Ο Πύργος του Φονιά

0
746

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι fareed-nagy-04-1-1024x566.jpg

Μια νουβέλα επικής φαντασίας (high fantasy) από τον Κωστή Ανετάκη.

Δανείζεται στοιχεία απ’ την αρχαιοελληνική μυθολογία, όπως ο Καδμίλος, τα Καβείρια Μυστήρια, η σκοτεινή Εκάτη, οι αγριόφωνοι Σίντιες.

Απ’ αυτές εμπνέεται για να στήσει τη δική του πρωτότυπη μυθοπλασία, με μάγους και θεούς, δαίμονες και βασιλιάδες, μάχες και έρωτα.

Τη νουβέλα έγραψε ο Κωστής Ανετάκης κατά τη διάρκεια του Εργαστηρίου Μυθοπλασίας.

Μπορεί να την κατεβάσετε σε PDF εδώ

ή να τη διαβάσετε μέσα στο μπλογκ

(Η εικόνα από εδώ https://www.artstation.com/artwork/1naXG8)

~~~~{}~~~~

Ο Πύργος του Φονιά

 

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα κοντινό νησί που το λένε Σαμοθράκη, ζούσε ο Καδμίλος, νιος φτωχός μα από αρχοντική γενιά. Καταγόταν απ’ τη Λήμνο και στις φλέβες του έτρεχε το αίμα του Ηφαίστου. Όταν οι αγριόφωνοι Σίντιες κατάχτησαν την πατρίδα του και σφάγιασαν τη φαμελιά του, η παραμάνα η Δημαρέτη τον φυγάδεψε απ’ το φλεγόμενο παλάτι, κρυμμένο μέσα στα φουστάνια της, και τον παράβγαλε ως το λιμάνι. Βρήκε ένα καράβι έτοιμο να σηκώσει άγκυρα κι έδωσε στον καπετάνιο ό,τι μαλαματικά είχε προλάβει να περισώσει, για να πάρει μαζί του το παιδί. Εκείνη δε θέλησε ν’ αφήσει τη γη της κι έμεινε ξοπίσω, ποιος να ξέρει τι απόγινε. Έτσι, ο Καδμίλος βρέθηκε πρόσφυγας στη Σαμοθράκη, εφτά χρονώ παιδί.

Τον λυπήθηκαν και τον πήραν ψυχοπαίδι ένας φτωχός χωριάτης με τη γυναίκα του, που οι θεοί δεν τους ευλόγησαν να κάνουνε παιδιά. Είχαν όλα κι όλα μια αδραξιά χώμα, μερικές ρίζες λιόδεντρα, λίγες κληματαριές και μια ντουζίνα κατσίκια. Το αγόρι μεγάλωσε δουλεύοντας σκληρά για δυο μπουκιές ψωμοτύρι κι έναν κόμπο γάλα. Έμαθε να τους λέει μάνα και πατέρα κι η αγάπη ήταν το μοναδικό που δε στερήθηκε.

Σαν ήρθε ο Χάροντας να πάρει τον χωριάτη, κάμποσο πριν την ώρα του, η κυρά του δε δέχτηκε να τον αφήσει και τον ακολούθησε με τη θέλησή της στα μαύρα λιβάδια του Άδη. Ποτέ του ο Καδμίλος δε συγχώρεσε τον εαυτό του, που δε βρήκε το κουράγιο ν’ αναντιάσει τον Μαυροφορεμένο και να σώσει τη δεύτερη φαμίλια του απ’ τα νύχια του Πλούτωνα. Απόμεινε μονάχος του στον κόσμο, με βιος λιγοστό. Λεβέντης, ακούραστος χερομάχος, δούλευε ολημερίς τις ελιές και τ’ αμπέλια, με χίλια βάσανα μεγάλωσε λιγάκι το κοπάδι και τα ’βγαζε πέρα με το στανιό.

Για παντρολογήματα ούτε λόγος. Τρεις φορές νοστιμεύτηκε κοπέλες του νησιού, σαν τα κρύα της βάθρας τα νερά, μα οι προξενητάδες γέλασαν με την καρδιά τους, όταν πήγε να τους το πει. Ποιος θα χαλάλιζε την κόρη του σ’ ένα παρακατιανό κι απένταρο ξενάκι και ποιος θα ’ριχνε τα μούτρα του για να τον προξενέψει. Μήτε και φίλους είχε, γιατί ντρεπότανε να είν’ η τελευταία τρύπα του ζουρνά μες στην παρέα, δεν άντεχε τη συγκατάβαση και κείνο το βλέμμα του λυπημού, όταν του μιλούσαν.

Μα τελευταία, όνειρα σημαδιακά δεν τον αφήναν να ησυχάσει. Άκουγε φωνή γυναίκας, μελωδική και τρομερή, που του ’λεγε πως είναι πλασμένος για πράματα σπουδαία και τρανά κι έπειτα έβλεπε να κάθεται, χρυσοντυμένος, σε θρόνο ψηλό και μαρμαρένιο. Εκείνη τη νύχτα, τούτο τ’ όνειρο του ’φερε ταραχή μεγάλη. Ο νους του ανέμιζε, όρθια φλόγα. Βγήκε αχάραγα να βαδίσει, μπας και ξαλάφρωνε κομματάκι. Ήτανε σκοτομηνιά και τ’ άστρα από ψηλά ψιχάλιζαν λίγο φως. Κι έτσι όπως πήγαινε άσκοπα, έφτασε κοντά στο περιγιάλι. Ξάφνου, άκουσε ποδοσύρματα μες στο σκοτάδι κι ύστερα ανήσυχα χλιμιντρίσματα σκέπασαν τον ήχο των κυμάτων που έσκαγαν στη χοχλαδόσπαρτη ακτή. Κρυμμένος πίσω από τις καλαμιές, πλησίασε να δει τι έτρεχε.

Οι ιπποκόμοι του βασιλιά, μαυροντυμένοι, κάρφωναν πασσάλους, κοπανώντας τους με τεράστιες ματσόλες. Έπειτα, φέρανε τρεις πανέμορφες βασιλικές φοράδες, μια μαύρη, μια γκριζωπή και μια πυρόξανθη, και τις έδεσαν γερά, με τα καπούλια τους στραμμένα στον θαλασσινό άνεμο. Κανείς δεν έβγαζε μιλιά κι ο Μεγάλος Σταβλάρχης, με την επίσημη στολή, τους πρόσταζε με γνεψίματα.

Αίφνης, ο άνεμος δυνάμωσε, μα μες στο βουητό ξεχώριζε αχός, σάμπως γρήγορα κουπιά να χτυπούσανε το κύμα. Αμέσως ο Σταβλάρχης έγνεψε επιταχτικά κι όλοι τρέξαν, όπως όπως, να κρυφτούν πίσω απ’ τα βράχια, αντίκρυ  στις καλαμιές. Τότε, γίνηκε κάτι που άφησε τον Καδμίλο να χάσκει σα χαζός. Ένα υπέροχο άλογο φάνηκε από μακριά, να καλπάζει πάνω στο κύμα. Μα τέτοιο άτι, περήφανο και κρατερό, ποτέ δεν είχε ξαναδεί· κατάλευκο και λαμπερό, σαν τον πάγο που ποτέ δε λιώνει στην κορφή του Ιερού Βουνού. Η χαίτη του μακριά, η ουρά του σα μεταξένιος καταρράχτης χυνότανε στη γη, οι οπλές του σχιστές σαν του βοδιού, σπίθιζαν στα βότσαλα. Οσμίστηκε τις βασιλικές φοράδες, χλιμίντρισε άγρια και χίμηξε να τις βατέψει.

Οι αυλικοί δε χάσανε καιρό και ρίχτηκαν όλοι μαζί, με δερμάτινες θηλιές και καλοπλεγμένα σκοινιά, να αιχμαλωτίσουν τ’ άλογο, για να το παν στον βασιλιά. Μα εκείνο τους αντιλήφτηκε με την πρώτη κίνηση και πισωπάτησε. Όρμησαν καταπάνω του, μα ούτε θηλιά το άγγιξε μήτε σκοινί το βρήκε. Γύρισε τα καπούλια του στους απόπληχτους ιπποκόμους κι έπιασε να καλπάζει στη ράχη του κύματος.

Ο Σταβλάρχης άρχισε να βρίζει και να καταριέται το περήφανο άτι και τους υποταχτικούς του τους ανεπρόκοπους, και κείνοι πιάσαν να θρηνούν, γιατί τρέμανε την οργή του βασιλιά Ιδαίου, που ’χε πόθο αξεδίψαστο να το κάνει δικό του και δεν ανεχότανε το φιάσκο. Έλυσαν τις βασιλικές φοράδες και κίνησαν, βαριά βαριά, για το παλάτι.

Ο Καδμίλος ξέμεινε για ώρα πίσω απ’ τις καλαμιές. Λαχταρούσε το λευκό θαλασσινό άλογο και του ’χανε κοπεί τα ήπατα από την αποθυμιά. Δεν μπορούσε να ησυχάσει. Γιατί μ’ αυτό το άτι θα μπορούσε ν’ ανεβεί στον μαρμαρένιο θρόνο, κατά πώς το ’βλεπε στ’ όνειρό του. Κι έπειτα, θα ’χε τη δύναμη να κάνει απόβαση στη Λήμνο και να πάρει γδικιωμό απ’ τους Σίντιες, για το χαμό των δικών του. Μερονυχτίς, τυραννιότανε στη σκέψη του κι άλλο τίποτα δεν έβαζε ο νους του. Με το ζόρι έκανε, όπως όπως, τις δουλειές του κι έπειτα τον τσίγκλιζε η ανεχωραγιά, έπαιρνε τα ρουμάνια και βολόδερνε δω και κει.

Μια μέρα, εκεί που περιδιάβαζε μονάχος το βουνό, συνάντησε μια καμπουριαστή γριά με κουρελιασμένα ρούχα, που έκλαιγε απαρηγόρητη.

«Γιαγιάκα, τι έχεις και θρηνείς;»

«Με λεν Αρτεμησία, γιόκα μου, κι έχασα τη μονάκριβη κατσίκα μου μες σε μι’ ανήλιαγη σπηλιά, εδώ πιο πάνω. Μα δεν μπορώ, γριά γυναίκα, να μπω μες στα σκοτάδια να την ψάξω κι άλλο βιος δεν έχω η κακομοίρα» αποκρίθηκε κείνη, μες στ’ αναφιλητά.

«Σύχασε, μπάμπω, εγώ είμαι δω. Δείξε μου πού ’ναι η σπηλιά, να μπω να την πιάσω».

«Αχ, παιδάκι μου, οι θεοί σ’ έστειλαν στο διάβα μου, μονάχα εσύ μπορείς να με σώσεις».

Και μια και δυο, πήραν το απόκρημνο μονοπάτι ανάμεσα στις βελανιδιές. Μπροστά η Αρτεμησία, πίσω ο Καδμίλος, ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν προς την κορφή του Ιερού Βουνού που το λέγαν Σάος. Στο δρόμο, βρήκαν έναν γέρικο πεύκο. Ο Καδμίλος έκοψε ένα κλαρί και το πήρε μαζί του, να τον βοηθάει στην ανάβαση.

Κάμποση ώρα αργότερα, βρέθηκαν μπρος στην μπούκα μιας κατασκότεινης σπηλιάς. Ο νιος μπήκε δυο βήματα να δει, μα ήταν τόσο σκοτεινά που δεν έβλεπε τη μύτη του. Μόνο άκουσε αχό μακρινό, σαν κελάρυσμα νερού που έπεφτε από ψηλά. Βγήκε πάλι, έσκισε ένα κομμάτι απ’ το χιτώνα του, τύλιξε το κουρέλι γύρω από το κλαδί, μετά βρήκε δυο τσακμακόπετρες, τις χτύπησε κι έβαλε φωτιά στο δαυλό που ’χε φτιάξει. Ξαναμπήκε κι άρχισε να βαδίζει στην κακοτράχαλη σπηλιά.

Ο ρόχθος όλο και δυνάμωνε. Βρέθηκε σ’ ένα πλάτωμα κι αντίκρισε θέαμα υπέροχο. Ένας καταρράχτης έπεφτε απ’ την οροφή της σπηλιάς και γέμιζε μια βάθρα αποκάτω. Είδε τη χαμένη κατσίκα, με την τριχιά να κρέμεται απ’ το λαιμό της. Στεκόταν λίγα μέτρα μακριά του, στο χείλος της βάθρας, και βέλαζε απεγνωσμένη. Έκανε να την πιάσει, μα εκείνη σκιάχτηκε και πήγε να ξεφύγει. Τότε, μπερδεύτηκε η τριχιά στο μπροστινό της πόδι κι η δόλια έπεσε στο νερό. Πάλεψε όσο μπορούσε, μα την άρπαξε η δίνη του καταρράχτη κι άρχισε να βουλιάζει.

Ο Καδμίλος παράτησε το δαυλό και πήδηξε κι αυτός στα παγωμένα νερά. Πήρε βαθιά ανάσα κι έκανε μακροβούτι για να βρει την κατσίκα. Την είδε πάνω σ’ έναν εξώστη που έφτιαχνε το βράχινο τοίχωμα στα δεξιά. Μα μόλις πάτησε και πήγε να την πιάσει, κάτι σκληρό άγγιξε το πόδι του κι άξαφνα έλαμψε ο τόπος, σα να ’χε ανάψει ήλιος μες στο χάος. Παρακάτω έρεβος πηχτό, η βάθρα ήταν άπατη θαρρείς. Ψηλαφητά, έπιασε το παράξενο αντικείμενο και κατάλαβε πως ήταν ένα σπαθί κρυστάλλινο.

Μόλις βγήκε απ’ τη σπηλιά, με το σπαθί και την κατσίκα, η καλοκάγαθη γριά έπεσε στα γόνατα και τον ευχαριστούσε, μα θαμπωμένη απ’ τη λάμψη, δεν τολμούσε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο.

«Καλέ μου Καδμίλε, θα πρέπει να ’σαι απ’ του Ηφαίστου τη γενιά».

«Είμαι στ’ αλήθεια, μπάμπω Αρτεμησία, μα το φυλούσα απ’ όλους μυστικό. Εσύ από πού το ξέρεις;» είπε έκπληκτος ο νιος. Το έγραφε πάνω στο σκαλιστό χρυσό φυλαχτό που του ’χε βάλει στον κόρφο η παραμάνα η Δημαρέτη, λίγο προτού τον αποχαιρετίσει για στερνά. Το ’χε πάντοτε κρεμασμένο στον κόρφο του κι ας τον έσφιγγε η ανέχεια κάθε τόσο να το σκοτώσει στον σαράφη. Δεν του πήγαινε η καρδιά να ξεπουλήσει τη στερνή θύμηση της γενιάς του.

«Τούτο το σπαθί έχει τρανή ιστορία ξοπίσω του, γιόκα μου. Τ’ όνομά του είναι Άστρο, γιατί ’ναι φτιαγμένο από ένα πεφταστέρι. Πιο σκληρό κι ευλύγιστο απ’ το σίδερο, πιο κοφτερό απ’ το διαμάντι. Το ’χει τεχνουργήσει ο Ήφαιστος, με βοηθούς τους Κάβειρους, στο εργαστήρι που έστησε στ’ όρος Μόσυχλο, στη Λήμνο, όταν τον γκρέμισε ο Δίας απ’ τα ουράνια. Το χάρισε στον Αιήτη, γιο του Ήλιου.

Κείνος νυμφεύτηκε την Εκάτη κι έκανε πολλά παιδιά, ανάμεσά τους τη Μήδεια. Η τρισκατάρατη του το έκλεψε και μ’ αυτό σκότωσε και τεμάχισε τον αδερφό της και σκόρπισε τα μέλη του στη θάλασσα. Πάνω στη φούρια, της έπεσε το σπαθί.

Το βρήκε η Θέτιδα, η μάνα του Αχιλλέα, μα δεν τόλμησε να το χαρίσει στον δοξασμένο γιο της, γιατί σκιάχτηκε τη δύναμή του. Κανείς δεν ήξερε πού το ’χε κρύψει. Ήταν γραφτό να το βρει κάποιος απ’ τη γενιά του Ηφαίστου και στους ανάξιους είν’ αόρατο, να μην το ξαναπιάσει δολοφόνος, μα φέγγει σαν ήλιος, όταν το κρατάει χέρι εκλεχτό».

Ο Καδμίλος άφησε το ξίφος καταγής κι εκείνο ευθύς έσβησε. Η Αρτεμησία έβγαλε το κεφαλομάντηλο και του το ’δωσε. Εκείνος το τύλιξε και το πέρασε στην πλάτη του.

Η γριά σηκώθηκε, τον κοίταξε κατάματα και του ’πε:

«Των θεών η ευδοκία να πέφτει απανωθιό σου, σα βροχούλα γονιμική. Για να σ’ ευχαριστήσω για το καλό που μου ’κανες, θα σου δώσω κι εγώ ένα αντίδωρο. Πες μου, τι ’ναι αυτό που ποθείς πιότερο στον κόσμο;»

Κείνος δεν το σκέφτηκε καθόλου. «Το άτι το θαλασσινό, που καλπάζει πάνω στα κύματα, τούτο θέλω πιο πολύ. Γιατί είναι το γραφτό να πάρω γδικιωμό απ’ τους Σίντιες, καβάλα στο άσπρο άλογο και κραδαίνοντας το Άστρο. Μα πώς να το δαμάσω, που όλοι οι ιπποκόμοι του βασιλιά, μαζί κι ο Σταβλάρχης, δεν πρόλαβαν ούτε να το αγγίξουν».

Η γριά γέλασε. «Αυτό το άτι, γιόκα μου, δε νογάει από ζοριλίκια. Για να το μερέψεις και να το καβαλικέψεις, θα σου δώσω εγώ ένα ξόρκι μυστικό και φοβερό. Πρέπει να βρεις τα κατάλληλα υλικά και μετά νά ’ρθεις εδώ δα, να σ’ τα διαβάσω. Θα παραφυλάξεις στο ακρογιάλι, νύχτα αφέγγαρη κατά την κονταυγή, που θα φυσάει άνεμος θαλασσινός. Μόλις φανεί, θα του δώσεις τα δώρα του και κείνο θα σ’ αφήσει να το καβαλικέψεις».

«Και ποια είναι τα υλικά για να δέσει το ξόρκι;»

«Θες νερό απ’ τον καταρράχτη της μεγάλης βάθρας· γάλα παχύ, από κατσίκες αλανιάρες, που χοροπηδούν από βράχο σε βράχο και βοσκάνε αρμυρίκια και πελαγίσιο αλάτι· μέλι θυμαρίσιο απ’ το Ιερό Βουνό· μα το βασικότερο υλικό, το πιο επίφοβο, είναι το αίμα από ταύρο με ασημοκαπνισμένα κέρατα, που θυσιάστηκε νύχτα με πανσέληνο στην Εκάτη, εκεί όπου απ’ το Σάος αναβλύζει το μαύρο νερό της Στύγας, μέσα απ’ τα σωθικά του Άδη».

«Και πού ’ναι αυτό το μέρος, μπάμπω Αρτεμησία;»

«Κανείς θνητός, παιδάκι μου, δεν ξέρει να σ’ το πει κι αν ξέρει θα σ’ το κρύψει. Μόνο οι θεοί μπορούν να σου δείξουνε το δρόμο. Μα να θυμάσαι, αυτοί βοηθάνε μοναχά τον άξιο κι έτοιμο νου».

«Πολύ καλά, θα βρω όλα τα υλικά και θά ’ρθω να σε συναντήσω».

«Να προσέχεις πολύ, γιόκα μου, μην πιεις σταγόνα απ’ του ταύρου το αίμα το ιερό, γιατί η Εκάτη θα γίνει αφέντρα σου και λόγο θα δίνεις μοναχά σ’ αυτήν, ό,τι κι αν κάνεις». Μα ο Καδμίλος είχε ήδη στρέψει την πλάτη κι είχε φύγει, αλαφροπάτητος, να μαζέψει τα υλικά. Η ελπίδα είχε θεριέψει στην καρδιά του, πως θα το κατάφερνε να καβαλήσει το άτι που του στοίχειωνε τον ύπνο και τον ξύπνο.

Μόλις το φεγγάρι γέμισε, ο Καδμίλος ξεκίνησε με την ανατολή του για το Σάος. Πήρε το δρόμο τον κορδελωτό κι ανηφόρισε. Περπάτησε, περπάτησε, ώσπου άκουσε από μακριά μουσικές και φωνές από γλέντι. Πλησίασε προσεχτικά κι έφτασε σ’ ένα ξέφωτο, δίπλα σε μια βάθρα. Κρυφοκοίταξε πίσω απ’ τα δέντρα κι αυτό που είδε τον άφησε άλαλο. Καταμεσής στο ξέφωτο ένα μακρύ τραπέζι και στην κεφαλή ένας έφηβος πεντάμορφος, με στεφάνι από αμπέλι πλεγμένο στα κατσαρά μαλλιά του. Τριγύρω του κοπέλες λυγερές, στεφανωμένες με κισσό και με μουτσούνες τρομαχτικές στα πρόσωπά τους, ντυμένα τα κορμιά τους με δέρμα ελαφίσιο. Έπιναν κόκκινο κρασί και χόρευαν πάνω σ’ ένα σκοπό που έπαιζαν άντρες κατσικοπόδαροι και μασκοφορεμένοι, με λύρες και αυλούς. Καμιά φωτιά δεν έφεγγε το γλέντι τους, παρά ένα σύννεφο από λαμπυρίδες σελάγιζε κυματιστό πάνω από τα κεφάλια τους.

Ο Καδμίλος ήταν έτοιμος να φανερωθεί και να τους χαιρετήσει, να τους ρωτήσει πού να βρει της Στύγας το νερό, μα πριν προλάβει, ακούστηκαν πολεμικές ιαχές και κλαγγή σπαθιών πάνω σε ασπίδες.

«Θάνατος στους ακαμάτηδες, ψόφος στους αχαΐρευτους μεθύστακες» ούρλιαζαν βαριές φωνές μέσα από τ’ άγρια γένια τους. Αμέσως, ολόκληρος στρατός χίμηξε στην κεφάτη ομήγυρη με φονικές διαθέσεις. Αρχηγός ήταν ένας ψηλός γεροδεμένος, που ο Καδμίλος άκουσε τους άντρες του να τον φωνάζουν βασιλιά Λυκούργο, μαζί μ’ έναν νεαρό με πριγκιπικό παράστημα, που θα πρέπει να ήτανε ο γιος του.

Οι κοπέλες παράτησαν το χορό, ούρλιαξαν σα λύκαινες κι όρμηξαν μαινόμενες και ξέσκιζαν τους πολεμιστές, με τα χέρια τους και μόνο. Οι τραγοπόδαροι μουζικάντηδες τράβηξαν μαχαίρια από κέρατο αιγάγρου κι όρμηξαν κι αυτοί, φρενιασμένοι, στη σφαγή. Ο Λυκούργος κι ο γιος του όρμησαν στον πανέμορφο έφηβο, με τα σπαθιά τους τραβηγμένα. Εκείνος προσπαθούσε να τους αποκρούσει μ’ ένα χρυσό σκήπτρο που κρατούσε, μα όλο κι υποχωρούσε μπρος στη λύσσα τους.

Όσο κι αν η παρέα των γλεντοκόπων πολεμούσε γενναία, το απελπισμένο μένος τους δε φτουρούσε μπρος στα σπαθιά και στις ασπίδες των πολεμιστών του Λυκούργου. Ο Καδμίλος ένιωσε πως η επίθεση ήταν άνανδρη και δεν μπορούσε να μείνει ουδέτερος. Ξεθηκάρωσε το Άστρο κι όρμησε στους στρατιώτες. Τυφλωμένοι απ’ τη λάμψη του σπαθιού, νόμισαν πως ήρθε ο Δίας με τους κεραυνούς του σε βοήθεια του έφηβου και της παρέας του. Πανικόβλητοι, πέταξαν τα όπλα τους κι άρχισαν να τρέχουν, όπου φύγει φύγει.

Ο Λυκούργος και ο γιος του κοντοστάθηκαν, αμήχανοι. Ο έφηβος ξεστόμισε ένα ξόρκι κι άξαφνα ο πατέρας χίμηξε μανιασμένος στον γιο κι ο γιος στον πατέρα. Άρχισαν να κυνηγιούνται μες στο σκοτεινό δάσος και σύντομα μονάχα η κλαγγή των σπαθιών και οι κραυγές τους ακουγόταν πια από μακριά. Ο έφηβος γύρισε στον Καδμίλο και του χαμογέλασε.

«Σ’ ευχαριστώ, ξένε, που μας βοήθησες σε τούτη την ενέδρα. Ο Λυκούργος είναι βασιλιάς της Θράκης, μα το μένος του εναντίον μου τον έφερε να με παραμονέψει ως εδώ. Εσύ ποιος είσαι και τι γυρεύεις νυχτιάτικα στο δάσος;»

«Είμαι ο Καδμίλος, γιος του Εύνηου και της Ευφήμης, πρόσφυγας από τη Λήμνο, άρχοντά μου. Ψάχνω να βρω της Στύγας το νερό».

«Του Εύνηου; Μα αυτός ήταν δισέγγονός μου. Είσαι κι εσύ, το λοιπόν, απ’ τη δική μου τη γενιά. Η μοίρα θέλησε να με γλυτώσεις εσύ». Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα τρυφερό κι ένα πονηρό χαμόγελο. «Το μονοπάτι για της Στύγας το νερό δεν μπορώ να σ’ το αποκαλύψω, γιατί κανείς μας δεν τολμά να κακοκαρδίσει την Εκάτη».

Μ’ αυτά τα λόγια, ξανακάθισε στο τραπέζι, σέρβιρε κρασί κι όσοι απ’ την παρέα είχαν απομείνει ζωντανοί, ξανάπιασαν το γλέντι, σάμπως τίποτα να μην είχε συμβεί. Ο Καδμίλος έμεινε στα κρύα του λουτρού, αμήχανος, να κοιτάει τον αμπελοστεφανωμένο και την κουστωδία του. Πρώτη φορά άκουγε πως καταγόταν από τη γενιά του Διόνυσου, θαρρείς και ο πατέρας του δεν ήταν περήφανος γι’ αυτό. Κι ίσως να είχε δίκιο που δεν ήταν.

Ξάφνου, μια λαμπυρίδα ξεχώρισε απ’ τις άλλες, ήρθε κι έκανε δυο βόλτες τριγύρω απ’ το κεφάλι του κι ύστερα άρχισε να ξεμακραίνει παιχνιδιάρικα. Έπειτα ξαναγύρισε, έφερε άλλη μια γυροβολιά κι έφυγε πάλι προς το ίδιο μέρος. Ο Διόνυσος έκλεισε το μάτι στον Καδμίλο και του ’γνεψε να την ακολουθήσει. Εκείνος αποχαιρέτησε και την πήρε γοργά στο κατόπι.

Τον οδήγησε σ’ ένα κρυφό μονοπάτι, που ανθρώπου μάτι δεν μπορούσε να το δει, μέχρι που έφτασε κει όπου το Ιερό Βουνό γέρνει την κεφαλή του και κρύβει την πανσέληνο στον καθάριο ουρανό, η κορφή που όλοι τη λένε Φεγγάρι. Έπειτα εξαφανίστηκε στο δάσος. Ο Καδμίλος είδε αντιλαμπίσματα φωτιάς ανάμεσα σε αρχαίες μακρυμάλλικες ιτιές κι άκουσε το αχολόγημα του σκοτεινού νερού. Πλησίασε κατά κει και παραμόνεψε πίσω απ’ τα πουρνάρια.

Άντρες και γυναίκες έψελναν έναν υποβλητικό σκοπό τριγύρω απ’ την πυρά, καλώντας τη Σκοτεινή Μητέρα να τιμήσει τη γιορτή τους, μ’ έναν αρχέγονο ρυθμό από τύμπανα, που κάθε χτύπος τους αντηχούσε και παλλόταν μες στο στήθος. Παραδίπλα, ένας φυσικά πλατυσμένος βράχος, σα βωμός, καλυμμένος με βρύα κατάμαυρα, περίμενε διψασμένος την ώρα της μεγάλης θυσίας.

Η σελήνη μεσουράνησε και κρύφτηκε πίσω απ’ τη βουνοκορφή. Μισοσκόταδο έλουσε τη σκηνή. Μέσα απ’ το δάσος, εμφανίστηκαν δυο γεροδεμένοι άντρες, σέρνοντας με τριχιά έναν νταβραντισμένο ταύρο, που τραβούσε δυνατά κι αντιστεκόταν, έτοιμος σε κάθε βήμα να δώσει μια και να τους ξεφύγει. Ήταν κατάμαυρος και τα κέρατά του, λεπτοδουλεμένα με ασήμι, στραφτάλιζαν στις ανταύγειες της πυράς. Ξοπίσω τους, μια πομπή μαυροντυμένων, δεξιά οι άντρες κι αριστερά οι γυναίκες. Έφεραν τον ταύρο μπρος στο βωμό. Το ζωντανό έβγαλε τη γλώσσα του κι έγλειψε τα μαύρα βρύα. Ημέρεψε και στάθηκε ακίνητο.

Ο πρώτος άρχισε να ψέλνει κι η πομπή επαναλάμβανε ρυθμικά. Ο δεύτερος έβγαλε ένα ασημένιο δρεπάνι κι έκοψε πέρα ως πέρα το λαιμό του ζώου, που γονάτισε δίχως άχνα. Κι έτσι όπως έτρεχε το αίμα του ποτάμι, χίμηξαν όλοι κι άρχισαν λαίμαργα να πίνουν και να βάφουνε τα πρόσωπα και τα στήθια τους με τα δάχτυλα. Μετά, κυριεύτηκαν από ιερή μέθη, πέταξαν τα ρούχα τους κι άρχισαν να χορεύουν παράφορα και να ζευγαρώνουν οργιαστικά, ουρλιάζοντας σαν αγριόσκυλα τ’ όνομα της Εκάτης.

Ο Καδμίλος ήταν έτοιμος να παραδοθεί κι αυτός στο ιερό όργιο, οι φλέβες στους κροτάφους του βροντούσαν στο ρυθμό των ταμπούρλων, μα έσφιξε τα δόντια κι αντιστάθηκε. Πήρε μερικές ανάσες κι έκανε την καρδιά του πέτρα. Επωφελήθηκε απ’ την αναμπουμπούλα και πλησίασε, αθέατος μες στις σκιές. Έβγαλε ένα φιαλίδιο απ’ τον χιτώνα του, το γέμισε με το αίμα του ταύρου και το ξανάκρυψε στην τσέπη. Μα έτσι όπως πήγαινε να φύγει, μια ισχυρή παρόρμηση τον έκανε να γλείψει τα δάχτυλά του. Σάμπως να σήμανε συναγερμός, οι μύστες παράτησαν το όργιο κι όρμηξαν ομαδικά καταπάνω του. Ήταν τέτοια η ορμή τους, που ο Καδμίλος, σαστισμένος, δεν πρόλαβε να σύρει το σπαθί του. Άρχισαν να τον χτυπούν και να τον ματώνουν με νύχια και δόντια, εκείνος πάλευε λιονταρίσια, σώριασε κάμποσους στο μαύρο χώμα να σφαδάζουν, μα η άνιση μάχη έληξε γρήγορα. Τον γραπώσανε χειροπόδαρα, τον κράτησαν ακίνητο και τον απόθεσαν στο βωμό, σα σφάγιο για θυσία.

Αμέσως φανερώθηκε μια σκοτεινή γυναικεία μορφή, ψηλή, κι αρχοντική, και πανέμορφη, και τρομερή, που ερχόταν καταπάνω του με βήμα αγέρωχο. Το μαύρο της φουστάνι, ασημοκέντητο με περίτεχνα πλουμίδια, έντυνε  την πανώρια κορμοστασιά της μέχρι τις γυμνές πατούσες της. Ένας τεράστιος μαύρος σκύλος την ακολουθούσε, γρυλίζοντας απειλητικά. Έγνεψε στους μύστες και κείνοι άφησαν τον νιο κι έπεσαν στα γόνατα να την προσκυνήσουν. Μαζί τους, την προσκύνησε κι αυτός.

«Ποιος είσαι εσύ, που κλέβεις αυτά που μου ανήκουν;» βρόντηξε η φωνή μες στο κεφάλι του, απαράλαχτη με κείνη του επίμονου ονείρου του.

«Είμαι ο Καδμίλος, γιος του Εύνηου, απ’ τη γενιά του Διόνυσου, και τη Ευφήμης, απ’ τη γενιά του Ηφαίστου. Συγχώρεσέ με, Σκοτεινή Μητέρα, για την αποκοτιά μου, μα το ’χει το ριζικό μου να καβαλήσω το άτι το θαλασσινό και να εκδικηθώ τους Σίντιες για τους νεκρούς μου, ειδαλλιώς ο θάνατος μονάχα μου αξίζει».

Κείνη τον πρόσταξε να σταθεί στα πόδια του και να τραβήξει το σπαθί του. Άστραψε πάλι θαμπωτικά. Οι μύστες όλοι πισωπάτησαν, τυφλωμένοι.  Η Εκάτη κούνησε μ’ επιδοκιμασία το κεφάλι.

«Κραδαίνεις το Άστρο, που καμία χαραυγή δεν μπορεί να το σβήσει. Είσαι ο νεότερος απ’ τους Κάβειρους, αυτός που έψαχναν για χρόνια. Όμως γιατί να σε αφήσω να φύγεις ατιμώρητος;» Τα λόγια της στάλαζαν στην καρδιά του ένα απόκοσμο μέλι.

«Σου ορκίζομαι, ω Σκοτεινή Μητέρα, αιώνια πίστη. Θα χτίσω τρανό ναό και θα οργανώνω κάθε χρόνο μυστηριακές τελετουργίες στη χάρη Σου και στ’ όνομα του Ηφαίστου και των Καβείρων, και θα ’ρχονται άντρες και γυναίκες απ’ όλη την Ελλάδα, να μυηθούν στη λατρεία Σου».

Η Εκάτη χαμογέλασε ευαρεστημένη. «Θέλω ακόμα να μου ορκιστείς πως, μόλις φέρεις τους Σίντιες στη λατρεία των αληθινών θεών κι έπειτα χτίσεις το ναό, θα εντοιχίσεις το Άστρο κάτω απ’ τον μεγάλο βωμό, για να το παραδώσω εγώ στον επόμενο εκλεκτό».

«Ορκίζομαι στην ψυχή μου».

Κείνη του έγνεψε μεγαλόπρεπα πως είναι λεύτερος κι εξαφανίστηκε μεμιάς από τα μάτια του. Οι μύστες τού όρμησαν πάλι, μα τούτη τη φορά όχι για να παλέψουν. Του ξέσκισαν τα ρούχα και τον τράβηξαν γελώντας στον οργιαστικό χορό τους.

Ο ήλιος μόλις είχε ξεμυτίσει απ’ τις βουνοκορφές στα δεξιά του Σάους, όταν ο Καδμίλος, κατάγυμνος και με το Άστρο στη μέση του θηκαρωμένο, γύρισε στο καλύβι του.

~~{}~~

Το απόγεμα, αφού συνήρθε κάπως,  ο Καδμίλος γύρισε στο σημείο όπου ’χε πρωτοαντικρίσει τη γριά Αρτεμησία κι άρχισε, ανυπόμονος, να φωνάζει τ’ όνομά της. Μετά από λίγο, εμφανίστηκε, μαζί με την κατσίκα της. Μόλις τον είδαν, το ζωντανό βέλαξε χαρούμενα κι έτρεξε να τριφτεί στα πόδια του μ’ ευγνωμοσύνη. Στο φαφούτικο στόμα της γριάς έσκασε ένα γκαρδιακό χαμόγελο. Δίχως καθυστέρηση, ο νιος έβγαλε το σακούλι όπου φυλούσε τα υλικά και της τα έδωσε. Εκείνη τα έριξε μέσα σε μια μικρή χάλκινη γαβάθα, τ’ ανακάτεψε προσεχτικά κι άρχισε να προφέρει ένα χθόνιο ξόρκι, ξανά και ξανά. Μόλις τέλειωσε, του την έδωσε με την ευχή της. Εκείνος πήγε να φύγει πάλι γοργά, μα τούτη τη φορά η Αρτεμησία τον πρόλαβε.

«Το ξόρκι που σου έφτιαξα δένει το άτι μονάχα στη στεριά. Άμα πατήσει στο νερό, λύνεται και το λευτερώνει. Γι’ αυτό, άμα θες να καλπάσεις στα κύματα, θα πρέπει να γίνεις φίλος μπιστικός του».

«Και πώς θα το κάνω αυτό;»

«Πρέπει να το φωνάξεις με το αληθινό του όνομα και να το φιλήσεις στο μέτωπο, ανάμεσα στα μάτια. Μα αυτό το απόκρυφο όνομα λίγοι στον κόσμο το γνωρίζουν. Θα σου το μπιστευτώ, μα θα πάρεις όρκο πως δε θα το προδώσεις σε κανέναν».

«Ορκίζομαι στη ζωή και στην τιμή μου».

«Φόρβας, γιος του Ποσειδώνα, αυτό ’ναι τ’ όνομά του, μ’ αυτό να τον φωνάξεις». Με τα λόγια αυτά, η γριά γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

Ο Καδμίλος επέστρεψε στο καλύβι του και περίμενε ανυπόμονα, πότε θά ’ρθει πάλι η χασοφεγγαριά. Μόλις έφτασε η ώρα, σηκώθηκε πριν το χάραμα κι έτρεξε στο ακρογιάλι να παραφυλάξει. Μα για κακή του τύχη, οι ιπποκόμοι του βασιλιά, μαζί με τον Σταβλάρχη, ήταν πάλι εκεί, με τις τρεις φοράδες για ζευγάρωμα. Μα τώρα είχανε κρυμμένο κι ένα πορφυρό μαγικό δίχτυ, καμωμένο από την ίδια την Αράχνη απ’ τη Λυδία, μαθήτρια της θεάς Αθηνάς, που ο Αρχιμάγος του παλατιού το ’χε περάσει από σαράντα κύματα, ψέλνοντας απόκρυφες επωδές. Φαίνονταν αποφασισμένοι, αυτή τη φορά δε θα τους ξέφευγε. Μα ο Καδμίλος είχε άλλη γνώμη.

Σύρθηκε μες στις καλαμιές και πλησίασε όσο μπορούσε πιότερο εκεί που σκάει το κύμα. Κράτησε έτσι μιαν απόσταση γύρω στα πενήντα μέτρα αποκεί που την είχανε στημένη οι βασιλικοί παρατρεχάμενοι. Μόλις άκουσε το πλατσούρισμα από τις σχιστές οπλές πάνω στο κύμα, έλυσε το σακούλι, έβγαλε τη χάλκινη γαβάθα με το μαγικό καταπότι κι ετοιμάστηκε. Με το που πάτησε την ακτή το αγέρωχο άτι, έτρεξε να το συναντήσει. Εκείνο χλιμίντρισε άγρια και σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, έτοιμο να τσαλαπατήσει τον παρείσακτο. Ο νιος υποκλίθηκε προτείνοντας τη γαβάθα. Το άλογο οσμίστηκε τον αέρα, ηρέμησε. Ήρθε κοντά του, τον χαιρέτησε μ’ ένα σκύψιμο του κεφαλιού και γεύτηκε την προσφορά.

Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε η βαριά φωνή του Σταβλάρχη και το χρυσοκέντητο σακάκι του άστραψε στο φως των δαυλών. Οι βασιλικοί ιπποκόμοι, που τόσην ώρα παρακολουθούσαν σαστισμένοι, όρμησαν προς το μέρος τους, κρατώντας το μαγεμένο δίχτυ. Το άλογο σκούντησε με τη μουσούδα του τον Καδμίλο στον ώμο και χρεμέτισε. Κι αυτός δεν έχασε καιρό. Πήδηξε στην πλάτη του κι άρχισαν να καλπάζουν στην αμμουδιά.

Οι ιπποκόμοι πέταξαν το μαγικό δίχτυ καταπάνω τους, μήπως και τους γραπώσουν, μα φύσηξε άξαφνα ο άνεμος και το γύρισε ανάστροφα. Τους ήρθε κατακέφαλα, τους τύλιξε γερά και δεν τους άφηνε ρούπι να κουνηθούν. Ο Σταβλάρχης φώναξε άλλους δυο υποταχτικούς του, έλυσαν τις βασιλικές φοράδες, τις καβαλίκεψαν κι όρμησαν στο κατόπι των δύο φυγάδων. Ήταν γρήγορες, μα δεν κατάφερναν να ψαλιδίσουν την απόσταση που τους χώριζε κι ακολουθούσαν ξέμακρα. Μέχρι που άλογο και αναβάτης βρέθηκαν μπροστά σ’ έναν μεγάλο βράχο, που έφραζε την ακτή και δρόμο άλλονε δεν είχαν να ξεφύγουν. Οι διώκτες πλησίαζαν επικίνδυνα.

Το μυαλό του Καδμίλου πήρε στροφές. Σηκώθηκε στα γόνατα, στη ράχη του αλόγου, το φίλησε στο μέτωπο, ανάμεσα στα μάτια, και φώναξε «Εμπρός, καλέ μου Φόρβα, τιμημένε γιε του Ποσειδώνα, όρμα στο βασίλειο του πατέρα σου». Άλλο που δεν ήθελε το άτι. Χίμηξε στο νερό κι έπιασε να καλπάζει. Οι διώκτες σταμάτησαν κι έμειναν να τους κοιτούν, αφρισμένοι απ’ το κακό τους, καθώς τα ροδοδάχτυλα της Αυγής ζωγράφιζαν με απαράμιλλη τέχνη τον ακόμα σκοτεινό ουράνιο θόλο.

Ο ήλιος είχε ανέβει δέκα οργιές ψηλά κι ο Καδμίλος με τον Φόρβα ακόμα κάλπαζαν στη ράχη της θάλασσας, που αστραποβολούσε κάτω απ’ τις σχιστές οπλές, με την αλισάχνη να τους νοτίζει το πρόσωπο. Κανείς από τους δυο δεν ήθελε να σταματήσει. Μια γαλατένια αχλή σκέπαζε τον ορίζοντα. Άλογο κι αναβάτης έγιναν σταυραδερφοί στη διάρκεια αυτής της απίστευτης κούρσας. Ο Καδμίλος χάιδευε τρυφερά το λαιμό του ζωντανού, του γλυκομιλούσε, το άτι χρεμέτιζε χαρούμενο και του ’λεγε και κείνο τα δικά του.

Ξάφνου, άκουσαν από μακριά κραυγές, παρακαλετά και κλάματα, μαζί με βαριά χαχανητά και πανηγύρια. Είδαν από μακριά ένα πλοίο με πορφυρά πανιά να βουλιάζει μεσοπέλαγα, μες σε καπνούς, ενώ ένα άλλο, με μαύρα πανιά, έστεκε παραδίπλα. Δίχως πολύ να το σκεφτούν, έτρεξαν να δουν τι γινόταν. Μέχρι να φτάσουνε, το ένα καράβι είχε σχεδόν φουντάρει και μόνο το πορφυρό πανί, μισοκαμένο, πρόβαλλε ακόμα στην επιφάνεια. Στο κατάστρωμα του μαύρου πλοίου, ο Καδμίλος είδε τις βάναυσες μορφές με τις δασιές γενειάδες κι αμέσως κατάλαβε τι ’χε συμβεί.

«Πειρατές, πανάθεμα τη φάρα τους» φώναξε, τσιγκλίζοντας με τις φτέρνες τα πλευρά του Φόρβα, να τρέξει πιο γρήγορα. Το άτι κατάλαβε κι ανταποκρίθηκε αγόγγυστα.

Μόλις πλησίασαν περισσότερο, είδαν στο κατάστρωμα μια πανέμορφη σφηκομεσάτη μαυρομάλλα, που έσκουζε και χτυπιότανε, καθώς δυο πειρατές την είχανε γραπώσει και πάλευαν να τη βάλουν κάτω, ενώ οι υπόλοιποι στέκονταν ολόγυρα και κάγχαζαν, σφύριζαν κι αισχρολογούσαν. Άτι και καβαλάρης, ένα σώμα, τους έκαναν επίθεση, χωρίς κανένα δισταγμό. Ο Καδμίλος ξεθηκάρωσε το Άστρο κι αυτό παλλότανε σα ζωντανή φωτιά, την ώρα που πατούσαν στο κατάστρωμα.

Οι πειρατές στάθηκαν για λίγο αμήχανοι. Μπρος στο παράδοξο θέαμα, τους κόπηκε μεμιάς το γέλιο. Η κοπέλα άδραξε την ευκαιρία να φωνάξει:

«Είμαι η Αξιέρη, μοναχοκόρη του βασιλιά Ιδαίου. Ο πατέρας μου θα σε ανταμείψει αδρά, άμα με σώσεις».

Λαίλαπα ξέσπασε στα κεφάλια των πειρατών. Το Άστρο τούς θέριζε αλύπητα, τους έκοβε τα σπαθιά σαν καρότα και τους λαιμούς σαν πράσα. Οι οπλές του Φόρβα γκρέμιζαν και πατούσαν όποιον έστεκε στο διάβα του.

Μέσα από το αμπάρι, ξεπρόβαλε ένας τύπος σκοτεινός, με σκουρόχρωμο χιτώνα κι ένα μακρύ ραβδί στο αριστερό χέρι. Ο Καδμίλος γύρισε προς το μέρος του, μα δεν πρόλαβε να κάνει ούτε βήμα. Ο άλλος σήκωσε το δεξί του χέρι, πρόφερε δυνατά ένα ξόρκι και, με μια κοφτή κίνηση της παλάμης, το έστειλε πάνω του. Ένα τρομερό κύμα δύναμης τον θέρισε. Έπεσε απ’ την πλάτη του Φόρβα και το Άστρο τινάχτηκε απ’ το χέρι του κι έσβησε σε μια γωνιά. Τρεις από δαύτους, όμως, είδαν το πάθημα του Καδμίλου κι όρμησαν να τον λιανίσουν, την ίδια ώρα που άλλοι τέσσερις χίμηξαν προς το άτι. Μα δεν ήταν τόσο εύκολο και να τους κάνουνε καλά, κι ας είχαν χωριστεί.

Ο Φόρβας στάθηκε με τα καπούλια προς την πρύμνη, σηκώθηκε στα πίσω πόδια, έβγαλε αφρούς από το στόμα και χλιμίντρισε με φωνή τρομερή που έκοβε το αίμα, σάμπως μες στα στήθια του να κρυβότανε ο ίδιος ο θεός του Πολέμου, θαρρείς και καταγόταν απ’ τ’ άλογα του Διομήδη, που κατασπάραζαν ανθρώπους. Οι πειρατές τον παραφυλούσαν με τα σπαθιά τους έτοιμα, μα κανείς δεν τολμούσε να τον ζυγώσει.

Ο νιος στριφογυρνούσε κι απόφευγε τα χτυπήματα των αντιπάλων του, μέχρι που βρήκε την ευκαιρία και κατάφερε μια κλοτσιά ξεγυρισμένη, κατάστηθα, σ’ έναν τους. Αυτός τινάχτηκε ξοπίσω και καρφώθηκε με την πλάτη στο ξίφος του συντρόφου του, που προσπαθούσε να βρει χώρο να χτυπήσει. Αίμα ξεχύθηκε απ’ το στόμα του πειρατή κι έβαψε τα καστανά του γένια. Ο Καδμίλος του άρπαξε το σπαθί, προτού πέσει απ’ το νεκρό του χέρι, κι έκοψε με μια κίνηση το κεφάλι του άλλου. Ένιωσε τον τρίτο να του ορμάει πισώπλατα κι αμέσως έκανε βαθύ κάθισμα. Το σπαθί του εχτρού θέρισε τον αέρα, κει που μια στιγμή πρωτύτερα έστεκε ο σβέρκος του. Ο πειρατής έκανε δυο βήματα σκυφτά μπροστά, για να βρει ισορροπία, μα ο Καδμίλος σηκώθηκε απότομα και με την πλάτη τον εκτίναξε ψηλά. Προσγειώθηκε  στο κατάστρωμα, που έτριξε απ’ το βαρύ κορμί του, μα δεν πρόλαβε να σηκωθεί ξανά. Ο νιος βρέθηκε αποπάνω του και τον σούβλισε πέρα ως πέρα.

Τότε, ο μάγος, που καθότανε παράμερα και καραδοκούσε την κατάλληλη στιγμή, πρόφερε άλλο ένα ξόρκι θανατερό, που ήχησε όπως κόκαλα τσακισμένα από σφυρί πάνω σε αμόνι. Ένα κύμα δύναμης ξεχύθηκε πάλι απ’ τα χέρια του και σάρωσε το μισό κατάστρωμα. Όποιος βρέθηκε στο διάβα του έπεσε νεκρός.

Ο Καδμίλος ένιωσε ένα κάψιμο στο στήθος, μα συνέχισε να στέκεται στα πόδια του. Είδε το σκαλιστό φυλαχτό στον κόρφο του, να λάμπει ερυθροπυρωμένο και το χιτώνιό του να μαυρίζει από το κάψιμο. Τ’ ανάγλυφα γράμματα χαράχτηκαν κατάστηθα στο μέρος της καρδιάς, να του θυμίζουν για πάντα την πατρογονική του δύναμη, που σκόρπισε τα μαύρα μάγια.

Ο μάγος τα ’χασε και, πριν προλάβει να σκαρφιστεί άλλο ξόρκι, ο νιος διάνυσε με δυο δρασκελιές την απόσταση που τους χώριζε και τον κεραυνοβόλησε μ’ ένα χτύπημα που τον έκοψε στα δυο, από το στήθος ως τα λαγόνια. Άφησε το ξένο σπαθί στο κουφάρι του μάγου κι έπιασε πάλι το Άστρο, που είχε πέσει κοντά στην πρύμη. Εκείνο πήρε πάλι δύναμη απ’ το άξιο χέρι κι αστραποβόλησε. Σάμπως ο Φόρβας να πρόσμενε το σύνθημα, έδωσε έναν πήδο πάνω απ’ τα κεφάλια των εμβρόντητων πειρατών και βρέθηκε δίπλα στον Καδμίλο, που σάλταρε ξανά στην ασέλωτη ράχη του. Ύστερα, με μια πολεμική κραυγή, που βγήκε απ’ τα δυο στόματα σάμπως να ’ταν ένα, όρμησαν πάλι να θερίσουν τους τελευταίους πειρατές.

Είχανε πια κι οι δυο λουστεί στο αίμα, όταν απόμεινε όρθιος μονάχα ο καπετάνιος των πειρατών, που είδε πως δεν μπορούσε να γλυτώσει κι έβαλε το μαχαίρι του στο λαιμό της Αξιέρης. Φοβέριζε να τη σφάξει, άμα δεν τον αφήνανε να φύγει.

«Άσε την κοπέλα και δε θα σε πειράξω» του ’πε ο Καδμίλος.

«Υπόσχεσαι;»

«Υπόσχομαι στο λόγο της τιμής μου, θα την ανεβάσω στο άλογο και θα γυρίσω να φύγω».

«Ορκίσου στον Ποσειδώνα».

«Ορκίζομαι!»

Ο πειρατής πείστηκε κι άφησε την κοπέλα. Ποιος θα τολμούσε να πατήσει τον όρκο του στον πιο ευέξαπτο και μνησίκακο απ’ όλους τους θεούς. Ο Καδμίλος την ανέβασε ξοπίσω του στη ράχη του αλόγου κι ετοιμάστηκαν να δώσουν σάλτο προς τη θάλασσα. Μα όπως γύρισαν να φύγουν, ο Φόρβας σήκωσε τα πισινά του πόδια κι έριξε μια γερή κλοτσιά στον πειρατή, που έπεσε ξερός στο νερό κι αμέσως βούλιαξε. Τ’ άλογο δεν είχε δώσει όρκο σε κανέναν.

Ο Καδμίλος φανέρωσε στην Αξιέρη ποιος ήταν κι από πού κρατούσε η σκούφια του. Κατόπιν, έβαλε φωτιά στο πειρατικό, πήδησαν στη θάλασσα κι αρχίσαν να καλπάζουνε κατά τη Σαμοθράκη.

Σε όλη τη διαδρομή, η κοπέλα σφιγγότανε πάνω στον Καδμίλο, που ένιωθε τη θέρμη του κορμιού της σα βάλσαμο στη μοναχική ψυχή του. Δεν μπορούσε να μην προσέξει τη χιονόλευκη ομορφιά, τη βεργολυγερή κορμοστασιά και τη γλύκα που ’χε το χαμόγελό της. Μα και κείνης σκίρτησε η καρδούλα της. Πώς ν’ αντισταθεί σ’ έναν λεβεντονιό που κράδαινε Άστρο για σπαθί και καβαλούσε άλογο που κάλπαζε στο πέλαγο, που ’χε φύτρα θεϊκή κι ας ήταν φτωχικά ντυμένος. Μα τα θαλασσοπούλια, που μαζευτήκαν αποπάνω τους να θαυμάσουν το σπάνιο θέαμα, έβγαζαν θρηνητικές κραυγές κι όλο μοιρολογούσαν:

“Από τη θλίψη στη χαρά κι απ’ τη χαρά στη λύπη
Λάμπουν των νιων τα πρόσωπα η αγάπη σα γεννιέται
Μα ο έρωτας ο άνισος, του Πλούτωνα τερτίπι,
Μέσα στον Άδη περπατεί κι αιώνια τυραννιέται”

Μόλις πατήσανε στεριά, ένωσαν τα χέρια, τα χείλια και τις ψυχές τους κι έδωσαν όρκο αιώνιας αγάπης. Κατόπιν, κίνησαν για το παλάτι.

Σαν φτάσανε στα όρια της πόλης, ο Φόρβας μίλησε:

«Ο βασιλιάς πάσκισε πολλές φορές να με πιάσει. Καλύτερα να μην εμφανιστούμε μαζί στο παλάτι, γιατί δε θα βγει σε καλό».

Ο Καδμίλος τον άκουσε και το καλοσκέφτηκε. Έπειτα ξεπέζεψε, κατέβασε και την Αξιέρη, χτύπησε απαλά το άτι στα καπούλια και του ’πε:

«Θα βρεθούμε στο ακρογιάλι που γνωριστήκαμε». Ο Φόρβας κούνησε καταφατικά το κεφάλι και κάλπασε έξω απ’ την πόλη.

~~~~{}~~~~

Οι σπιούνοι του βασιλιά ήτανε παντού κι έβλεπαν τα πάντα. Προτού οι ερωτευμένοι πατήσουν στο παλάτι, τα μαντάτα είχαν ήδη φτάσει στ’ αφτιά του. Μόλις άκουσε ότι ένας ψωμόλυσσας χωριάτης κατάφερε να καβαλήσει το θαλασσινό άτι, κοκκίνησε από τη ζήλεια. Ύστερα ηρέμησε λίγο κι άρχισε να το σκέφτεται· ως βασιλιάς, είχε δικαίωμα να του το κατασχέσει. Βγήκε στον μεγάλο εξώστη και περίμενε.

Αχ, πού ’σαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόταν άλλος. Ήταν κι αυτός κάποτε νέος κι είχε καρδιά μπουμπουκιασμένη, γενναίος πολεμιστής, έντιμος κι ακριβοδίκαιος σε όλα του· κάηκε το νησί απ’ το γλέντι, όταν ανέβηκε στον μαρμαρένιο θρόνο, μόλις πέθανε ο Δάρδανος, ο πατέρας του, που όλοι τον έτρεμαν. Μα κι αυτόν δεν τον ήξεραν καλά. Μονάχα η βασίλισσα Ερισσώ, η ακριβή του, κρατούσε το κλειδί για την καρδιά του. Εκείνη τον μαλάκωνε και στάλαζε το δίκιο στην ψυχή του, τα υψηλά ιδανικά, να ’ναι πατέρας στοργικός για όλον το λαό του.

Μα ήρθαν χρόνοι δίσεχτοι, κι έπεσε αρρώστια τρομερή στο νησί και πέθαιναν οι άνθρωποι σαν τις μύγες. Κι ο μάντης κι οι αρχιερείς ανοίξανε τα σπλάχνα εκατό αρνιών και διάβασαν πως τούτη ήταν η οργή των θεών, γιατί ψαράδες Σαμοθρακιώτες έριξαν τα δίχτυα τους στα θαλασσινά λιβάδια του γερο-Ποσειδώνα κι έπιασαν τα ψάρια που ορεγότανε για την αφεντιά του. Όταν το λοιμικό θέρισε στο διάβα του και τη βασίλισσα Ερισσώ, ο Ιδαίος δε συγχώρεσε ποτέ το λαό για το τρομερό του αμάρτημα. Δίχως το βάλσαμο του χαμόγελού της, χωρίς τη γλύκα του φιλιού της, ο βασιλιάς πετροκάρδισε κι έγινε βλοσυρός κι επίφοβος, φτυστός ο πατέρας του. Κανένας πια δεν ήξερε, όταν έμπαινε στην Αίθουσα του Θρόνου, αν θα ’βγαινε με το κεφάλι πάνω στους ώμους ή θα τον κουβαλούσαν τέσσερις, κατά την αρεσιά του αμείλιχτου δυνάστη.

Κι η δύναμη τον μέθυσε κι η εξουσία σκότισε το νου του κι ένιωθε μέσα του ισόθεος, που κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να μπει εμπόδιο στο θέλημά του. Κι όταν μια μέρα, που αρμένιζε με το χρυσοστόλιστο καράβι του, η μοίρα το ’φερε να δει το άτι το θαλασσινό από μακριά, πόθος τον τύφλωσε και πίστεψε πως οι θεοί το είχαν πλάσει για εκείνον ειδικά, πως μοναχά ελόγου του δικαιούταν να το καβαλήσει, κι ολημερίς δούλευε η σκέψη του, πώς να το καταχτήσει.

Σαν τους είδε να ’ρχονται περπατώντας, κατάλαβε πως ο χωριάτης δεν ήταν κάνας αφελής κι έπιασε να βυσσοδομεί πώς θα του πάρει το άλογο. Πήγε και κάθισε στο θρόνο του, με τις αφράτες μαξιλάρες, και περίμενε.

Μετά από λίγο, η Αξιέρη κι ο Καδμίλος μπήκαν στη μεγάλη αίθουσα και στάθηκαν μπροστά στο θρόνο. Ο Καδμίλος έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε. Η Αξιέρη ανιστόρησε την περιπέτειά της, παίνεψε την παλικαριά του αγαπημένου της και ζήτησε από τον πατέρα της να τον ανταμείψει βασιλικά. Αυτός συγκατάνεψε.

«Σήκω επάνω, νεαρέ. Σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για τη σωτηρία της θυγατέρας μου. Μπορείς να μου ζητήσεις ό,τι αγαπά η ψυχή σου κι εγώ θα σου το δώσω».

Ο Καδμίλος ανορθώθηκε. «Πολυχρονεμένε μου, δε με νοιάζουνε τα πλούτη κι οι τιμές. Μα την κόρη σου την αγαπώ και θέλω να την κάνω γυναίκα μου».

Ο βασιλιάς άναψε και κόρωσε. Ακούς εκεί θράσος ο κανάγιας. Δίχως δισταγμό, πρόσταξε τους φρουρούς του να τον χώσουν στο μπουντρούμι, μέχρι ν’ αποφασίσει τι θα τον έκανε. Σίγουρα, σκέφτηκε, θα έδινε το άτι για να γλυτώσει το κεφάλι του.

Οι φρουροί τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στα υπόγεια του παλατιού. Μα το Άστρο δεν μπορούσαν να το δουν. Έτσι, νόμιζαν πως είχε στη ζώνη του περασμένο έν’ αδειανό θηκάρι, πως άφησε τα όπλα του στην είσοδο του παλατιού, και δεν έψαξαν άλλο. Ο Καδμίλος δεν αντιστάθηκε, από φόβο μη λαβωθεί η Αξιέρη πάνω στη μάχη. Ούτε και ήθελε να φονέψει τον Ιδαίο, άμα όμως τραβούσε το ξίφος μες στην Αίθουσα του Θρόνου, δε θα ’χε άλλη επιλογή.

Ο βασιλιάς είδε τα μάτια της θυγατέρας του πυρ και μανία και πήγε να την καλοπιάσει.

«Είσαι βασιλοκόρη, δε σε χαλαλίζω εγώ για έναν αβράκωτο προικοθήρα. Έννοια σου, και σου ’χω κανονίσει προξενιό με πριγκιπόπουλο σπουδαίο, δευτερότοκο του βασιλιά της Μακεδονίας…»

Κείνη ξέσπασε, έξαλλη: «Ο πατέρας μου δεν μπορεί να είναι άτιμος και αχάριστος, δεν είμαι πια κόρη σου. Πάλι καλά που δε ζει η μάνα μου, να δει τις ντροπές σου. Εγώ τον Καδμίλο αγαπώ και μόνο αυτόν θα παντρευτώ, ό,τι κι αν κάνεις. Και τον γελοίο σου τον πρίγκηπα να τον παντρευτείς εσύ, άμα σου αρέσει. Αν τολμήσει να μ’ αγγίξει, θα του κόψω το λαρύγγι στον ύπνο του». Ήτανε βαριά τούτα τα λόγια. Κανείς δε μιλάει έτσι σ’ έναν βασιλιά ατιμώρητα, μάλιστα μπροστά στους αυλικούς του, ούτε καν η ίδια του η θυγατέρα· κι η θύμηση της Ερισσώς έμπηξε στην καρδιά του μαχαιριά. Δε βάστηξε να δώσει τόπο στην οργή.

Πρόσταξε τους φρουρούς του να τη συλλάβουν. Μετά, φώναξε τον Αρχιμάγο του παλατιού και του ζήτησε να πλάσει με τα μάγια του έναν ψηλό πύργο, στην εκβολή του ρέματος της Περσεφόνης, που η πόρτα του θα ήταν ορατή μονάχα από τον ίδιο τον Ιδαίο. Έτσι κι έγινε. Ο βασιλιάς φυλάκισε εκεί την ατίθαση θυγατέρα του και της μήνυσε ότι μόνο πεθαμένη θα βγει αποκεί, εκτός αν μετανιώσει για την αναίδειά της, εκλιπαρήσει γονατιστή τη συγνώμη του και δεχτεί να παντρευτεί τον Μακεδόνα πρίγκιπα.

«Τότε, μόνο πεθαμένη» του απάντησε κείνη.

Την ίδια νύχτα, ο Καδμίλος τράβηξε το Άστρο, έκοψε της φυλακής τα σίδερα, έριξε αναίσθητο τον δεσμοφύλακα κι έπειτα το θηκάρωσε ξανά. Κατάφερε να βγει χωρίς προβλήματα, μες στο πηχτό σκοτάδι. Κίνησε για το περιγιάλι και βρήκε τον Φόρβα, όπως είχαν συνεννοηθεί.

Ο βασιλιάς λύσσαξε από το κακό του, μόλις το έμαθε την άλλη μέρα. Έβαλε τους υποταχτικούς του να τον ψάχνουν, μα οι δυο τους κρύβονταν τη μέρα στην κοντινή Ίμβρο κι έτσι δεν κατάφεραν να τους βρουν. Μόλις έπεφτε το βράδυ, ξαναγύριζαν στη Σαμοθράκη.

Ο Καδμίλος περνούσε τις νύχτες του έξω απ’ τον πύργο, γυρεύοντας τρόπο να μπει και να λευτερώσει την αγαπημένη του. Μα πόρτα δεν έβρισκε, όσο κι αν έψαχνε. Προσπάθησε να σκαρφαλώσει, αλλά η πέτρα ήταν πάντοτε υγρή και γλιστερή κι ο νιος έπεφτε αμέσως κάτω. Δοκίμασε να κόψει τις πέτρες με το Άστρο, μα τα ξόρκια του Αρχιμάγου ήταν τόσο δυνατά και στέρεα, που ακόμα κι η κρυστάλλινη λεπίδα δεν κατάφερνε να χαράξει τη μαγεμένη επιφάνεια. Γι’ αυτό ο βασιλιάς ήταν τόσο σίγουρος, που δεν είχε βάλει σκοπιές να φυλάνε τριγύρω.

Έτσι, δεν είχε τίποτ’ άλλο να κάνει και καθόταν στα ριζά του πύργου, έπιανε το λαγούτο του, που του ’χε μάθει να παίζει ο συγχωρεμένος ο θετός πατέρας του, κι όλο τραγουδούσε, να κρατάει συντροφιά στην αγαπημένη του. Εκείνη τον κοιτούσε μέσα απ’ το καγκελόφραχτο στενό παράθυρο κι όλο αναστέναζε και παρηγοριά δεν είχε, που ήταν ο καλός της τόσο κοντά και τόσο μακριά συνάμα. Απ’ τον καημό της, έπαψε πια να τρώει το φαΐ που της ανέβαζαν με τροχαλία απ’ το παράθυρο κι όλο αδυνάτιζε, μέχρι που τα ροδαλά της μάγουλα ρουφήχτηκαν και το λευκό κορμάκι της σκελετώθηκε. Δεν είχε δύναμη να σηκωθεί ως το παράθυρο, να χαιρετήσει τον Καδμίλο, που ξεροστάλιαζε αποκάτω.

Κάποια νύχτα που έβρεχε, ο Καδμίλος είδε μια σκιά πιο σκοτεινή απ’ το σκοτάδι μες στις βροχοστάλες. Ένα αστροπελέκι, που έσκισε τον ουρανό, φέγγισε στη λεπίδα της μεγάλης κόσας. Ο Χάροντας είχε έρθει να πάρει την Αξιέρη στον Κάτω Κόσμο.

Μα τούτη τη φορά, ο νιος δεν το ’χε σκοπό να τον αφήσει να του πάρει ό,τι αγαπούσε, ακόμα κι αν αυτό θα ήταν το στερνό πράμα που θα έκανε στη μαύρη ζήση του. Έσυρε το Άστρο και φεγγοβόλησε ο τόπος. Με μια πολεμική ιαχή, όρμηξε στον Μαυροφορεμένο κι άρχισε να τον πελεκά, πού σε πονά και πού σε σφάζει. Ο Χάροντας τυφλώθηκε απ’ τη λάμψη, τα ’χασε απ’ τη μανιασμένη επίθεση.

Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, ο Μαυροφορεμένος πάτησε γερά στα πόδια του κι άρχισε ν’ ανταποδίδει με άνεση τα χτυπήματα. Η κόσα του απόκρουε το Άστρο κι όταν χτυπιόνταν οι λεπίδες βγάζαν αστραπές, η κλαγγή ανατρίχιαζε τα κύματα της θάλασσας και τα σύννεφα σκόρπιζαν τρομαγμένα στον σκοτεινό ουρανό. Ο Χάροντας έδειχνε να γλεντάει αυτή τη μάχη. Μετά από λίγο, έβαλε κάτι γέλια που τρεμοκοκάλισαν τον Καδμίλο. Του μίλησε χωρίς να πάψει να πολεμάει.

«Έχεις γούστο, μικρέ, πάνε πολλά χρόνια που καλοπέρασα έτσι. Μα να ξέρεις πως μπορώ να σε τσακίσω στο λεπτό, αν το θελήσω».

«Άσε τα λόγια, Χάροντα, και δε με κουλαντρίζεις. Να πας τούτα να τα πεις του Σίσυφου, που σε κανόνισε μια χαρά».

Ο Μαυροφορεμένος σοβαρεύτηκε κι έπαψε να γελά. Δεν του καλάρεσε τούτη η θύμηση. Γιατί όταν τον έδεσε ο προδότης βασιλιάς, κανείς πια δεν μπορούσε να πεθάνει, όσο κι αν είχαν τραύματα φριχτά και κορμιά τσακισμένα απ’ την αρρώστια, όσο κι αν εκλιπαρούσαν τους θεούς για το τέλος. Γέμιζε η γη με ζώνεκρους και λίγο ακόμα οι ζωντανοί δε θα χωρούσαν. Με φωνή βαριά και τρομερή, του φώναξε:

«Ο Σίσυφος μ’ έδεσε με δόλο, δεν είχε το κουράγιο να σταθεί μπροστά μου όπως ελόγου σου. Μάζεψε τη γλώσσα σου, θυμήσου την αιώνια καταδίκη του και μην τολμήσεις πια ούτε να σκεφτείς μια τέτοιαν Ύβρη. Οι θεοί έχουν ρίξει την οργή τους στους θνητούς για μικρότερα κρίματα απ’ αυτό».

Μα ο Καδμίλος δε λύγισε στιγμή, συνέχισε να πολεμάει λυσσαλέα.

«Παράτα τις φοβέρες, Χάροντα, τούτη τη νύχτα θε να πάρεις δυο ψυχές ή καμιά, εγώ να ζήσω δίχως την αγάπη μου δε δέχομαι».

Ο Μαυροφορεμένος θαύμασε το θάρρος του κι η απελπισμένη αγάπη ζέστανε λιγάκι τη σκληρή καρδιά του. Γέλασε και πάλι, κάπως πιο φιλικά.

«Ας είναι, το λοιπόν, μικρέ, με διασκέδασες όσο κανένας άλλος. Κι εγώ γι’ αντάλλαγμα θα φύγω δίχως λάφυρο απόψε. Έχω να πάω στη Θούλη, να παίξω σκάκι μ’ έναν ιππότη. Μα σε τρεις νύχτες θα επιστρέψω και τότε ούτε το Άστρο θα σε σώσει ούτε η γενναία σου καρδιά, μήτε κι ο ίδιος ο Δίας». Έκρυψε την κόσα στις δίπλες του μαύρου του χιτώνα κι εξαφανίστηκε απότομα όπως ήρθε.

Ο Καδμίλος έπεσε στο ακρογιάλι κι άρχισε να κλαίει σα μικρό παιδί. Ήξερε πως ο Μαυροφορεμένος κρατούσε πάντα τις υποσχέσεις του. Δεν του ’μενε πολύς καιρός, έπρεπε κάτι να κάνει κι ο χρόνος ήταν λιγοστός. Ύστερα, ρόδισε πάλι η αυγή κι ήταν ώρα να κρυφτεί απ’ τους στρατιώτες του Ιδαίου, που τον γύρευαν καθημερινά. Εξόρκισε την Αξιέρη να βάλει δυο μπουκιές στο στόμα της, μέχρι να βρει πώς να τη λευτερώσει. Κι ήταν τόσος ο καημός του, που εκείνη ήρθε λιγάκι στα συγκαλά της και του υποσχέθηκε πως θα φάει να δυναμώσει, μόνο για χάρη της αγάπης του.

Τότε, ο Φόρβας τον λυπήθηκε κι αποφάσισε να μιλήσει.

«Καλέ μου φίλε, θαρρώ πως ξέρω τη λύση, μα είναι πολύ επικίνδυνη και για τους δυο μας. Το λοιπόν, πρέπει να φονέψεις τον Δράκοντα του Ελλήσποντου, τον φρικαλέο γιο του Λεβιάθαν και του Ονάγρου».

Ο Καδμίλος ανατρίχιασε σύγκορμος. Τούτος ο Δράκοντας ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ταξιδευτών που πήγαιναν για τη Μαύρη Θάλασσα. Μισός κτήνος και μισός ψάρι, πιο μεγάλος από βόδι και πιο μακρύς από άλογο· οπλισμένος μ’ ένα ζευγάρι χαυλιόδοντες σαν ξίφη, παραμόνευε στα στενά, κρυμμένος στη λάσπη, βούλιαζε τα πλοία, σκότωνε τους ναυτικούς κι έτρωγε τις σάρκες τους.

«Και σε τι θα μας βοηθήσει αυτό το φονικό; Ακόμα κι ο Νηρέας φοβάται τον Δράκοντα του Ελλήσποντου» τρεμούλιασε η φωνή του.

«Γι’ αυτό δίσταζα τόσες μέρες να σου μιλήσω, όμως άλλη λύση δεν έχει απομείνει. Μες στο μυαλό του Δράκοντα, υπάρχει ένα μαγικό πετράδι. Αυτό σκληραίνει και παίρνει μορφή, μόνο άμα του κόψεις το κεφάλι».

Ο Καδμίλος έπεσε σε βαθιά περίσκεψη. Και μόνο η σκέψη ν’ αντιμετωπίσει το τρομερό κήτος του πάγωνε το αίμα και του μούδιαζε τα μέλη. Ήταν πολύ νέος για να πεθάνει, μάλιστα μ’ έναν τόσο φρικαλέο θάνατο. Κι έπειτα, τι θα γίνονταν τα όνειρά του, να καθίσει στον μαρμαρένιο θρόνο, τι θα γινόταν η απόφασή του να εκδικηθεί για τους νεκρούς του, οι όρκοι που έδωσε στην Εκάτη;

Μετά θυμήθηκε τον Μαυροφορεμένο και την κόσα του κι αναρίγησε ακόμα πιο πολύ. Πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς την αγάπη του; Τι αξία θα είχε ο θρόνος, η δύναμη κι ο γδικιωμός, τι σημασία θα είχαν οι όρκοι, άμα έχανε την ίδια την ψυχή του; Κι ο Ορφέας κατέβηκε στον Άδη για την Ευριδίκη του, ποιος ήταν εκείνος για να κιοτέψει μπρος στον Δράκοντα; Δίχως την Αξιέρη στο πλευρό του, θα καταντούσε σαν τον Ιδαίο, στείρα ψυχή, μαρμαρωμένη απ’ τον πόνο. Απόδιωξε με βία αυτή τη σκέψη.

Μα τα όνειρα τα προφητικά του τα ’χε στείλει η Εκάτη κι είπε, οφείλω να τραβήξω το δρόμο που μου όρισαν οι Μοίρες. Η ζυγαριά έγειρε απότομα και πήρε τη μεγάλη απόφαση.

«Για την αγάπη μου εγώ θα πολεμήσω κι ή θα πεθάνω ή θα νικήσω» τραγούδησε.

«Ωραία, μα δε φτάνει μοναχά να τον σκοτώσεις» του ’πε ο Φόρβας. «Πρέπει να του προκαλέσεις σκέψη υψηλή, καθώς θα του κόβεις το κεφάλι, και τούτο είναι το πιο ζόρικο απ’ όλα. Μόνο έτσι, όμως, θα πάρεις το σωστό πετράδι. Μετά, αν το βάλεις στο μάτι σου και κοιτάξεις, θε να δεις την πόρτα κι ό,τι άλλο κρύφτηκε με μάγια. Αν είσαι έτοιμος να παίξεις το κεφάλι σου, τότε είμαι κι εγώ, γι’ αυτό είν’ οι φίλοι».

«Και πώς θα το κάνω αυτό, καλέ μου Φόρβα; Πού ξέρω εγώ ποια σκέψη βολοδέρνει στο μυαλό αυτού του τέρατος;»

«Ευτυχώς τραγουδάς ωραία» είπε με νόημα ο Φόρβας. «Έλα, ανέβα στη ράχη μου κι έχεις καιρό να το σκεφτείς, μέχρι να φτάσουμε στα λημέρια του…»

Ο Καδμίλος με τον Φόρβα περιδιάβαζαν τα στενά του Ελλήσποντου, ψάχνοντας για τον Δράκοντα. Ο αναβάτης προκαλούσε το κτήνος να εμφανιστεί.

«Εεε, τι έγινε, μέγα Δράκοντα, σε ποια τρύπα είσαι κρυμμένος; Φοβάσαι να τα βάλεις μαζί μου, δειλέ κι ασκημομούρη;»

Δεν πέρασε πολλή ώρα και το κτήνος άκουσε τις προσβολές. Βγήκε στην επιφάνεια κι όρμησε να σουβλίσει άλογο κι αναβάτη με τους δεινούς του χαυλιόδοντες. Από κοντά, ήταν μεγαλύτερος κι ακόμα πιο απαίσιος απ’ ό,τι έλεγαν οι θρύλοι. Στην κεφαλή του ξεφύτρωναν δυο γυριστά κέρατα κι ανάδινε μια φριχτή μπόχα σαπίλας, που θα μπορούσε από μόνη της να σκοτώσει άνθρωπο. Ο Καδμίλος τράβηξε το Άστρο και ο Φόρβας έπιασε μια κυκλοτερή κίνηση γύρω απ’ τον Δράκοντα. Αυτός ήτανε πολύ γρήγορος για τον όγκο του κι έστριβε άνετα το τεράστιο κορμί του. Μα η λάμψη του Άστρου κι οι συνεχόμενες γυροβολιές τον ζάλισαν ελαφρά. Μόλις ο Καδμίλος τον ένιωσε να βραδύνει, ξεκίνησε να τραγουδά ένα σκοπό, που είχε μονάχος του σκαρώσει στο δρόμο:

“Τρισεύγενη, ουρανόπλαστη και γαργαρομιλούσα
Στο πλάι σου αν κοιμόμουνα, ποτέ να μην ξυπνούσα
Πώς να τ’ αντέξω, αγάπη μου αγγελοκαμωμένη,
Σε πύργο δίχως εμπασιά που σ’ έχουν κλειδωμένη
Πού νά βρω πια παρηγοριά, στον Άδη θε να φτάσω
Γιατί ’ναι το μοιρόγραφτο μαζί σου να γεράσω
Ανύπνωτος νυχτόμερα κι όρκο βαρύ θα δώσω
Δε θα συχάσω μέχρι που να σε γλυκανταμώσω”

Το κτήνος φάνηκε να ηρεμεί λιγάκι κι οι επιθέσεις του γίνανε λιγότερο σφοδρές. O Φόρβας είδε ανοιχτή την άμυνά του κι όρμησε προς τ’ αριστερά. Ο Καδμίλος απέκρουσε τον ζερβό του χαυλιόδοντα και με μια μαστόρικη κίνηση του ’κοψε το λαιμό πέρα ως πέρα, ενώ ακόμα τραγουδούσε. Μαύρο αίμα τινάχτηκε κι έλουσε άλογο κι αναβάτη· το κορμί του Δράκοντα βυθίστηκε αργά. Ο Καδμίλος πρόλαβε και γράπωσε το φρικιαστικό κεφάλι από το κέρατο, λίγο προτού βουλιάξει κι αυτό. Προσεχτικά, βγήκανε στη στεριά. Ο νιος άνοιξε στα δυο το κεφάλι του τέρατος κι έβγαλε από μέσα ένα τόσο καθάριο κι αστραφτερό πετράδι, που δε θα μπορούσε να ’ταν άλλο απ’ αυτό που αναζητούσαν. Πλύθηκαν κι οι δυο τους σ’ ένα ρυάκι, στέγνωσαν στον ήλιο κι έπειτα γύρισαν ξανά στη Σαμοθράκη.

Πήγανε στον πύργο κι ο Καδμίλος έβαλε το πετράδι στο μάτι του. Αμέσως εμφανίστηκε μπροστά του η πόρτα. Πρόσεξε πως δεν υπήρχε κλειδωνιά, παρά μόνο τέσσερα σύμβολα: μαίανδρος πάνω, σπείρα κάτω, δεξιά ρόδακας και αριστερά πεντάλφα. Δοκίμασε να τα πιέσει με το χέρι, όμως άκρη δεν κατάφερε να βρει. Έπρεπε, φαίνεται, να τα πιέσει με τη σωστή σειρά, για ν’ ανοίξει η πόρτα, κι αυτό δεν μπορούσε να το βρει στην τύχη. Έπεσε σε περισυλλογή για ώρα πολλή. Έπειτα γύρισε και κοίταξε τον Φόρβα. Φίλε μου καλέ, είπε από μέσα του, ξέρω τι πρέπει να κάνω, μα δεν πρόκειται διόλου να σ’ αρέσει αυτό που έχω κατά νου

Καταμεσήμερο, ο Καδμίλος, μονάχος του, πέρασε τις πύλες του παλατιού και ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά. Εκείνος τον δέχτηκε, γεμάτος περιέργεια. Μόλις ο νιος μπήκε στην αίθουσα, προσκύνησε μπροστά στο θρόνο. Ο Ιδαίος τού έκανε νόημα να σηκωθεί.

«Τι γυρεύεις εσύ εδώ, δραπέτη; Δεν γνωρίζεις ότι κατηγορείσαι για προδοσία;»

Ο Καδμίλος έσκυψε ταπεινά την κεφαλή.

«Το γνωρίζω, βασιλιά μου, αλλά κουράστηκα να κρύβομαι. Θα ήθελα να σου προτείνω μια συμφωνία».

«Και ποιος σου είπε ότι είσαι σε θέση να παζαρεύεις μαζί μου;»

«Η απελπισιά, πολυχρονεμένε μου. Είναι πολύ απλό αυτό που σου ζητάω. Εγώ θα σου παραδώσω το θαλασσινό άτι, μαζί με τη μαγική φράση που θα το κάνει δούλο σου. Το μόνο που σου ζητώ είναι να με κλείσεις κι εμένα στον πύργο, να πεθάνω αγκαλιά με την αγαπημένη μου».

Ο Ιδαίος το καλοσκέφτηκε και χαμογέλασε μοχθηρά. Είχε έρθει πια η ώρα να ευοδωθεί ο μεγάλος του πόθος και το αντάλλαγμα ήταν ταπεινό. Δέχτηκε δίχως καθυστέρηση, μ’ ένα ύφος μακροθυμίας.

«Πολύ καλά, θα σου κάνω τη χάρη που μου ζητάς. Μάλιστα, θα έχεις την τιμή να σε κλείσω εγώ προσωπικά στον πύργο».

Ο Καδμίλος υποκλίθηκε ταπεινά, γι’ άλλη μια φορά. Ο βασιλιάς κάλεσε μια δεκάδα φρουρούς, έβαλαν τον νιο ανάμεσά τους και κίνησαν για τον πύργο. Εκεί, βρήκαν απέξω τον Φόρβα, να τους προσμένει. Μόλις τον είδε να ’ρχεται μαζί με τον Ιδαίο, το άτι αγρίεψε κι άρχισε να φρουμάζει και να κλοτσάει. Ο νιος έβγαλε και του έδειξε τη χάλκινη γαβάθα με το καταπότι της Αρτεμησίας και το άτι ηρέμησε, κακοκαρδισμένο. Μετά, με λύπη μεγάλη, ο Καδμίλος το παράδωσε στον Ιδαίο, ψιθυρίζοντας στο αφτί του: «Εκάτη, Σκοτεινή Μητέρα». Ο βασιλιάς, ευαρεστημένος, πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα του πύργου, μα μες στη χαρά και στην αλαζονεία του, δε σκέφτηκε πως ο Καδμίλος τον κοιτούσε από πίσω. Έκανε μια το χέρι προς τα κάτω, μια αριστερά, μετά δεξιά, πάλι αριστερά, έπειτα πάνω και τέλος πάλι κάτω. Ο Καδμίλος διάβηκε την πόρτα κι ο Ιδαίος τη σφάλισε ξοπίσω του.

Ανέβηκε με βιάση τη σκάλα, ν’ αγκαλιάσει την αγάπη του. Εκείνη, που είχε ακούσει τις φωνές και είχε κρυφοκοιτάξει απ’ το καγκελόφραχτο παράθυρο, κόντευε να λιγοθυμήσει απ’ τη στεναχώρια της, που ο Καδμίλος έπεσε στα νύχια του κύρη της. Αυτός την καθησύχασε.

«Μη φοβάσαι, αγαπημένη μου, έλα στην αγκαλιά μου. Προτού να βασιλέψει ο ήλιος, θα ’μαστε λεύτεροι».

Στο μεταξύ, ο βασιλιάς πήγε και ψιθύρισε στ’ αφτί του Φόρβα το ψεύτικο ξόρκι: «Εκάτη, Σκοτεινή Μητέρα». Το άτι λύγισε απρόθυμα τα μπροστινά του πόδια κι υποκλίθηκε. Δεν ήθελε να παραδοθεί στον Ιδαίο, γιατί τον θεωρούσε ανάξιο για κάτι τέτοιο. Μα το καταπότι της Αρτεμησίας τον έδενε στη στεριά κι έτσι υποχρεώθηκε, θέλοντας και μη, να κάνει ό,τι τον πρόσταξε ο Καδμίλος.

Γεμάτος ανυπομονιά, ο Ιδαίος τού φόρεσε μια λεπτοδουλεμένη σέλλα και χαλινάρια στολισμένα με μαργαριτάρια κι αμέσως τον καβάλησε. Στράφηκε προς το δάσος, ακολουθώντας το ρέμα της Περσεφόνης. Η μεγάλη του αποθυμιά ήτανε ν’ ανέβει στην κορυφή του Ιερού Βουνού, να σταθεί στο θρόνο του Ποσειδώνα –εκεί όπου καθόταν για να παρακολουθεί τον Τρωικό Πόλεμο– και ν’ αετοβιγλίζει, ισόθεος, ολάκερο το Βόρειο Αιγαίο. Μα δρόμος δεν υπήρχε για εκεί. Σκέφτηκε, λοιπόν, να βάλει το λευκό άτι να βαδίσει στο νερό και να σκαρφαλώσει στο ρέμα της Περσεφόνης, που πηγάζει απ’ την κορφή. Έτσι κι έκανε.

Μα μόλις πάτησε στο νερό της βάθρας, ο Φόρβας λευτερώθηκε απ’ το ξόρκι της Αρτεμησίας κι αφού δεν είχε γίνει φίλος με τον βασιλιά, τίποτα δεν τον δέσμευε πια. Ξάφνου, ακούστηκε ορυμαγδός, το ρέμα φούσκωσε απότομα, παράσυρε τον βασιλιά απ’ την πλάτη του Φόρβα, ενώ το άτι δεν το άγγιξε καθόλου, τον έπνιξε και ξέβρασε το σώμα του στη θάλασσα, ακριβώς μπροστά στον πύργο. Από τότε, το ρέμα της Περσεφόνης ονομάστηκε Φονιάς, όπως το ξέρουν όλοι μέχρι σήμερα.

Ο Καδμίλος είδε απ’ το παράθυρο νεκρό τον βασιλιά, να πλέει στα ρηχά. Αγκάλιασε την Αξιέρη και της είπε πως ήταν ώρα να λευτερωθούν. Πιασμένοι απ’ το χέρι, κατέβηκαν στη βάση του πύργου. Ο νιος έβγαλε το πετράδι του Δράκοντα απ’ την τσέπη του, κοίταξε από μέσα κι είδε την πόρτα με τα σύμβολα. Χτύπησε τον σωστό συνδυασμό –σπείρα, πεντάλφα, ρόδακας, πεντάλφα, μαίανδρος και σπείρα– κι η πόρτα άνοιξε προς τη λευτεριά.

Απέξω τούς περίμενε ο Φόρβας, με άγριες διαθέσεις. Μόλις τον είδε έκραξε:

«Με πούλησες με ατιμία στον ανάξιο Ιδαίο, για να κάνεις το δικό σου. Ωραίος βασιλιάς θα γενείς κι ελόγου σου. Άμα μπορούσα να βγάλω μοναχός μου ετούτα τα λουριά, δε θα με ξανάβλεπες ποτέ».

Ο Καδμίλος γονάτισε και ζήτησε ταπεινά συγνώμη. Η Αξιέρη έλυσε τη σέλα και τα χάμουρα και του ’δωσε μια αγκαλιά κι ένα γλυκό φιλί. Ο Φόρβας ημέρωσε λιγάκι.

«Ήξερα απ’ την αρχή τι σκόπευες να κάνεις» είπε στον Καδμίλο.

«Και τότε γιατί δεν έφυγες στη θάλασσα, να λευτερωθείς;»

«Γιατί εμείς τα άλογα, αντίθετα με τους ανθρώπους, δεν προδίνουμε τους φίλους μας».

Μετά, μάζεψαν το σώμα του Ιδαίου μέσα απ’ τη θάλασσα και το άλογο τους επέτρεψε να τον ρίξουν στη ράχη του. Με βήμα αργό, τους πήγε μέχρι το παλάτι. Εκεί τους άφησε κι έφυγε κατά τη θάλασσα, πικραμένος, χωρίς να χαιρετήσει ούτε και βλέμμα πίσω του να ρίξει.

Μετά την κηδεία του Ιδαίου, οι ερωτευμένοι τέλεσαν τους γάμους τους και γλέντησε ολάκερη η Σαμοθράκη. Ο Καδμίλος κάθισε στον μαρμαρένιο θρόνο κι όλοι τον προσκύνησαν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το γλέντι, το παλάτι είχε ανοίξει τις πύλες του κι όλοι οι νησιώτες πέρασαν με τη σειρά για να πιουν ένα κύπελο κρασί, να τσιμπήσουν κάτι απ’ τα κατάφορτα τραπέζια και να ευχηθούν “σπολάτι” στο νέο βασιλικό ζεύγος. Οι ηρωισμοί και η θεϊκή καταγωγή του Καδμίλου είχαν μαθευτεί πια απ’ όλους κι ελπίδα τρανή είχε ανθίσει στην καρδιά τους, πως η ζωή τους θα γινότανε καλύτερη με κείνον να τους κυβερνά. Οι ορχήστρες έπαιζαν μέχρι που οι μουζικάντηδες έπεφταν από την εξάντληση κι άλλοι παίρνανε τη θέση τους. Ο κόσμος χόρευε στους δρόμους και στον περίβολο του παλατιού. Είχε πολύ καιρό να σαρώσει τη Σαμοθράκη ένα τέτοιο κύμα χαράς.

Την τρίτη μέρα, κατά το έθιμο, ο Αρχιερέας του παλατιού θυσίασε μαύρο αρνί χρονιάρικο στο βωμό, στο κέντρο της Αίθουσας του Θρόνου, να ζητήσει χρησμό από τους θεούς για το βασιλικό ζεύγος. Μόλις διάβασε την ωμοπλάτη, το πρόσωπό του σκοτείνιασε, μπέρδεψε τα λόγια του, έβηξε νευρικά κι έπειτα μετά βίας ψέλλισε δυο λόγια ενθαρρυντικά, ότι όλα θα πάνε καλά. Μα ένα παιδί απ’ τη συνοδεία του έβαλε ευθύς τα κλάματα κι έφυγε τρέχοντας απ’ την αίθουσα.

Ο Καδμίλος ζήτησε απ’ τον Αρχιερέα να του πει την αλήθεια, μα εκείνος δίσταζε και προσπαθούσε όλο να ξεφύγει, με αοριστίες, μισόλογα και σοφιστίες. Η Αξιέρη άσπρισε από την ταραχή της κι ένα δάκρυ ξεπρόβαλε απ’ τις άκρες των ματιών της. Ο Καδμίλος πρόσταξε τους πάντες να τους αφήσουν μόνους και η αίθουσα άδειασε. Τότε, ο Αρχιερέας κατέβασε το κεφάλι κι ομολόγησε τι ’χει διαβάσει στην ωμοπλάτη.

«Μεγαλειότατε, ο χρησμός λέει πως οι θεοί δε θα ευλογήσουν το γάμο σας με καρπούς ή μ’ ευτυχία, ούτε καν με χαμόγελο, μέχρι να εκπληρώσεις το πεπρωμένο σου. Και θα βρεις πολλά εμπόδια μέχρι να τα καταφέρεις».

Ο Καδμίλος κούνησε συννεφιασμένος το κεφάλι και του ζήτησε να τους αφήσει. Έτσι άδοξα σκόλασε το τρανό γλέντι και μια γκρίζα κατήφεια σκέπασε τη χαρά των περασμένων ημερών.

~~~{}~~~

Αφού ενημερώθηκε για τα καθέκαστα της διοίκησης, ο Καδμίλος προσπάθησε να μαζέψει στρατό και να χτίσει στόλο, για να εκστρατεύσει στη Λήμνο, να πάρει γδικιωμό από τους Σίντιες και να τους προσηλυτίσει στη λατρεία των Καβείρων, όπως είχε ορκιστεί στη Σκοτεινή Μητέρα. Μα τα εμπόδια ήτανε πολλά στ’ αλήθεια. Το νησί ήτανε μικρό, οι άντρες λίγοι, οι περισσότεροι βοσκοί και ψαράδες, ναυτικοί και ζευγολάτες, ελάχιστοι κατείχανε την τέχνη του πολέμου. Και το βασίλειο φτωχό, δε βρήκε αρκετό χρυσάφι και ασήμι στο κεμέρι για να πάρει μισθοφόρους και να ναυπηγήσει πλοία.

Έτσι περνούσε ο καιρός κι η απογοήτευση τον είχε τυλίξει, που ’γινε βασιλιάς μα πάλι δεν μπορούσε να εκπληρώσει το πεπρωμένο και τους όρκους του. Μέρα με τη μέρα, ο θρόνος όλο και του φαινόταν άχρηστος κι όλος του ο αγώνας μάταιος. Άδικα πάσκιζε η Αξιέρη να του γλυκάνει την καρδιά με την ομορφιά και την αγάπη της, μέχρι που σκυθρώπιασε κι αυτή κι έπαψε πια να μιλάει, γιατί έμενε στέρφα η κοιλιά της κι ένιωσε πως οι θεοί ήταν ανελέητοι, απαιτούσαν ανένδοτα ό,τι τους ανήκε, μέχρι τη στερνή σταγόνα αίμα.

Ένα βράδυ, που ύπνος δεν του άγγιζε τα βλέφαρα, ο Καδμίλος σηκώθηκε απ’ τα ιδιαίτερα βασιλικά του διαμερίσματα και κατέβηκε στα υπόγεια του παλατιού, κάτω απ’ τα μπουντρούμια όπου σάπιζαν οι κακούργοι, κι άνοιξε μια πόρτα, που μονάχα ο ίδιος ήξερε. Από τις πρώτες μέρες ακόμα της βασιλείας του, είχε φτιάξει εκεί ένα βωμό στ’ όνομα της Εκάτης. Γονάτισε, ακούμπησε το μέτωπο στην αιματοβαμμένη πέτρα κι άρχισε να προσεύχεται από τα βάθη της ψυχής του. Ξάφνου, ένιωσε ένα άγγιγμα απαλό στον ώμο· γύρισε απότομα. Βρισκόταν σ’ ένα τρίστρατο στο δάσος· μια τρομερή γυναικεία μορφή έστεκε αποπάνω του και ξοπίσω της ένας τεράστιος μαύρος σκύλος. Το πρόσωπό της ήταν οικείο, μα όταν προσπαθούσε να την κοιτάξει, άλλαζε κι από αρχοντική κυρά έμοιαζε ξάφνου με παρθένα κόρη κι έπειτα απότομα μ’ εκατόχρονη γριά, σάμπως τρία πρόσωπα να τον παρατηρούσαν μέσα από ένα ζευγάρι μάτια. Ένωσε τα χέρια σε ικεσία κι είπε με τρεμάμενη φωνή:

«Σκοτεινή Μητέρα, λυπήσου με, μα δεν είμαι άξιος να κάνω το θέλημά Σου».

Η κόρη χαμογέλασε τρυφερά, η κυρά έμεινε ανέκφραστη, μα στις ρυτίδες του γέρικου προσώπου κρυβόταν μια πονηρή θυμηδία.

«Το δικό σου θέλημα κάνεις από την αρχή, όχι το δικό μου» του είπε αυστηρά. «Εγώ σε βοηθώ ν’ ακολουθήσεις το Πεπρωμένο σου και γι’ αυτό θα λάβω το αντίτιμό μου. Αν είσαι άξιος ή όχι, δεν είναι η θέση σου να το κρίνεις».

«Μα δεν κατάφερα τόσον καιρό να βρω στρατό και πλοία, να κάνω την εκστρατεία που σου έταξα, Κυρά».

«Ένας Κάβειρος δεν χρειάζεται στρατό και στόλο για να εκπληρώσει τη μοίρα».

«Και τότε τι να κάνω;»

«Να έχεις πίστη στο ριζικό σου. Δε χρειάζεται να εκδικηθείς για τους νεκρούς, θα το κάνουν από μόνοι τους».

Έβγαλε απ’ τις πτυχές του πέπλου της ένα σβηστό φανάρι και του το έδωσε.

«Θα πάρεις ένα πλοίο και θα βγεις μονάχος σου στη Λήμνο. Μόλις πατήσεις στεριά, θα ξεθηκαρώσεις το Άστρο, θ’ ανάψεις τον Φανό του Ερέβους και θα βαδίσεις προς το παλάτι. Μόνο πρόσεξε, μην αγγίξουν μεταξύ τους, γιατί το γκρίζο Χάος θα καταπιεί ολόκληρο τον Κόσμο. Όλα τ’ άλλα είναι γραμμένα». Έσκυψε και τα σταφιδιασμένα χείλια ψιθύρισαν στ’ αφτί του το ξόρκι της τρισκότεινης αφής. Έπειτα εξαφανίστηκε· κι ο Καδμίλος βρέθηκε ξανά στον υπόγειο ναό, κάτω από το παλάτι.

Ένιωθε αδύναμος κι απελπισμένος, όσο ποτέ άλλοτε. Η ιδέα ότι μ’ ένα σπαθί κι ένα φανάρι, έστω και μαγικά, θα τα ’βαζε μονάχος του με τους Σίντιες, που διέλυσαν τις στρατιές του πατέρα του σα να ’τανε αγέλη από ψωριάρικα σκυλιά, του έφερνε σύγκρυο. Μα και μόνο η σκέψη της Εκάτης του έδινε κουράγιο να συνεχίσει. Πήρε, λοιπόν, το δρόμο της Πίστης, τον μοναδικό που οδηγούσε έξω απ’ τους βάλτους της αμφιβολίας.

Ανέβηκε ξανά στα δώματά του στο παλάτι, να προσπαθήσει κομματάκι να ξεκουραστεί, πριν ξεκινήσει τη μοναχική του εκστρατεία. Ήθελε ακόμα ώρες ώσπου να ξημερώσει. Βρήκε την Αξιέρη, ξάγρυπνη, να κάθεται στο κρεβάτι μαραμένη. Έπεσε ευθύς στα γόνατα κι έκρυψε το πρόσωπό του στην ποδιά της.

«Συμπάθα με, καρδιά μου, που δεν φάνηκα άξιος για τη χάρη σου, που έκανα τα ματάκια σου να κλαίνε, δίχως να το θέλω. Μα όλ’ αυτά έχουν πια τελειώσει. Ήρθε η Σκοτεινή Μητέρα και με ορμήνεψε τι να κάνω. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει, ειδαλλιώς θα πεθάνω προσπαθώντας». Και της στόρισε όσα γίναν.

Σαν τ’ άκουσε, εκείνη χλόμιασε πιο πολύ και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της.

«Θα προτιμούσα να ζω μαζί σου άτεκνη, αγαπημένε μου, παρά να σε χάσω για παντοτινά, σε μιαν απελπισμένη εκστρατεία. Μα ξέρω πως, άμα δεν το κάνεις, ποτέ δε θα ’σαι πια ευτυχισμένος, θα νιώθεις άχρηστος κι ανίκανος και θα τα βάζεις με τον εαυτό σου· και τούτο δε σου αξίζει. Κάθε άνθρωπος έχει το Δρόμο του, που τον χαράζουνε οι Μοίρες πριν ακόμα γεννηθεί, κι έχει χρέος να τον βαδίσει. Πήγαινε, με την ευχή μου. Κι άμα δε γυρίσεις, σου ορκίζομαι πως θα έρθω εγώ στη Λήμνο, ν’ αναζητήσω το κορμί σου, για να σε κηδέψω όπως σου αρμόζει, άντρα μου και βασιλιά μου».

Φιλήθηκαν παθιασμένα και το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά, ν’ απολαμβάνουν τ’ άνθη των κορμιών τους, μεθυσμένοι απ’ τους χυμούς της νιότης, μπορεί και για στερνή φορά…

Όταν ο ήλιος φώτισε καλά τον ουρανό, ο Καδμίλος ζώστηκε ξανά το Άστρο, μετά από μήνες που ’χε να το αγγίξει, και κατέβηκε στο λιμάνι μ’ ένα φλασκί νερό, ένα καρβέλι ψωμί και το φανάρι της Εκάτης σ’ ένα δισάκι στον ώμο. Έλυσε ένα βαρκάκι με πανί από τον κάβο του, πήδησε μέσα και τράβηξε μονάχος προς τη Λήμνο. Λίγο πριν το μεσουράνημα, νόμισε πως είδε από μακριά τον Φόρβα να σκίζει παιχνιδιάρικα το νερό. Του φώναξε, μα εκείνος ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Θα με γέλασαν τα μάτια μου, παρηγορήθηκε βουβά ο Καδμίλος.

Ο γερο-Ποσειδώνας είχε τα κέφια του εκείνη τη μέρα κι ο Αίολος είχε βγάλει στο μεϊντάνι το πιο πρίμο του αγέρι. Το πλοιάριο έσκιζε σαν κύκνος τα νερά. Τη νύχτα, ο Καδμίλος προσευχόταν στους θεούς να στέψουν τον αγώνα του με δάφνες, μέχρι που ο Μορφέας τον γλυκοπλάνεψε και τον έφερε απαλά μπρος στην Κεράτινη Πύλη. Εκεί τον πρόσμενε ο Όνειρος, αδερφός του Θανάτου, και του ’δειξε έναν κήπο γεμάτο γλυκές μυρωδιές και χρώματα ζωηρά. Σ’ ένα θρόνο, καταπράσινο από τις κληματσίδες που τον έζωναν, καθόταν η Αξιέρη, στεφανωμένη με αγριολούλουδα ανοιξιάτικα, και στα πόδια της έπαιζε ένα πανέμορφο αγόρι. Μόλις τον είδανε να έρχεται κοντά τους, η γυναίκα άγγιξε στο μπράτσο το παιδί, κάτι του ψιθύρισε, κι εκείνο άνοιξε τα χέρια του κι άρχισε να τρέχει προς τον Καδμίλο. Τον αγκάλιασε σφιχτά και του ’πε: «σε προσμένω να γυρίσεις, σ’ αγαπώ πολύ».

Το άλλο πρωί, είδε από μακριά τη Λήμνο κι η κατακόκκινη θλιμμένη αυγή προμήνυε πως εκείνη τη μέρα ο κόσμος θα λουζότανε στο αίμα. Βγήκε σε μιαν έρημη ακτή, κάπου στα βορειοανατολικά. Εκεί κοντά, άκουσε κελάρυσμα νερού κι είδε μια πηγή που ανάβλυζε ανάμεσα απ’ τα βράχια. Χόρτασε τη δίψα του κι ετοιμάστηκε να κάνει ό,τι τον ορμήνεψε η θεά. Τράβηξε το Άστρο απ’ το θηκάρι κι ο Ήλιος ντράπηκε, πήγε να κρυφτεί πίσω απ’ τα σύννεφα, μην καούν τα μάτια του απ’ τη λάμψη.

Έπειτα έβγαλε τον Φανό του Ερέβους, τον κράτησε στ’ αριστερό του χέρι και πρόφερε το ξόρκι που του ’χε εμπιστευτεί η Εκάτη, με μια πρωτόγνωρη αποτρόπαια ηδονή που τον συγκλόνισε. Σκοτάδι πίσσα κάλυψε τα πάντα στ’ αριστερά του. Τα ρούχα του έγιναν στάχτη κι έμεινε ολόγυμνος να προχωράει για την Ηφαιστεία, προς το ανάκτορο του Εύνηου, του πατέρα του, που τώρα κατοικούσε ο Σίντιας βασιλιάς Τηρέας. Προσευχήθηκε στην Εκάτη κι ένιωσε το γλυκόπιοτο αφιόνι της να διαποτίζει και την τελευταία ίνα του κορμιού και της ψυχής του. Κάθε φόβος, κάθε αμφιβολία, κάθε νοσταλγία εξαφανίστηκαν και το μόνο που έμεινε να καίει στο μυαλό και στην ψυχή του ήταν το πάθος για γδικιωμό, η ακλόνητη πεποίθηση, η βαθιά ανάγκη να τηρήσει τον όρκο του και σκέψη δεν τον άγγιζε.

Με σκοτάδι ζοφερό να σαρώνει την πλάση από τη μια και το αγνότερο φως από την άλλη, με το πρόσωπο κρυμμένο στο λυκόφως, δαιμονικά βλοσυρό, και το σημάδι που του άφησε το πυρωμένο φυλαχτό με τα πατρογονικά χαράγματα κατακόκκινο κατάστηθα, διέσχιζε τον κάμπο με το κεφάλι στραμμένο προς το χώμα. Οι ξωμάχοι, οι κολίγοι, σκλάβοι Λημνιοί στη δούλεψη των Σίντιων αφεντάδων, μόλις είδανε το φως και τη σημαδιακή σφραγίδα, παράτησαν τα χωράφια και, με τα δρεπάνια, τα δικράνια και τις αξίνες στα χέρια, βάδισαν στα δεξιά του Λυτρωτή, που από καιρό προμηνούσαν οι προφήτες κι οι οιωνοί, η μόνη τους απαντοχή στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς.

Κι άρχισε να τρέμει ο τόπος, μέσα απ’ τα χώματα ξεφυτρώναν νεκυοδαίμονες με κόκαλα γυμνά, σάρκες σαπισμένες, όπλα σκουριασμένα, μια φρικιαστική βεβήλωση της ζωής. Όλες οι ψυχές που αναπαμό δε βρήκαν, που σκοτώθηκαν στη μάχη κι οι Σίντιες τους αφήσαν να σαπίζουνε στον ήλιο, να τους σπαράζουν τα σκυλιά και τα κοράκια, δίχως να τους κηδέψουν όπως ορίζουν οι θεοί· ο στρατός του Εύνηου πιστός στο Πεπρωμένο, ορκισμένοι κι αυτοί να σταθούν μπρος στον εχθρό τους, όπως δεν το κατάφεραν όσο ζούσαν. Έπιασαν τ’ αριστερά του Καδμίλου κι όπου πατούσαν μαράζωναν τα χορτάρια κι έμενε στέρφα η γη.

Έντρομοι οι χωριάτες έτρεχαν προς την πόλη, να κρυφτούν πίσω από τα κυκλώπεια τείχη της. Ο Τηρέας έμαθε τα μαντάτα και για μια στιγμή τα χρειάστηκε. Η πρώτη του σκέψη ήταν να σφαλίσει τις πύλες και ν’ αφήσει τον εχθρό απέξω να ξεροσταλιάζει. Έπειτα του πέρασε απ’ το νου πως δεν είχαν ετοιμαστεί για πολιορκία, πως ακόμα δεν είχανε μαζέψει τη σοδειά απ’ τα χωράφια. Θα ήταν ανόητο, εξάλλου, να μαντρώσει έναν τόσο ισχυρό στρατό όπως ο δικός του μες στα τείχη. Κι έπειτα, ο βασιλιάς που δειλιάζει μπρος στον εχθρό δε μένει βασιλιάς για πολύ, όχι στους πολεμόχαρους Σίντιες. Καμιά αδυναμία δε θα του συγχωρούσαν. Ήταν δυνατότεροι και καλύτερα εκπαιδευμένοι κι οπλισμένοι και κανείς δεν μπορούσε να τους νικήσει.

Κάλεσε, το λοιπόν, πάνοπλο το στρατό του και βγήκανε να συναντήσουν το αλλόκοτο ασκέρι λίγο έξω απ’ την Ηφαιστεία. Μόλις είδαν τους εχθρούς τους, οι Σίντιες έκαναν γέλιο ομηρικό, μα μέσα στην καρδιά τους φώλιασε ο φόβος που νιώθουν πάντα οι αφεντάδες μπρος στους κολασμένους. Άρχισαν να βροντάνε τα σπαθιά τους στις ασπίδες, αποφασισμένοι να κρατήσουνε για πάντα ό,τι είχαν καταχτήσει με φωτιά και σίδερο.

Ο Τηρέας σήκωσε το σπαθί του κι έδωσε το σύνθημα για επίθεση. Οι αγριόφωνοι Σίντιες, ανατάραξαν την πλάση με τις πολεμικές τους ιαχές κι όρμησαν μανιασμένοι στο πεδίο της μάχης. Μα το φουσάτο του Καδμίλου ήταν απόκοσμα σιωπηλό την ώρα της σύγκρουσης. Γιατί είχανε σταλάξει τόσο μίσος στις ψυχές τους, που μοναχά τα δόντια τους μπορούσανε να τρίζουν.

Η μάχη κράτησε για ώρες, σωστό μακελειό. Μα να φοβάσαι αυτόν που δε φοβάται να πεθάνει. Οι νεκυοδαίμονες στ’ αριστερά της παράταξης έπεφταν χτυπημένοι απ’ τους εχθρούς, μα αμέσως ξανασηκώνονταν, έβαζαν πάλι τα κεφάλια τους πάνω στους ώμους και συνέχιζαν να πολεμούν. Και οι σκλάβοι από δεξιά, μετά τις πρώτες αψιμαχίες, παρατούσαν τα δικράνια, άρπαζαν τα σπαθιά όσων έπεφταν στη μάχη και πολεμούσαν πια ισάξια με τους μισητούς τους αφεντάδες.

Αργά αλλά σταθερά, οι Σίντιες ποτίζανε με το αίμα τους τη γη, βήμα το βήμα ο στρατός των κολασμένων προχωρούσε προς την πόλη, σπάζοντας τις εχθρικές άμυνες. Ο Καδμίλος, με το νου του βουτηγμένο σε ομίχλη, πετσόκοβε και πελεκούσε ανελέητα. Ξάφνου, βρήκε μπροστά του τον Τηρέα, καβάλα ακόμα στο πολεμικό του άτι, να θερίζει με το σπαθί όποιον έστεκε μπροστά του. Εκείνος τον είδε κι άρχισε να τον περιγελάει, που ήταν γυμνός κι αφύλαχτος. Πήρε ένα δόρυ απ’ τον υπασπιστή του, το εκτόξευσε προς τον εχθρό του κι αμέσως τσίγκλησε το άλογο κι όρμησε καταπάνω του, ελπίζοντας πως έτσι θα τέλειωνε οριστικά τη μάχη υπέρ του.

Μα ο Καδμίλος τραβήχτηκε στο πλάι, απέκρουσε το ιπτάμενο δόρυ με το πλατύ μέρος της λεπίδας του και σήκωσε τον Φανό του Ερέβους, έτσι που το άτι βρέθηκε ξάφνου να καλπάζει σε πηχτό σκοτάδι. Το ζωντανό τρόμαξε, σηκώθηκε στα πισινά του πόδια και χλιμίντρισε δυνατά, ρίχνοντας τον αναβάτη του καταγής. Ο υπασπιστής έτρεξε και βοήθησε τον Τηρέα να σταθεί στα πόδια του. Μαζί με άλλους πέντε απ’ τη βασιλική φρουρά, έβαλαν τον αφέντη τους στη μέση κι όρμηξαν προς τον Καδμίλο, που τους περίμενε ατάραχος. Με προσοχή να μην αγγίξουν μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε τον Φανό σαν ασπίδα, που τον έκρυβε απ’ τα μάτια των αντιπάλων, και με το Άστρο τους σφάγιαζε έναν προς έναν.

Ήρθε στα συγκαλά του, λασπωμένος κι αιμοστάλαχτος απ’ την κορφή ως τα νύχια, μόλις το κεφάλι του Τηρέα κύλησε στα πόδια του. Έβγαλε μια βροντερή ιαχή κι όλοι για μια στιγμή σταμάτησαν τη μάχη και γυρίσαν προς το μέρος του. Ο γιος του βασιλιά, ο Ίτυς, μαζί με όσους δικούς του έστεκαν ακόμα ζωντανοί, είδαν τον άφέντη τους νεκρό και γονάτισαν μπρος στον Καδμίλο, για να δηλώσουν υποταγή. Εκείνος θηκάρωσε για τελευταία φορά το Άστρο κι έσβησε τον Φανό, προφέροντας το ίδιο ξόρκι· αυτός εξαφανίστηκε απ’ το χέρι του κι οι νεκυοδαίμονες ξανάπεσαν μεμιάς στα ματωμένα χώματα. Πρόσταξε τους Σίντιες να μαζέψουν όλους τους νεκρούς, παλιούς και νέους, και να τους κηδέψουν με τιμές, να μην μπορεί κανείς πια να τους σηκώσει απ’ τον αιώνιο ύπνο. Τούτο το μόνιασμα στο θάνατο συντάραξε τους ζωντανούς κι έτσι φίλιωσαν για πάντα.

Ο Καδμίλος προτίμησε τον μαρμαρένιο θρόνο της Σαμοθράκης, που ήταν το γραφτό του, κι άφησε τον Ίτυ να κυβερνά τη Λήμνο, με όρους να πληρώνει κάθε χρόνο φόρο εκατό τάλαντα χρυσό κι ασήμι, να χτίσει ναό στον Ήφαιστο κι όλοι οι Λημνιοί να μυηθούν στη λατρεία των Καβείρων. Το ιερό τους χτίστηκε στην ακτή που βγήκε με τη βάρκα ο Καδμίλος, γύρω απ’ την πηγή που τον είχε ξεδιψάσει, και μέχρι σήμερα η περιοχή ονομάζεται Καβείριο. Μετά γαλήνεψε η ψυχή του κι η Αξιέρη βρήκε ξανά το χαμόγελό της, με την κοιλιά της να φουσκώνει ο πρωτογιός τους, ο Πρύλις, που ’χε το χάρισμα της μαντείας κι έγινε ονομαστός σ’ όλη την οικουμένη. Οι θεοί τούς ευλόγησαν με άλλα δυο αγόρια και δυο κορίτσια κι η γενιά τους κρατάει ως τις μέρες μας αδιάκοπη, έτσι έμαθα κι ελόγου μου αυτήν την ιστορία κι έπιασα να τη διηγηθώ.

Ο Καδμίλος τήρησε στο έπακρο τον όρκο του στην Εκάτη και για αιώνες έρχονταν στη Σαμοθράκη άνθρωποι απ’ όλη την Ελλάδα και την Ανατολή, να μυηθούν στη μυστηριακή λατρεία των Καβείρων.

Όταν τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε ο Χάροντας να τον πάρει, σε βαθιά γεράματα, αυτός τον καλοδέχτηκε, έπαιξαν μια παρτίδα σκάκι κι έπειτα τον ακολούθησε πρόθυμα. Ξάφνου, εμφανίστηκε μέσ’ απ’ τους αφρούς της θάλασσας ο Φόρβας, να τον ξεπροβοδίσει στα Ηλύσια Πεδία. Στάθηκε πάνω απ’ τη σορό του και του ’δωσε συγχώρεση. Ύστερα ζήτησε να στήσουνε τον φίλο του νεκρό στη ράχη του και βάδισε μπροστάρης στην εξόδιο πομπή. Σε όλη την πορεία, οι άνθρωποι αποθέωναν ζητωκραυγάζοντας και χειροκροτώντας τον Καδμίλο. Τέτοιες τιμές κανένας βασιλιάς δεν είχε γευτεί, στη ζωή ή στο θάνατο. Ο Φόρβας μπήκε στη νεκρική πυρά μαζί με τον Καδμίλο κι ύστερα ξεπρόβαλε ξανά, φλεγόμενος και άκαυτος, και χάθηκε για πάντα στα πελάγη. Όλοι ορκίζονταν πως είδανε στη ράχη του τον Καδμίλο, νέο κι όμορφο, να τραβά προς την αιώνια ζωή. Όσοι μετείχαν έκτοτε στα Μυστήρια ψιθύριζαν μεταξύ τους, μα δεν τ’ ομολογούσαν ανοιχτά, πως πάντοτε βρισκόταν αναμεταξύ τους και τους χάριζε την ευλογία και τη σοφία του. Όσο για τον Φόρβα, μονάχα λιγοστοί είπαν πως τον είδαν να καλπάζει στη θάλασσα, μα ήταν όλοι αλαφροί και φεγγαροπαρμένοι και κανείς δεν έδωσε σημασία στα λόγια τους.

Όσοι γνωρίζουν λένε πως το Άστρο παραμένει ακόμα κρυμμένο, γιατί δε βρέθηκε μάτι άξιο να το δει και χέρι εκλεχτό να το κραδαίνει…

ΤΕΛΟΣ