Η απόκοσμη ιστορία της Κυβέλης και του Μαρσύα

0
222

 

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Ferdinando-Scianna-1024x702.jpgΕάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου…
(ΚΒ’ Ψαλμός Δαυίδ)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Εσείς που διαβάζετε είστε ακόμα ανάμεσα στους ζωντανούς: όμως εγώ που γράφω θα έχω προ πολλού περάσει στη χώρα των σκιών. Γιατί, στ’ αλήθεια, παράξενα πράγματα θα συμβούν και μυστικά θα γίνουν γνωστά και πολλοί αιώνες θα παρέλθουν, προτού αυτά τα απομνημονεύματα φανερωθούν στα μάτια των ανθρώπων. Κι όταν φανερωθούν, θα υπάρξουν κάποιοι που θα δυσπιστήσουν, κάποιοι που θα τα αμφισβητήσουν, αλλά και λίγοι που θα βρουν πολλά να συλλογιστούν μέσα απ’ αυτά τα γράμματα που χάραξε μια σιδερένια γραφίδα.

Η σκιά που τη συνόδευε από μικρή τους τρόμαζε, συχνά έφευγαν με κάποιο καλό πρόσχημα όταν τύχαινε να βρίσκεται κοντά τους. Εκείνη όμως το ήξερε. Η σκιά παραμονεύει παντού, στην εξαντλητική βιασύνη των φιλόδοξων, στην απογοήτευση των ονειροπόλων ή στις αυταπάτες των φιλάρεσκων. Σπρώχνει τους εγωλάτρες σε μια ατέρμονη αναζήτηση μεγαλείου, τους μικρούς σε συρρίκνωση και τους αδύναμους σε καταστροφική εμμονή.

«Ύποπτη», είχε πει ο δάσκαλος.

«Δεν ξέρω τι είναι. Κάτι περίεργο έχει το πρόσωπό της», είχαν πει οι φίλοι του Μαρσύα όταν την παρουσίασε στην ομήγυρη.

Όσο για τη μητέρα του: «Σίγουρα έχει κάποιο πρόβλημα με την κοινωνικότητά της». είπε όταν τη γνώρισε.

Η Κυβέλη, χλωμή και λιγομίλητη, άλλες φορές χάριζε το χαμόγελό της σε όσους αναζητούσαν την παρέα της κι άλλες φορές απορροφημένη απ’ τις σκέψεις της περπατούσε σκυφτή χωρίς να παρατηρεί τους γύρω της. «Χαμογέλα λίγο! Ίσιωσε τους ώμους! Βγες λίγο μια βόλτα στον ήλιο!» επαναλάμβανε διαρκώς η μητέρα της, πηγαίνοντάς τη στο αγαπημένο της βουνό να περάσει το καλοκαίρι της.

‘Το κορίτσι με τα γυάλινα μάτια που θαρρείς πως θα σπάσει’ έγραψε στο ημερολόγιό του ο Μαρσύας την ημέρα που τη γνώρισε. Φοβόταν να την κοιτάξει στα μάτια. «Οι άνθρωποι που σε κοιτάνε στα μάτια είναι τρομακτικοί» της είπε μια φορά.

Παίζοντας τον αυλό του πήγαινε σπίτι της κι εκείνη τον συναντούσε στο δρόμο. Ήταν διάφανη, κατέβαινε να τον βρει χαρούμενη όταν άκουγε τον αυλό του και χόρευαν οι δυο τους. Ήταν σαγηνευτικός σαν τραγόμορφος θεός. Οι περαστικοί έκλειναν τ’ αυτιά τους και σοκάρονταν βλέποντας τους να ερωτοτροπούν.

Μια φορά τους άκουσα να τσακώνονται, σαν να σκοτείνιασε για λίγο. Όλα ταξίδεψαν μέσα από τα βλέφαρά της και σφραγίστηκαν σε ένα μέρος γεμάτο θυμό που ξέχασε να περάσει, ένα θυμό όλο δικό της, φυλαγμένο με μεγάλη φροντίδα και αυταπάρνηση. Εκείνος είχε μάθει να μην τον νοιάζει, ήταν ελεύθερος. Δεν ήξερε πλέον τι νιώθει για ‘κείνη.

“Με αγαπάς τόσο ώστε να με ανεχθείς;”
“Είναι τόσα πολλά αυτά που θα έρθουν. Γιατί να σε περιμένω;”

Από τότε συννέφιαζε συχνά. Οι φίλοι της γύρισαν την πλάτη, την κατηγορούσαν ότι δε νοιαζόταν γι’ αυτούς.

Η μητέρα της ανησυχούσε: «Δεν είσαι χαρούμενη πλέον με το Μαρσύα» της έλεγε.
«Και με ποιόν είμαι;» απαντούσε αυτή.

Πόσο δύσκολο είναι οι άνθρωποι να πάρουν την απόφαση να ευτυχήσουν; Αντί για την ευτυχία επιλέγουν το φόβο, αντί για τη συγχώρεση την πικρία και τα θάβουν τόσο βαθιά μέσα τους που δεν τα βλέπουν ούτε κι οι ίδιοι.

Η Κυβέλη έμαθε να κρύβει καλά ό,τι απογοητεύει τους άλλους ώσπου έφτασε μια στιγμή που δεν ήταν αυτή που χόρευε με το Μαρσύα, δεν ήταν αυτή που έτρεχε όταν άκουγε τον αυλό του από μακριά, δεν ήταν αυτή που φόραγε το καλύτερό της εαυτό για τους φίλους, εκείνον και τη μητέρα του. Πήρε απόφαση ότι οι άλλοι δε θα ήταν ευχαριστημένοι ούτως ή άλλως. Πώς να είσαι ευχαριστημένος με μια συμβιβασμένη ζωή; Το χαμόγελο είναι διάθεση συμβιβασμού, κουράζει, κι εκείνος έπρεπε να συμβιβαστεί με το κουρασμένο χαμόγελό της.

Χορεύοντας μια τελευταία φορά τα μπλεγμένα τους ακροδάχτυλα ξεκόλλησαν αργά κι έχοντας στραμμένο το βλέμμα ο ένας στον άλλο έκαναν βήματα προς τα πίσω ώσπου απομακρύνθηκαν. Μ’ έναν κρότο από γυαλί που σπάει, ο χρόνος χάθηκε και τα θραύσματα μάτωσαν τις στιγμές που είχαν περάσει μαζί. Εκείνου του διαπέρασαν τη σάρκα. Η αλαζονεία του ήταν ότι πάντα κρατούσε όλα τα κομμάτια του για ‘κείνον και τώρα μερικά τόσο δα κρυσταλλάκια του έσκισαν τη σάρκα.

Η Κυβέλη, η γυάλινη και εύθραυστη, δεν υπήρχε πια, έγινε σκιά να περιπλανιέται στο αγαπημένο βουνό της μητέρας της και δεν υπήρχε πλέον ούτε πόνος ούτε έννοια, μόνο θραύσματα μιας σχεδόν ευτυχίας. Στο τέλος δεν έμεινε κανείς να θυμάται το απόκοσμο θέαμα. Μόνο εγώ ξέμεινα στον κόσμο των σκιών να θυμάμαι την ιστορία του Μαρσύα και της Κυβέλης.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Crazy Jane without the Bishop, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι από το διήγημα “Σκιά” του Ε.Α. Πόε

Barcelona, Spagna: foto di moda con Barbara. Ferdinando Scianna | Magnum Photos