Πρωί Κυριακής

0
472

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι zak7-1.jpg

Πρωί Κυριακής. Ο περισσότερος κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμη. Ο Παναγιώτης, όπως το είχε συνήθειο, βγήκε νωρίς έξω, ν’ αγοράσει τις εφημερίδες απ’ το περίπτερο. Η Δέσποινα, η γυναίκα του, ετοίμαζε τον ελληνικό στο σπίτι, γλυκύ βραστό και σε μεγάλο φλιτζάνι, για να τον ξυπνάει.

Όχι ότι είχε καταφέρει να κοιμηθεί και πολύ το προηγούμενο βράδυ, έτσι που του ανέβασε την πίεση η νύφη του.

«Ηρέμησε Παναγιώτη μου, ηρέμησε Παναγιώτη μου, θα πάθεις τίποτα», όλο το βράδυ η γυναίκα του, αλλά αυτός ήταν σίγουρος ότι η κυρά Δέσποινα μια χαρά τα έχει τακιμιάσει με την άλλη την σουπιά.

Δυο βράδια πριν είχε ξεκινήσει η κυρά Δέσποινα με τα πράγματα και τα μαγειρέματα για το Σάββατο το μεσημέρι.

«Κοίτα να μην αρχίσεις κουβέντες τώρα που θα έρθουν, έχουμε να δούμε τον μικρό τόσο καιρό, μην χαλάσουμε τις καρδιές μας, έτσι Παναγιώτη μου»;

Τον καλόπιανε η Δέσποινα ενώ ανοιγόκλεινε κατσαρόλες, φούρνους, σακούλες και τάπερ με φαγητά να τους δώσει.

«Η Ηώ δουλεύει μέχρι αργά, πού να προλάβει να μαζέψει το σπίτι, να ασχοληθεί με τον μικρό και να μαγειρέψει κιόλας. Να έχουν έτοιμο φαγητό για μερικές μέρες» δικαιολογήθηκε.

~

Η Ηώ, η νύφη τους.

Από την αρχή δεν του άρεσε αυτή η κοπέλα, καταρχήν το όνομά της.

«Ηώ, από πού βγαίνει;» είχε ρωτήσει το γιο του, το Μιχάλη.
«Δεν βγαίνει από πουθενά», κόμπιασε λίγο ο Μιχάλης. «Ηώ είναι το κανονικό της, οι γονείς την το πήραν απ’ τη μυθολογία.»
«Άθεοι είναι οι γονείς της;»
«Φιλόλογοι.»

Κι ύστερα η ίδια η Ηώ. Ωραία κοπέλα, αυτό δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει ο Παναγιώτης, αλλά τόσο ψηλομύτα, άσε αυτό το ντύσιμο. Κι ανάγωγη, πόσο ανάγωγη.

Α, από την πρώτη στιγμή τους έφερε προβλήματα. Καταρχήν με τον γάμο. Πήγε να σκάσει ο Παναγιώτης, πού να κρυφτεί από την ντροπή.

«Πολιτικός, πώς θα το πούμε στον κόσμο; Τι παντελόνια φοράς,» φώναζε στον γιο του, που μάταια του εξηγούσε ότι ήταν κοινή η απόφασή τους.

Το τι δικαιολογίες βρήκανε με την Δέσποινα στο χωριό για να μην το πουν, αυτός το ξέρει. Αλλά το γλέντι στο χωριό το κάνανε, α όλα κι όλα. Δε θα γινόταν ρεζίλι ο Παναγιώτης στους συγχωριανούς του. Και αρνιά σφάξανε κι ορχήστρα έφερε να παίζει. Κι ας στράβωνε η Ηώ τα χείλια της όλο το βράδυ, κι ας ήταν μαζεμένος ο Μιχάλης. Οι συμπέθεροι δεν πήγαν καν, τους ντροπιάσανε πάλι.

Καλύτερα, δυο τρεις φορές τους είχε δει όλες κι όλες, και τον κοιτάγανε ψυχρά από πάνω μέχρι κάτω. Οι κομπασμένοι, αυτοί την είχαν κάνει σαν τα μούτρα τους την κόρη τους. Κι ο γιος του σαν τον χάνο μαζί τους.

~

Λίγο καιρό μετά ήρθε ο μεγάλος καβγάς. Ο Παναγιώτης είχε βάλει λυτούς και δεμένους να βρουν μια δουλειά στην Ηώ, που ήταν -λέει- ερευνήτρια και γύρναγε βράδυ στο σπίτι. Τι οικογένεια θα έκανε έτσι;

Δεν ήταν κι εύκολα πια τα πράγματα, πριν μερικά χρόνια διόριζαν οι βουλευτές αβέρτα, τότε όμως είχαν δυσκολέψει ήδη οι εποχές. Ας είναι καλά ο Κωστάκης ο Ρέστας, που ήξερε τόσο κόσμο και της βρήκε δουλειά γραμματέως σε μεγάλη εταιρεία.

Ήξερε κόσμο, ο Κωστάκης, από το μαγαζί.  Μαζί είχαν μεγαλώσει, αχώριστοι από μικροί, παιδί χωροφύλακα αυτός, ο πατέρας του Κωστάκη είχε το ψιλικατζίδικο στην γωνία και τα λέγανε συχνά με τον πατέρα του.

Τ’ άλλα παιδιά στο σχολείο τους κοιτάγανε με φόβο, ίσως και με λίγο μίσος, δεν τολμάγανε όμως να πούνε κουβέντα. Πάντα τους παίζανε γιατί τρέμανε τις συνέπειες.

Έτσι, δεν είχαν τακτοποιήσει και τον Βασίλη; Που τους είχε φτύσει μια φορά στα μούτρα και τους είχε πει φασίστες. Ο πατέρας του ήταν εξορία στην Γυάρο.

Την άλλη μέρα ήρθε ο χωροφύλακας στο σχολείο και μίλησε με την δασκάλα και τον διευθυντή. Τι ακριβώς είπανε ποτέ δεν έμαθε, του έφτανε που η δασκάλα τον κοίταγε πάντα τρομοκρατημένη. Και δεν μίλαγε ό,τι και να έκανε. Κι ας ξυλοφορτώνανε συχνά τον Βασίλη, κι ας κάνανε πολλή φασαρία στην τάξη.

Ο Κωστάκης πήρε το ψιλικατζίδικο από τον πατέρα του και το έκανε μεζεδοπωλείο.  Πετυχημένη κίνηση γιατί έβγαλε ένα σωρό λεφτά και γνώρισε και τόσο κόσμο. Πόσοι γνωστοί πηγαίνανε και τρώγανε εκεί, βουλευτές και υπουργοί.

~

Η Ηώ στράβωνε τα μούτρα της μόλις άκουγε να μιλάνε για τον Κωστάκη και το μαγαζί του.

«Ένας εκμεταλλευτής είναι, τρομοκρατεί τους υπαλλήλους του, τους βάζει να δουλεύουν με τις ώρες, τους πληρώνει ψίχουλα και τους τρώει και τα μισά ένσημα. Ξέρεις πόσες καταγγελίες έχουν κάνει γι’ αυτόν στα σωματεία»;

Βαπόρι γινόταν ο Μιχάλης όταν τα άκουγε. Ήξερε η κυρά Ηώ πώς τα έφερε βόλτα τόσα χρόνια ο Κωστάκης; Πώς κρατάς ένα μαγαζί; Πρωί βράδυ εκεί μέσα και ταμείο και χαρτιά και να επιβλέπει τα πάντα και να ευχαριστεί τον κόσμο, έτσι εύκολα βγαίνει η δουλειά νόμιζε η κυρία. Στην αρχή μάλιστα στην κουζίνα δούλευε η γυναίκα του, μετά όταν έκανε τα παιδιά, έμεινε σπίτι να τα μεγαλώσει κι άρχισε να προσλαμβάνει άλλο κόσμο.

Είχαν πάει με τη Δέσποινα στο σπίτι των παιδιών να τους πούνε τα ευχάριστα νέα για τη δουλειά, κι έπεσε σαν κεραυνός η απάντηση -απ’ το γιο του αυτή τη φορά.

«Κακώς έκανες τέτοιες κινήσεις χωρίς να μας ρωτήσεις, πατέρα. Με την Ηώ το έχουμε συζητήσει, έχει την δουλειά της ως ερευνήτρια και θα συνεχίσει να εργάζεται στο αντικείμενό της.  Αλλά και δουλειά να μην είχε δεν θέλουμε να χρωστάμε υποχρέωση σ’ αυτόν τον άνθρωπο».

Του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι.

«Αυτόν τον άνθρωπο; Ο Κωστάκης, ο φίλος μου ο παιδικός; Σαν αδερφό τον έχω»
«Ο φίλος σας ο παιδικός είναι ένα καθίκι. Μέχρι για σεξουαλική παρενόχληση τον κατηγορούν» πετάχτηκε η Ηώ. «Μια υπάλληλος του».

Τα είχε ακούσει αυτά ο Μιχάλης. Χαμός γινόταν τις τελευταίες μέρες στην γειτονιά από τις φήμες, αλλά δεν είχε προλάβει να τα πει κατ’ ιδίαν με τον Κώστα. Την θυμάται κιόλας αυτή την λεγάμενη. Μικρή ήταν, πιο μικρή από τον γιο του μάλλον, αλλά κυκλοφορούσε με κάτι μίνι. Σαν να τους προκαλούσε.

Ε, ήταν και γυναικάς ο Κώστας από μικρός. Έπαιζε το μάτι του αλλά πάντα την οικογένειά του την πρόσεχε, δεν ήθελε να φτάσει τίποτα στα αυτιά τους, Τώρα κι αν άπλωσε λίγο το χέρι του, λες και δεν τα ήθελε ο κώλος της. Ο Παναγιώτης ήταν σίγουρος ότι δεν θα είχε γίνει κάτι σοβαρό.

Και να διαμαρτυρίες, μέχρι και φυλλάδια ήρθαν και μοιράζανε έξω από το μαγαζί κάτι άτομα που ούτε να τα βλέπει δεν ήθελε ο Παναγιώτης. Άσε που υποψιαζόταν ότι κάτι τέτοιους συναναστρεφόταν κι ο γιος του. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τους φίλους του και με τα παιδιά του Κώστα, όσο κι αν είχε προσπαθήσει να τους φέρνει σε επαφή, δεν έκανε παρέα.

Άρχισαν να φωνάζουν, ούτε που θυμάται ο Παναγιώτης τι ακριβώς λέγανε. Η Δέσποινα προσπαθούσε να ηρεμήσει την κατάσταση, να τους συμφιλιώσει μέχρι που κάποια στιγμή ψιθύρισε δειλά: «Μιχάλη, ας αφήσουμε τα παιδιά να αποφασίσουν, να μην ανακατευόμαστε εμείς».

Το χλαπ που ακούστηκε από το χαστούκι τους σταμάτησε όλους.

Η Δέσποινα δεν είπε τίποτα, έσκυψε το κεφάλι, δεν ήταν κι η πρώτη φορά που συνέβαινε, η Ηώ τον κοιτούσε άναυδη κι ο γιος του, το δικό του, το ίδιο του το παιδί του είπε: «Πατέρα, θέλω να αφήσεις τη μάνα εδώ και να φύγεις από το σπίτι».

Τελικά, η Δέσποινα πήγε μαζί του. Με τον γιο του κάνανε σχεδόν 3 χρόνια να μιλήσουνε. Είχε γεννηθεί το εγγόνι κι ο γιος του ήταν ήδη βαριά άρρωστος.

~~

Όσο κράτησε η αρρώστια, έφτιαξε κάπως η σχέση τους. Η Ηώ βέβαια πάντα απόμακρη και με μούτρα. Και στο εγγόνι δεν δώσανε το δικό του όνομα, πήρε του άλλου παππού, Δημήτρης.

«Άθεη, ξε-άθεη η Ηώ, αλλά τον πατέρα της τον έβγαλε.» Κι ας λέγανε όλοι ότι ο Δημητράκης ήταν ίδιος αυτός.

Όμως, απ’ όταν πέθανε ο Μιχάλης, το εγγόνι τους το έφερνε να το δουν η Ηώ. Πώς το είχε πει; «Δεν θέλω να αποκόψω το παιδί από την οικογένεια του πατέρα του.» Αυτή βέβαια από πάνω πάντα κέρβερος.

Αυτού ίσα που του απεύθυνε τον λόγο. Ο Παναγιώτης ήταν σίγουρος ότι με την Δέσποινα τα λέγανε και πολλά απογεύματα που τάχα αυτή πήγαινε με τις ώρες για ψώνια, τον Δημητράκη πήγαινε και φύλαγε. Ας είναι. Του είχε πολλή αδυναμία του Δημητράκη. Αγόρι! Και του έμοιαζε κιόλας.

~~

Στην αρχή είχε κυλήσει καλά το μεσημέρι. Ήρθε γελαστή η Ηώ, πώς το έπαθε είχε φέρει και γαλακτομπούρεκο, που ήξερε ότι ήταν το αγαπημένο του. «Θα ‘χει βρει κάναν γκόμενο αυτή να δεις.»

Φάγανε ένα κοκκινιστό να γλείφεις τα δάχτυλά σου, ήταν καλή μαγείρισσα η Δέσποινα. Κόβανε οι γυναίκες το γλυκό κι εκεί που αυτός είχε καθίσει αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, έπαιζε με τον Δημητράκη και ετοιμαζόταν να το πει στην Ηώ. Τόσο καιρό τώρα ήθελε να την ρωτήσει. Θα τους άφηνε να πάρουν λίγες μέρες με την Δέσποινα τον Δημητράκη στο χωριό τις γιορτές; Σαν παππούς κι αυτός να το χαρεί το εγγόνι, καημό το είχε.

Εκείνη την ώρα άρχισαν τα νέα στην τηλεόραση. Όλο ρεπορτάζ έδειχναν γι’ αυτόν που μπήκε στο κοσμηματοπωλείο να ληστέψει και τον σκότωσαν.

«Καλά του έκαναν» σχολίασε, «φτύνει αίμα ο κοσμάκης να φτιάξει την περιουσία του και μπαίνει ο καθένας έτσι μέσα, κάπως πρέπει να προστατευτεί. Άσε που κάτι τέτοιους παλιότερα, δε θα τους επιτρέπανε να κυκλοφορήσουνε έτσι ελεύθερα».

Αυτή την φορά δεν τσακωθήκανε με την Ηώ. Απλά άρπαξε το παιδί από το χέρι, του φόρεσε όπως όπως το μπουφάν και με το παλτό στο χέρι είπε «Μητέρα, εδώ δε θα ξαναπατήσουμε το πόδι μας. Αν θέλεις να δεις τον Δημήτρη, είσαι πάντα καλοδεχούμενη, αλλά θα έρχεσαι μόνη σου».

~~{}~~

Πρωί Κυριακής. Ρούφηξε τον καφέ του, απόλαυση. Α, η Δέσποινα ήξερε να τον φτιάχνει όπως του άρεσε. Άνοιξε την εφημερίδα. Παντού φωτογραφίες με αυτόν τον Ζακ. Και διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες για αυτόν τον… Ούτε να τον χαρακτηρίσει δεν ήθελε. Μέχρι και τα νύχια του έβαφε. Ώσπου έπεσε το μάτι του σ’ αυτή την φωτογραφία, με τον κοσμηματοπώλη να σκουπίζει.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1.jpg

Φραστ, φρουστ, τα κρυσταλλάκια από την βιτρίνα.

Φραστ, φρουστ, κι όλα μπαίνουν σε τάξη.

Φραστ, φρουστ και φεύγει η βρωμιά, μαζί με το αίμα του πεθαμένου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Αφροδίτη Αυγέρη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

(Το ζητούμενο ήταν να γράψουμε για έναν αντιήρωα-δολοφόνο. Ο αντιήρωας της Αφροδίτης δεν είναι δολοφόνος, αλλά είναι ηθικός αυτουργός.)