Πατρικά μυστικά

0
310

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Nazi_dolofonoi.jpg

Το αεροδρόμιο είχε πολύ κόσμο κι η αναμονή στο έλεγχο μεγάλη. Ο Φρανς όμως δεν ανησυχούσε, ήταν σίγουρος ότι θα προλάβει την πτήση. Αυτό το ταξίδι το είχε σχεδιάσει από τότε που ήταν οκτώ χρονών.

~~{}~~

 Ήταν οκτώ χρονών όταν γύρισε ο πατέρας του, ο Χανς, τραυματισμένος από την Κρήτη, το Μάη του 1945. Θυμάται πως τον καμάρωνε, όπως κάθε φορά που ερχόταν, θαμπωνόταν από τα παράσημα που κουβαλούσε στους ώμους και στόλιζαν επιβλητικά τον τοίχο πάνω από το τζάκι.

Ο πατέρας μόλις μπήκε κουτσαίνοντας, κάθισε στην πολυθρόνα κι άνοιξε τα χέρια του περιμένοντας να τρέξει ο Φρανς στην αγκαλιά του.

«Μπαμπά μου έλειψες. Είσαι καλά;»  είπε δακρύζοντας, αμήχανος στα συναισθήματα.

«Όπως βλέπεις… Προσπάθησαν να με βγάλουν από τη μέση, αλλά δεν τα κατάφεραν. Είμαι δίπλα σου τώρα. Μεγάλωσες βλέπω.»  Τον έσφιξε στην αγκαλιά του. Το πρόσωπο του Φρανς ακούμπησε στον ώμο του κι έσφιγγε όσο μπορούσε τον πατέρα του.

Έβγαζε το κεφάλι του πίσω από τον ώμο του πατέρα, καθώς ήθελε να δει τι είχε η δερμάτινη τσάντα  πίσω από την πολυθρόνα. Διέκρινε μια εικόνα με κάποιες παράξενες γυναίκες, με μαύρα ρούχα παντού, ακόμη και στο κεφάλι τους. Ξεχώριζε μόνο μια έντονη κραυγή πόνου στο πρόσωπό τους. Και σα να κρατιόντουσαν από τα πόδια κάποιων κρεμασμένων. Ναι, τρεις άντρες ήταν κρεμασμένοι σε δέντρο. Η μια γυναίκα είχε στην αγκαλιά της κι ένα παιδί, μάλλον νεκρό. Μπροστά τους, ο πατέρας του κι άλλοι δύο στρατιώτες του λόχου του. Έμοιαζε σα να χαιρόταν. Ο Φρανς δε μίλησε, μόνο κοιτούσε τις φωτογραφίες στην τσάντα.

Μόλις ο πατέρας του έφυγε για λίγο απ’ την σάλα, ο Φρανς με μια κίνηση, γεμάτος φόβο, αλλά με  παγωμένη περιέργεια, άρπαξε μια σειρά φωτογραφίες απ’ την τσάντα, τόσες όσες ώστε να μην τον πάρει χαμπάρι ο πατέρας του.

Οι μέρες που ακολούθησαν στην Γερμανία ήταν πολύ δύσκολες για τον οικογένεια του Φρανς, άσχετα εάν ο κόσμος ήταν πιο χαμογελαστός στους δρόμους. Ο πατέρας του απέφευγε να μιλάει γι’ αυτό κι οι ερωτήσεις του Φρανς για το τι είχε συμβεί, έμεναν αναπάντητες.

Ποτέ δεν  αποκάλυψε στον πατέρα του, πως είχε πάρει τις φωτογραφίες. Εκείνη την τσάντα δεν την είδε ξανά ο Φρανς. Λίγο πριν τον θάνατό του, ο πατέρας του έκαψε φιλμ, φωτογραφίες κι άλλα που είχε στην τσάντα.

~~{}~~

 Μετά την αναγγελία της απογείωσης, ο Φρανς έδεσε τη ζώνη του και κοίταξε τον κίτρινο φάκελο που είχε στα χέρια του. Τον άνοιξε κι ένας κόμπος στο λαιμό του έκανε παλίνδρομες κινήσεις, εναλλάξ με το ξεφύλλισμα των φωτογραφιών που περιείχε ο φάκελος. Εκτελέσεις αντρών, γυναικών, παιδιών και σχεδόν σε όλες τις φωτογραφίες, ο πατέρας του μπροστά πρώτο πλάνο.

Προσγειώθηκαν στον αεροδρόμιο του Ηράκλειου της Κρήτης. Εκεί θα τον περίμενε και το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει. Ένα μικρό Peugeot ήταν, μπήκε και ξεκίνησε για τα Χανιά.

Η διαδρομή δύσκολη , το οδικό δίκτυο επικίνδυνο. Μετά από ώρες έφτασε στο πρώτο χωριό που ήθελε να επισκεφτεί με το όνομα Άναβος. Ο τόπος είχε μια περίεργη κι άγρια ομορφιά, ποτέ δεν του είχε  μιλήσει ο πατέρας του γι’ αυτήν. Έφτασε στο καφενείο. Κάθισε στην ψάθινη καρέκλα. Όλα τα κεφάλια των χωριανών γύρισαν να τον δουν. Ρεύμα ηλεκτρικό διαπέρασε το σώμα του.

Τον πλησίασε ένας νεαρός. Τα ελληνικά του ήταν αρκετά καλά ώστε να συνεννοηθεί. Τα μάθαινε πολλά χρόνια, περιμένοντας αυτή την στιγμή.

«Καλημέρα. Ίντα θες; »

Δεν κατάλαβε την δεύτερη πρόταση, αλλά αποκρίθηκε:
«Καλημέρα. Έναν ελληνικό σκέτο παρακαλώ».

Μέχρι να έρθει ο καφές ένιωσε το χρόνο να διαστέλλεται. Οι φωνές και οι κουβέντες στο καφενείο είχαν σωπάσει. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα τζιτζίκια να τραγουδάνε, λες και ήθελαν να γεμίσουν τη σιωπή.

«Τι σε έφερε επαέ;» ακούστηκε μια γέρικη δυνατή  φωνή.

Σκιάχτηκε, του χύθηκε ο καφές απ’ τη τρομάρα. Γύρισε, κοίταξε τον γέρο, μια μορφή που μόνο σεβασμό μπορούσε να εμπνέει. Ήθελε αυτό το ταξίδι χρόνια. Ήρθε η στιγμή που περίμενε. Για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσε να ανοίξει το στόμα του. Κοιτούσε  αποσβολωμένος. Πήρε την απόφαση να μιλήσει.

«Θέλω να μάθω για έναν Γερμανό στρατιωτικό που πέρασε από εδώ. Και θα ήθελα να με βοηθήσετε εάν τον ξέρετε».
«Τον αναθεματισμένο τον Χανς; Για δαύτον ζητάς να μάθεις;»

Ο Φρανς τα έχασε, απάντησε διστακτικά:
«Ναι, γι’ αυτόν. Μπορείτε να με βοηθήσετε;»
«Δε χρειάζεσαι πράμα. Προχώρα κάτω την κοταρίδα και θα σε βγάλει στα του Χανς. Εκεί θα βρεις όλους του μαρτύρους που γυρεύεις. Κάτσε και γροίκα τους. Πήγαινε! Άντε από δω!» είπε και με μια κίνηση απότομη του ‘δειξε το δρόμο.

Η φωνή του γέρου έτρεμε, έμοιαζε φιτίλι που κονταίνει από την φλόγα, έτοιμο να εκραγεί. Ο Φρανς δεν μπορούσε να καταλάβει καλά, αλλά ήξερε προς τα πού έπρεπε να πάει. Σηκώθηκε, ψέλλισε «ευχαριστώ» και προχώρησε προς το μέρος που του ‘πε ο γέρος.

~~{}~~

Καθώς προχωρούσε γυναίκες με μαύρα ρούχα και μαντίλια, σαν εκείνες της φωτογραφίας, κλείνονταν κι αμπαρώνονταν στο σπίτι τους. Ήταν πραγματικά ανεπιθύμητος εκεί.

Μόνο μία απ’ αυτές τον πλησίασε, με μαύρα μάτια που έβγαζαν σπίθες, πόνο και θυμό:
«Πατέρας σου ήταν, ναι; Έχεις τα ίδια καταραμένα μάτια. Κακόχρονο να ‘χεις! Σε πήρε αγκαλιά; Ναι; Εγώ δεν πρόλαβα να πάρω το δικό μου το γιο. Δεν πρόκαμα να τον καμαρώσω, λεβέντης σα κι εσένα ήταν. Τον έφαγε το σίχαμα ο πατέρας σου. Τον σκότωσε και τον κρέμασε στη συκιά που θα βρεις πιο πέρα. Πήγαινε. Θα τον ανταμώσεις, θα σου μιλήσει. Θα τον γνωρίσεις από τα όμορφα μαύρα του μάτια, το άσπρο πουκάμισο με την κόκκινη λαβωματιά. Πήγαινε έχει πολλά να σου πει.»

Ο Φρανς δεν ήξερε εάν καταλάβαινε τι του είπε η γριά ή μήπως ήταν τόσο ζαλισμένος που δεν ήξερε τι γινόταν. Ο πόνος κι η οργή αυτού του τόπου έμπαινε στα σωθικά του, τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν κι ακολουθούσαν  σιγανοί λυγμοί καθώς άκουγε το μοιρολόι της γριάς να χάνεται στο λαγκάδι.

«Πήγαινε να έβρεις το παλικάρι μου,

Θα το γνωρίσεις μόλις το δεις

φορά έν΄ άσπρο ρούχο το βλαστάρι μου

την λαβωματιά στο πέτο του θα δεις

τα μάτια του τα μαύρα απομεινάρι μου

σα τον κοιτάς της μάνας του το βλέμμα θα θωρείς.

Δώσε του ψωμί κρασί να πιει

Δώσε του και τα προικιά του

Τον πόνο μου κρύψε μην τον δει

και πες του πως τον γροικώ τις νύχτες να ανασαίνει

τις μέρες στην αυλή  να περνά

λουλούδια να μου φέρνει

και μην ξεχάσεις να του πεις

Πως την αγάπη μου για κείνον κανείς δεν φτάνει»

~~

Έφτασε στο νεκροταφείο. Μαρμάρινες πλάκες παντού, ονόματα πολλά, άρχισε να διαβάζει «Ευτύχης Μιχαλάκης, ετών 17, εκτελέστηκε από του Γερμανούς 13 Οκτώβρη 1942», «Ιωάννης Καστρανάκης, ετών 32, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς 13 Οκτώβρη 1942», «Γεώργιος Μανοκράκης, ετών 8, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς 14 Οκτώβρη 1942», «Εμμανουήλ Παπαδάκης ετών 45, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς 13 Οκτώβρη 1942»….

Τα ονόματα δεν τέλειωναν, όσο τα διάβαζε τόσα περισσότερα εμφανίζονταν μπροστά του.

Ένα τσούρμο από μικρά παιδιά τον ακολουθούσαν, τον σημάδευαν με σφεντόνες καθώς τραγουδούσαν

«Πρωί πρωί με την αυγή
που βγαίνει το ζουμπούλι,
αφρουγκαστείτε να σας πω
του Χάνσι το τραγούδι.

Τραγούδι να το μάθετε
τραγούδι να το λέτε
κι όσοι κι αν είστε χριστιανοί
να κάθεστε να κλαίτε»

Γύρισε και τα κοίταξε. Εκείνα έτρεξαν με μιας φοβισμένα, εκτός από μια κρητικοπούλα. Σκούπισε τα μάτια του να δει την εικόνα της πιο καθαρά. Μια μελαχροινή μικρούλα που δεν σταμάτησε να τον κοιτά επίμονα και να τραγουδά :

«να κλαίτε τα παιδιά μας..»

Οι νεκροί βγαίναν ένας ένας και τραγουδούσαν κι αυτοί μαζί:

«Πρωί πρωί με την αυγή
που βγαίνει το ζουμπούλι,
αφρουγκαστείτε να σας πω
του Χάνσι το τραγούδι.

Τραγούδι να το μάθετε
τραγούδι να το λέτε
κι όσοι κι αν είστε χριστιανοί
να κάθεστε να κλαίτε»

Ο Φρανς τους κοίταζε αποσβολωμένος, ένιωθε το σώμα του να γίνεται ένα με τους νεκρούς, τους έσφιγγε έναν έναν στην αγκαλιά του κι άρχισε να καθαρίζει τις πληγές τους, τις λαβωματιές που ο πατέρας του, τους είχε αφήσει. Κάθε πληγή τους, κάθε εικόνα τους στον τάφο κι ένα παράσημο του πατέρα του στον τοίχο.

Τον αναθεμάτιζε κάθε τρεις και λίγο, μα το ίδιο του έκανε, και συνέχιζε τις πληγές τους με βάλσαμο να περνά.

Η κρητικοπούλα του μιλούσε: «Αυτός είναι ο παππούς μου, τον εκτέλεσαν γιατί δεν τους μαρτυρούσε τον αδελφό του», «εκείνος είναι το παλικάρι της κυράς Αρχόντισσας που πριν σου μίλαγε».

Ο Φρανς πλησίασε τον γιο της κυράς Αρχόντισσας  και τον περιποιήθηκε περισσότερο από όλους, μεταφέροντας του τα λόγια της μητέρας του.

Ξάφνου  με το δάκτυλό της του έδειξε τον πιο μικρό:

«Αυτός είναι ο θείος μου, αλλά τον εκτέλεσαν όταν ήταν οκτώ χρονών σαν κι εμένα, γιατί πήγε να ξεκρεμάσει από την συκιά το κουφάρι του πατέρα του.»

Ο Φρανς δεν μπόρεσε τίποτα παραπάνω ν’ ακούσει. Βρήκε κουράγιο, αποχαιρέτησε τους νεκρούς και προχώρησε προς το καφενείο κρατώντας την μικρή από το χέρι. Μάζεψε μια πέτρα πλακουτσωτή και χάραξε απάνω της, πλήρωσε τον καφέ του, κέρασε παγωτό την μικρή, άφησε την πλάκα πάνω στο τραπέζι κι έφυγε.

«Εs tut uns leid»*, έγραφε η πλάκα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

* «Συγνώμη»

Το τραγούδι του Χανς είναι ριζίτικο. Ο Χανς σκοτώθηκε από τους αντάρτες. Όλα τα  άλλα ονόματα και γεγονότα δεν είναι πραγματικά. 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Νάγια Πιέρρου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής