα ελληνικά.

Ο Ντρίνι τον κοίταζε παγωμένος σε μία απόσταση περίπου δέκα μέτρων, όταν ένιωσε το χέρι του Ερμόλαου να σφίγγει το δικό του και να του χτίζει ένα τείχος προστασίας.

«Τέλος πάντων, δώστε μας ότι έχετε και θα σας αφήσουμε να παίξετε με τα παπάκια σας» συνέχισε ο αρχηγός.

Δύο από τους μεγάλους προχώρησαν προς τον Ντρίνι και τον Ερμόλαο, ενώ ο Ερντάν προσπαθούσε να τους πείσει ότι δεν έχουν χρήματα.

«Να πάω να το φέρω;» είπε συνωμοτικά ένας άλλος στον αρχηγό.

«Πήγαινε να ψάξεις τα πράγματα κοντά στο ποτάμι πρώτα» του απάντησε εκείνος δείχνοντας με τα φρύδια προς το λάπτοπ και τα ηχεία.

Από τον Ερμόλαο πήραν το χαρτζιλίκι της εβδομάδας καθώς δεν είχε κινητό ή άλλες συσκευές και ο Ντρίνι τράβηξε το 3310 να γλιστρήσει από την τσέπη του και το έδωσε άνευρα.

Ο μεγάλος που τον είχε αναλάβει το κοίταξε και ξέσπασε σε προσβλητικά γέλια αφήνοντας και μερικά σάλια να σκίσουν την ομίχλη.

«Μας δουλεύεις ρε μαλακισμένο;» είπε σοβαρεύοντας απότομα και ρίχνοντάς το στο χώμα με οργή.

Τον κοίταξε προδίδοντας ότι στα επόμενα δευτερόλεπτα θα ορμούσε πάνω του κι ο Ντρίνι έκανε να τρέξει πριν τον ακινητοποιήσει στο χώμα μπρούμυτα κρατώντας τα δυο του χέρια στην πλάτη, όπως κανονικά συλλαμβάνουν οι καλοί τους κακούς.

Ο Ερμόλαος και ο Ερντάν στράφηκαν για να διαμαρτυρηθούν και τον ελευθερώσουν, όμως τους σταμάτησαν κι αυτούς λόγω αριθμητικής ισχύος.

Ο Ερντάν χρειάστηκε λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, όμως ήταν κι αυτός υποχωρητικός από έναν υποβόσκων φόβο αταίριαστο με το σουλούπι του.

Ο μεγάλος έψαξε τον Ντρίνι και τον άφησε χτυπώντας τον στο έδαφος μόλις διαπίστωσε ότι δεν κουβαλούσε τίποτα άλλο.

Ο Ερντάν αποχαιρέτισε το λάπτοπ και τα ηχεία και η συμμορία αποχώρησε λέγοντας τους «μείνετε εδώ για τουλάχιστον μισή ώρα ακόμα και όλο αυτό θα τελειώσει εδώ».

Η μισή αυτή ώρα πέρασε σιωπηλά μόνο με μερικές κοφτές ανάσες που συνόδευαν λίγα δάκρυα που ξεχείλισαν από τα μάτια του Ερμόλαου.

Αργότερα θα αποκάλυπτε στον Ντρίνι ότι τον είχε συναισθανθεί που τέντωνε την απόσταση για να φτάσει στο σχολείο κρυμμένος και κυνηγημένος για τη θηλυπρέπειά του, όσο ανακάλυπτε και για τον εαυτό του πως ο θαυμασμός που έτρεφε για το ίδιο φύλο έκρυβε μέσα του έρωτα.

Πρώτος σηκώθηκε ο Ντρίνι και πήρε στα χέρια του το 3310 που δεν είχε ανοίξει από την πτώση λόγω των ταινιών. Άνοιξε το πίσω μέρος και έβγαλε 1500 λεκ.

«Πάμε για ηλεκτρονικά;» πρότεινε στους άλλους δύο και ξεκίνησε να παίρνει τον δρόμο της επιστροφής.

Σύντομα σηκώθηκαν κι εκείνοι και πρόλαβαν το βήμα του αγκαλιάζοντάς τον, για να χαθούν στην ομίχλη μιλώντας, γελώντας και αναπλάθοντας ήδη τις μνήμες των τελευταίων ωρών.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ειρηλένα Τσάμη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Προηγούμενο άρθροΠοτέ. Ποτέ. Ποτέ.
Επόμενο άρθροΡαχήλ
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.