Ραχήλ

0
439

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι rachel-2.jpg

Υπηρετούσα τη θητεία μου σ’ ένα φυλάκιο κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Δύσκολο μέρος, καταραμένο απ’ το Θεό. Κρύο, υγρασία και σκοτάδι. Πολλές απ’ τις σκοπιές σε μέρη απομονωμένα, που μ’ έκαναν να πετάγομαι σε κάθε ήχο που άκουγα.

Οι φαντάροι λέγαν ιστορίες για την σκοπιά Σ6, όπου περνούσε κάποιες νύχτες μια γριά έξω απ’ τα σύρματα και κοντοστεκόταν κοιτάζοντας το φαντάρο επίμονα. Αν έκανες να της μιλήσεις σ’ έπιανε αυτό που το λένε Μόρα και σου κοβόταν η φωνή και η ανάσα.

Κάποιοι ντόπιοι μας έλεγαν ότι στην Σ2 έβγαινε ένα μικρό παιδάκι μέσα απ’ τις πυκνές φυλλωσιές κι έσκουζε με βρυχηθμό λιονταριού.

Άκουγα διάφορες τέτοιες ιστορίες που δεν ήταν παρά βλακείες, αστικοί μύθοι και δεισιδαιμονίες. Το θέμα όμως ήταν ότι έφτιαχναν κλίμα εκφοβιστικό, άσχετα αν τα πίστευες αυτά που λέγαν. Πολλές φορές είχε τύχει να φυλάω σκοπιά στη Σ2 ή στη Σ6 και να ‘ρχονται στο μυαλό μου οι ιστορίες που άκουγα.

Μέσα σε όλα αυτά ήταν κι ο καιρός που είχε αρχίσει να αγριεύει  μέρα με τη μέρα. Χιόνι, ομίχλες, παγωνιά έκαναν παρέα στη μοναξιά μου. Η επικοινωνία μου με τους άλλους φαντάρους σχεδόν ανύπαρκτη. Μόνο με τον Στέλιο είχαμε γίνει φιλαράκια. Κι αυτός από Αθήνα, τον είχαν στείλει δυσμενή μετάθεση, όπως κι εμένα.

Μου ‘λεγε ο Στέλιος ότι άκουγε τις νύχτες να τον φωνάζουν από μακριά, άλλοτε γυναικεία φωνή, άλλοτε παιδική. Είχε δει τρεις φορές το ίδιο όνειρο, ότι αγκάλιαζε λέει τη μάνα του και τα χέρια της γίνονταν φίδια που τον έσκαγαν -και ξύπναγε κατουρημένος.

“Όλοι οι βαρεμένοι εδώ είναι;” αναρωτιόμουν.

~~

Είχε φτάσει Δεκέμβρης και ξημέρωνε του Αγίου Νικολάου. Μας είπε ένας βοσκός ότι κάνουν γιορτή σε ένα κοντινό χωριό το Λυκόστομο.

«Κατηφορίστε το μεσημέρι, θα ψένουν προβατίνες και θα χει και χορό στο μαγαζί του Παντέ.»

«Επιτέλους κάτι να σπάσει αυτή τη θλιβερή μονοτονία και τη σκοτεινιά», σκέφτηκα.

Ο Στέλιος κι εγώ ήμασταν εξοδούχοι. ¨Εξοδούχοι¨, πολύ αστεία λέξη όταν η έξοδος σου περιορίζεται στο να πας στο κοντινό χωριό 16 χιλιόμετρα από το φυλάκιο.

Μετά τις τέσσερις καβαλήσαμε ένα στρατιωτικό τζιπ και φύγαμε για το Λυκόστομο.

«Ας βάλει το χέρι του ο Άγιος μη και πέσουμε σε καρακόλια», μου είπε ο Στέλιος κάνοντας το σταυρό του.

Εκείνη τη μέρα, πέρα από την παγωνιά, φυσούσε πολύ και σε μαστίγωνε ο αέρας. Σε κάποιες στροφές κόντεψα να ξεράσω το γάλα της μάνας μου. Παρόλο που ήμασταν σε τετρακίνητο τζιπ, πήγαινε σαν καρυδότσουφλο όταν του τα ‘σκαγε ο αέρας στα πλάγια.

Φτάσαμε στις πεντέμιση κι άρχισε να σκοτεινιάζει και να ψιλοβρέχει. Στην ψησταριά βλέπαμε κόσμο μέσα, μουσική και οχλαγωγία ακουγόταν από μακριά μαζί με μυρωδιά τσίκνας.

«Επιτέλους άνθρωποι, μουσική», φωνάξαμε και έσκασε το χειλάκι μας χαμόγελα.

Μέσα στην ψησταριά γλέντι σωστό,  με μια μικρή ορχήστρα και πολύ κέφι από τους χωριανούς. Ήμασταν οι μόνοι φαντάροι εκεί μέσα και μας καλοδέχτηκαν.

«Κεράστε τα φαντάρια, μωρέ.» είπε ένας μουστακαλής.

Καθόμουν και παρατηρούσα τον κόσμο, τα πρόσωπά τους, τις κινήσεις τους, τον τρόπο που μιλούν. Άνθρωποι χαμογελαστοί, σκληροτράχηλοι, εύρωστοι και απλοϊκοί. Ένιωθα σαν να κατέβηκα από τον Άρη.

Ανάμεσα στον κόσμο παρατήρησα και λίγες νέες κοπέλες που τις περιτριγύριζαν οι πιο νέοι του χωριού. Όσο περνούσε η ώρα ένιωθα πιο ζεστά με το περιβάλλον και σιγά – σιγά άρχισα να μιλάω με τους γύρω μου ώσπου ξεθάρρεψα.

~~

Παρατηρούσα ώρα ένα κορίτσι που βρισκόταν ανάμεσα στον κόσμο. Φαινόταν πολύ ευτυχισμένη και διαρκώς είχε ένα πλατύ χαμόγελο που την κολάκευε. Ντυμένη μ΄ ένα ελαφρύ κόκκινο  φόρεμα , πυκνά μαύρα μαλλιά, καταπράσινα μάτια κι άσπρο δέρμα καθαρό, αψεγάδιαστο.

Πραγματικά τη χάζευα σαν υπνωτισμένος να μοιράζει χαμόγελα και να κινείται στο χώρο αέρινη. Πρόσεξα πως δεν είχε κάποια παρέα, δεν μιλούσε με κανέναν, αλλά φαινόταν σαν να την γνωρίζουν και να τους γνωρίζει όλους.

Έκανα κίνηση προς το μέρος της και την πλησίασα. Της χαμογέλασα και ανταποκρίθηκε.

«Καλησπέρα, σε παρατηρούσα πριν και ήθελα να σου πω ότι…ότι είσαι…ε.. είσαι πολύ όμορφη» της είπα και με έλουζε ο ιδρώτας.

Μου χαμογέλασε και με ακούμπησε στον ώμο

«Κι εσύ είσαι πολύ όμορφος. Με λένε Ραχήλ.»

«Βασίλης.»

«Πάμε να βάλουμε κρασί, Βασίλη.»

Μ’ έπιασε απ το χέρι και με τράβηξε μαζί της. Βάλαμε κρασί , τσουγκρίσαμε και χορέψαμε. Δηλαδή αυτή χόρευε, εγώ απλά κουνιόμουν και τη χάζευα. Ήταν σαν φωτίζει κάτι από τα μέσα της, η μυρωδιά της απαλή και μεθυστική. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό μου.

«Αγκάλιασέ με» μου είπε, την υπάκουσα κι αμέσως κόλλησε τα χείλια της στα δικά μου.
Φιλιόμασταν ανάμεσα στον κόσμο και η αίσθηση μου ήταν σαν να φιλάω σε όνειρο μια γυναίκα βασίλισσα, αυτοκράτειρα, θεά ή το πιο τέλειο δημιούργημα της φαντασίας μου.

Κάποια στιγμή μου είπε κάπως απότομα ότι πρέπει να φύγει κι εγώ της ζήτησα να τη συνοδεύσω. Έξω το χιόνι μόλις είχε καλύψει  το έδαφος, ο αέρας είχε κόψει βαδίσαμε στα σοκάκια.

«Δεν είχες παλτό;» τη ρώτησα.

«Το ξέχασα στο αμάξι της φίλης μου»

«Θα σου δώσω τη χλαίνη μου» της είπα και της φόρεσα την παχιά χλαίνη.

Πιασμένοι χέρι – χέρι τριγυρίζαμε στα σοκάκια, γελούσαμε, λέγαμε τραγούδια. Πότε – πότε σταματούσαμε κάτω από στέγες και φιλιόμασταν με πάθος. Μέχρι που βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο.

«Εδώ πρέπει να χωρίσουμε» μου είπε.

«Είσαι σίγουρη, θες να σε πάμε με το τζίπ;»

«Όχι, σ΄ ευχαριστώ γλυκέ μου»

«Θα έρθω να σε βρω ξανά μεθαύριο»

Γέλασε, μου ‘δωσε άλλο ένα φιλί κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Γύρισα πίσω να βρω τον Στέλιο στο μαγαζί. Είχε απλωθεί μεθυσμένος στον καναπέ. Τον μάζεψα γρήγορα και μπήκαμε στο τζιπ. Παρά την τόσο έντονη βραδιά ένιωθα δυνατή ενέργεια μέσα μου κι οι αισθήσεις μου έγιναν ευαίσθητες. Οδήγησα μέσα στο χιόνι δεκάξι ολόκληρα χιλιόμετρα. Δεν το πίστευα.

~~

Την άλλη μέρα το μυαλό και οι αισθήσεις μου ήταν παγιδευμένα στη Ραχήλ. Έπρεπε να κάνω υπομονή μια μέρα ακόμα για την επόμενη έξοδο. Ο Στέλιος είχε πονοκέφαλο και κοιμόταν όλη μέρα, ως την ώρα που θα πήγαινε στη σκοπιά.

Το βράδυ έκατσα κι έγραψα όσα στοιχεία θυμόμουν απ΄ αυτή. Έτσι, γιατί το είχα ανάγκη. Την άλλη μέρα μετά το μεσημέρι έφυγα για το Λυκόστομο μ’ έναν ντόπιο που είχε τρακτέρ. Φτάνοντας στο χωριό πέρασα από την ταβέρνα που έγινε το γλέντι. Το μέρος αγνώριστο, το φως της ημέρας έδειχνε ένα διαφορετικό σκηνικό απ΄αυτό που είχα συναντήσει τις προάλλες.

Μπήκα στην ταβέρνα και βρήκα τον ταβερνιάρη με το μουστάκι.

«Ήρθα προχθές στο γλέντι και αναζητώ μια κοπέλα του χωριού, τη Ραχήλ, της έδωσα τη χλαίνη μου.»

«Την ποια;»

«Ραχήλ. Μια νέα κοπέλα με κοκκινωπό φόρεμα, που χόρευε στη μέση του μαγαζιού.»

«Δε θυμάμαι καμία κοπέλα με κόκκινο να χορεύει.»

«Εδώ στη μέση χόρευε, όλοι την κάναν γούστο.»

Ο ταβερνιάρης σίγουρα είχε πιει κι εκείνος. Πώς γίνεται να μην την πρόσεξε; Συνέχισα να πηγαίνω ψάχνοντας στα σοκάκια μέχρι που είδα ένα φαρμακείο. Σκέφτηκα πως αποκλείεται να μην την ξέρουν. Πόσες κοπέλες να χει αυτό το μικρό χωριό;

Μπήκα μέσα και ρώτησα τη φαρμακοποιό το ίδιο με πριν. Αλλά η απάντησή της με μπέρδεψε για τα καλά.

«Κοίτα, γιε μου, το χωριό έχει δέκα μικρά κορίτσια και άλλες τόσες νεαρές κοπέλες. Δεν υπάρχει καμιά Ραχήλ».

Να μου ‘δωσε άλλο όνομα; Να μου ΄λεγε ψέμματα;  Δεν μπορεί,  φαινόταν τόσο αγαπητή,  και κυκλοφορούσε με άνεση και οικειότητα ανάμεσα στον κόσμο.

Βγήκα έξω και συνάντησα το βοσκό που μας είχε πει για το γλέντι. Τον ρώτησα για τη Ραχήλ.

«Ραχήλ…» είπε και έμεινε να συλλογιέται. «Η μόνη Ραχήλ που είχε το χωριό ήταν ένα ομορφοκόριτσο μελαχρινό με πράσινα μάτια, που έμενε στα πάνω σπίτια. Πέθανε πριν από 7 χρόνια, κάηκε μέσα στο σπίτι της.»

«Δεν μπορεί να είναι αυτή, για άλλη λες»,  του είπα.

«Δεν ξανάκουσα το όνομα αυτό από τότε», μου είπε, «η μόνη Ραχήλ που υπάρχει είναι στο νεκροταφείο, δίπλα στο μεγάλο τάφο του Καράγιωργα.»

Έφυγα ενοχλημένος από αυτά που μου ‘πε ο βοσκός. Περπατούσα στα στενά βουρκωμένος ώσπου είδα μια ταμπέλα “νεκροταφείον Λυκοστόμου”. Μπήκα μέσα, δεν ξέρω γιατί, άρχισα να γυρνάω στους τάφους. Στο βάθος ξεχώριζε ένας που ήταν ο πιο μεγάλος, οικογενειακός.

Φτάνω εκεί και βλέπω τον τάφο κάποιου Κωνσταντίνου Καράγιωργα. Δυο τάφους πιο δίπλα βλέπω έναν μικρότερο σταυρό.

Κοντοστέκομαι και διαβάζω ¨Ραχήλ Στάμου¨, ηλικία 26 χρονών. Στο μνήμα ένα σβησμένο κερί και μια φωτογραφία. Η Ραχήλ με κόκκινο φόρεμα σα να ‘τανε γιορτή. Πάνω στον τάφο αφημένη μια χλαίνη. Η χλαίνη μου.

Την πήρα αμέσως κι άρχισα να τρέχω. Η χλαίνη έκαιγε, δεν άντεξα άλλο και την πέταξα.

Έτρεξα πίσω στο χωριό. Μόλις έφτασα στην πλατεία είδα τη Ραχήλ. Ανέβαινε σ’ ένα τζιπ στρατιωτικό. Φορούσε το ίδιο κόκκινο φόρεμα. Φώναξα ξανά και ξανά

«Ραχήλ! Ραχήλ!»

Το τζιπ χάθηκε στο δρόμο, εγώ χάθηκα στο δάσος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Κωνσταντίνος Σβόλης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής