Διάφανος

0
162

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι par55109-teaser-xxl-1024x540.jpg

Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες, όπως λέγανε όλοι. Για μένα όμως ήταν μια μέρα σκατένια. Ο Αντώνης με είχε σπρώξει κι έπεσα κάτω. Μου είπε ότι δεν έχω καμιά δουλειά στο σχολείο. Λες και του ανήκει. Κανένας από τους άλλους γύρω δεν είπε κάτι. Έστω να με βοηθήσει με το χτυπημένο γόνατο.

Στο σπίτι με περίμενε ένας άδειος χώρος. Ο πατέρας πάλι απών αφού, όπως έλεγε, έπρεπε να φέρει φαγητό για την οικογένεια. Η μητέρα κι αυτή έλειπε -θα επέστρεφε σε κάνα δυο ώρες.

Πήγα στο δωμάτιό μου κι έβαλα τ’ ακουστικά. Μου ‘ρθε στο νου το πρόσωπο της Άννι. Τα κόκκινα μαλλιά της. Τα μάτια της στο χρώμα του κάστανου. Ο αέρας που με ακούμπησε καθώς πέρασε από δίπλα μου. Η ματιά που δεν μου έριξε. Το θεσπέσιο τραγούδι της  με τ’ άλλα κορίτσια της παρέας.

Πετάχτηκα στη κουζίνα, τσίμπησα λίγα φρούτα που βρήκα στο τραπέζι. Η μητέρα εμφανίστηκε, άφησε τα πράγματά της κι έβγαλε κάτι  σακουλάκια για να ετοιμάσει φαγητό. Ούτε που με ρώτησε πώς πέρασε η μέρα μου ή γιατί είχα πληγή στο γόνατο.

Η εξώπορτα χτύπησε κλείνοντας. Ο πατέρας πέταξε ένα ουφ κι ένα γεια. Άλλαξε ρούχα και κάθισε στην αγαπημένη του θέση. Μετά από λίγα λεπτά ένα τρένο ξεκινούσε από το σαλόνι, με προορισμό τη νήσο των ονείρων.

Το ροχαλητό του διακόπηκε σύντομα από τις φωνές της μητέρας για βραδινό. Πράγμα που έγινε χωρίς πολλές φιοριτούρες. Ήσυχα και ήρεμα, χωρίς συνομιλίες, απλά σαν μια διεκπεραίωση.

Γύρισα στο δωμάτιο μου. Άραξα στο κρεβάτι διαβάζοντας το αγαπημένο μου βιβλίο και πήρα μέρος στο ταξίδι γύρω στον κόσμο σε σαράντα μέρες. Έτσι μπορούσα να πετάξω πάνω από μέρη μακρινά. Άπιαστα όνειρα. Περιπέτειες χωρίς τελειωμό. Πολύχρωμες πόλεις και περίεργοι λαοί που εισέβαλαν στο κεφάλι μου.

Φίλοι, συνοδοιπόροι στην περιπέτεια της ζωής, που αν και μη πραγματικοί, με συντρόφευαν στο βασίλειο της κάμαρας μου. Χωρίς απειλές, πόνο από προσβολές, κακίες και πονηριές. Στη θαλπωρή της δικής μου επικράτειας, με κανόνες και νόμους αγάπης και συντροφικότητας.

~~

Την επόμενη μέρα πάλι στο πεδίο μάχης του σχολείου. Περνούσαν οι ώρες και ξάφνου στη γυμναστική έχασα τα πόδια μου. Έτσι όπως το λέω. Χωρίς να το περιμένω αισθάνθηκα τα πόδια μου να εξαϋλώνονται. Προηγήθηκε μια σπρωξιά και μια απειλή. Έπεσα και δεν έβλεπα να υπάρχει τίποτα εκεί κάτω… Πουφ… Τα πόδια μου δεν υπήρχαν.

Πέρασαν κάποια λεπτά και μέσα στα κλάματα και την στεναχώρια μου κατάφερα να τα πιάσω ξανά. Ναι, υπήρχαν. Ήμουν αρτιμελής πάλι. Σηκώθηκα κι ακούμπησα σε ένα παγκάκι να πάρω μιαν ανάσα.

Στο δρόμο για το σπίτι σκεφτόμουν τι έγινε κι έψαχνα να καταλάβω πώς συνέβη. Δεν πρόσεχα γύρω μου κι αισθάνθηκα να μου τραβούν την τσάντα. Γύρισα να δω. Ένα ζευγάρι είχε ανοίξει την τσάντα και πήρε το τηλέφωνό μου. Φώναξα δυνατά, μα δεν υπήρχε κάποιος κοντά να ακούσει, μόνο δέντρα και θάμνοι. Μου επιτέθηκαν και με χτύπησαν στο πρόσωπο. Έπεσα κάτω. Έφυγαν τρέχοντας.

Ανακάθισα στο έδαφος και καθώς έπιανα το κεφάλι μου δεν αισθάνθηκα τίποτα. Ούτε μύτη, ούτε μάγουλα. Τίποτα. Χρησιμοποίησα και τα δύο μου χέρια, αλλά μάταια. Αέρας. Τίποτα δεν υπήρχε να πιάσω. Σηκώθηκα και κοίταξα την αντανάκλασή μου στην παρακείμενη λιμνούλα και υπήρχε μόνο ένα κενό πάνω από τον λαιμό.

Άρχισε να με πιάνει πανικός. Κοίταξα ολόγυρα για βοήθεια, αλλά κανείς. Μάζεψα τα πράγματα, έκλεισα τη σάκα και προχώρησα για το σπίτι. Τρέχοντας σχεδόν. Αισθάνθηκα αναψοκοκκινισμένος. Έβαλα το χέρι μου να σκουπίσω τον ιδρώτα και, σαν από θαύμα, ένιωσα πάλι το πρόσωπό μου να είναι στην θέση του.

Μπήκα στο σπίτι αγχωμένος. Βρήκα την μητέρα μου ν’ ασχολείται με την μαγειρική και της είπα τι έγινε στην διάρκεια της ημέρας. Είπε τη συνηθισμένη της ατάκα: Η πολλή φαντασία και η ασχολία με τα βιβλία με οδήγησαν σ’ αυτήν την κατάσταση. Αισθάνθηκα πολύ μόνος κι ανήμπορος να φέρω ξανά αντίρρηση.

Έγινε μια κουβέντα και με την επιστροφή του πατέρα. Τα ίδια: Ήμουν φαντασιόπληκτος κι ήθελα να τραβώ την προσοχή και τη συμπάθεια των άλλων. Πήγα στο δωμάτιο κι έκλεισα με δύναμη την πόρτα πίσω μου. Η ζώνη ασφαλείας ήταν αυτοί οι τέσσερις τοίχοι. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη μου φευγαλέα καθώς έμπαινα και μου φάνηκε το είδωλό μου να τρεμοπαίζει.
“Μπα”, σκέφτηκα, “μου φάνηκε.”

~~

Μετά από έναν ανάστατο κι όλο εφιάλτες ύπνο, σηκώθηκα μέσα σ’ ένα άδειο σπίτι. Ετοιμάστηκα κι έφυγα για το σχολείο, οπλισμένος με κουράγιο κι αισιοδοξία ότι κάτι καλό θα γινόταν.

«Σήμερα θα πάρετε τα γραπτά σας απ’ τη χθεσινή έκθεση», είπε η δασκάλα κι άρχισε το μοίρασμα.

Όταν έφτασε σε μένα σχολίασε ότι το να γίνω εξερευνητής και θαλασσοπόρος θα ήταν δύσκολο λόγω της σωματικής μου διάπλασης. Ένα σούσουρο και γελάκια κοριτσίστικα ακούστηκαν. Τα αγόρια άρχισαν να με δείχνουν με το δάχτυλο -κι εγώ ήθελα να ανοίξει το πάτωμα να με καταπιεί.

Αισθάνθηκα εκατοντάδες βελόνες να μπήγονται στο σώμα μου. Η  δασκάλα μου να σχολιάζει έτσι τα όνειρά μου. Οι συμμαθητές μου να μην βλέπουν πέρα από το σήμερα και το τώρα. Να κοιτούν μόνο την εικόνα μπροστά τους και να μην σκέφτονται το κάτι παραπάνω. Το στόχο που έχει κάποιος βάλει στην ζωή του, το όνειρό του.

Τα εσωτερικά μου όργανα έκαναν μία κίνηση σαν να έκλεισαν. Αισθάνθηκα ένα κενό να με γιομίζει. Το σώμα μου, μη έχοντας περιεχόμενο, τυλίχτηκε γύρω από τον εαυτό του. Έβαλα τα χέρια μου στα αυτιά μου και κουλουριάστηκα στον εαυτό μου. Προσπάθησα να πιάσω τον λιγότερο δυνατό χώρο στην αίθουσα και στη Γη.

Ζήτησα να βγω έξω. Στον διάδρομο που περπατούσα ένιωσα να χάνω τη σύσταση του σώματός μου. Ένιωθα να χάνεται το σώμα μου. Δεν είχα τα μέλη του σώματος. Δεν είχα όργανα. Δεν είχα ψυχή. Δεν ήμουνα τίποτα.

Περπάτησα προς τα έξω κι αισθάνθηκα να επιπλέω στον αέρα. Αισθάνθηκα μέρος του σύμπαντος που μας περιβάλει. Αισθάνθηκα πλήρης κι ένα με τα πάντα, με τη φύση, με τον κόσμο. Θα μπορούσα να δω τον κόσμο όπως ήθελα πάντα. Ήμουν ελεύθερος.

~~

Την επόμενη μέρα εμφανίστηκαν αφίσες σε αρκετά δέντρα του δάσους.

ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ενός ΔΙΑΦΑΝΟΥ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΥ

Χάθηκε σκαντζόχοιρος 5 χρονών. Τον αναζητούν οι γονείς του. Ορισμένοι κάτοικοι και συμμαθητές του είπαν ότι κατευθυνόταν προς το δάσος. Είχε αρχίσει να γίνεται διάφανος και να μην τον βλέπουν καθαρά. Επικοινωνήστε είτε με τους γονείς του είτε με τους φύλακες του δάσους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Γιάννης Καλλίτσης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

PERU. May 1954. On the road to Cuzco, near Pisac, in the Valle Sagrado of the Urubamba river.

Προηγούμενο άρθροΤο σπίτι
Επόμενο άρθροDrive my car
Avatar
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.