Τα χέρια

0
223

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1-1.jpg

Αφήγηση από τον παππού μου, Γεώργιο Ασπρούδη, Γηροκομείο Ιωαννίνων, Ιούνιος 2017.

~~{}~~

Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια. Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμίσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Ένα ζευγάρι χέρια είναι πανίσχυρα παιδί μου, ποτέ μην υποτιμάς το τι μπορούν να κάνουν.

Οι άνθρωποι νιώθουν δυνατοί μονάχα όταν τους δίνουν κάνα τίτλο, όταν γερνάνε ή πιάσουν μπερντέ στα χέρια τους. Θαρρούν όλοι τους πως η ευτυχία μετριέται σε νομίσματα, σε αξιώματα και αριθμούς. Μα τα νομίσματα εγώ ξέρω πως είναι μονάχα για να τα ανταλλάζουμε ή να τα χαρίζουμε. Τι νόημα θα είχε άλλωστε να μαζεύει κανείς άσκοπα χρήματα; Τι νόημα θα είχαν τα χρήματα που μαζεύονται χωρίς στόχο κι όνειρα;

Γι’ αυτό κοίτα πάντα, και πρώτα από όλα, να ονειρεύεσαι και να στοχεύεις κάπου. Είναι όλα πιο εύκολα σαν έχεις ένα στόχο. Μπορεί να μη τον πετύχεις, να μην πλησιάσεις ουδέποτε, μα θα είναι εκεί να σου δίνει κουράγιο, να σε συνδέει με αυτό που ποθείς, με την πλευρά που θες να φτάσεις. Κι αν τύχει μπορεί και να το αλλάξεις το όνειρο, άντρα μου, να βρεις στην πορεία κάποιο καλύτερο, κι αυτό δεν είναι κακό.

Και τα αξιώματα να μη τα λογαριάζεις. Υπάρχουν μόνο γι’ άλλους λόγους, για να γεμίζουν τον τόπο με δήθεν σημαντικούς και δήθεν ασήμαντους. Μα πες μου εσύ, που είσαι πιο γνωστικός από μένανε, τι θα έκαναν άραγε οι σημαντικοί αφεντάδες όλοι μαζί αν δεν είχαν που να δώσουν τις εντολές τους; Είναι ο άλλος διευθυντής και του πλένουν, του μαγειρεύουν, τον πηγαινοφέρνουν στην κούρσα, δουλεύουν για εκείνον σα σκλάβοι. Αυτός τελικά τι προσφέρει; Θα σου πω εγώ τι προσφέρει! Κάνει τάχα τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Εφετζής είναι, αχρείαστος μη σου πω, και με παχουλό μισθό. Μη τονε ζηλεύεις, ούτε και να του κλαις το χάλι, αυτό επέλεξε, αυτό πήρε. Μα πιστεύεις ‘συ ότι θα πάει κανείς να τον φροντίσει από αγάπη;

Πώς να σου το πω αλλιώς, δεν ξέρω. Οι άνθρωποι αυτοί εξυπηρετούν συμφέροντα, μα όχι τα δικά σου και τα δικά μου. Οι λίγοι κυριαρχούν και οι υπόλοιποι ακολουθούν. Έχεις δει ποτέ βοσκό με πρόβατα σε τούτο το χωριό που ήμαστε; Είδες ποτέ να είναι περισσότεροι οι βοσκοί από τα πρόβατα; Όχι δα! Μα και δίχως τα πρόβατα ο βοσκός δε θα είχε λόγο ύπαρξης.

Εσύ καμάρι μου να κάνεις αυτό που θέλει η ψυχή σου. Άμα θες δουλειά σου να ‘ναι να γράφεις, γράψε! Κι άμα τύχει να δουλεύεις με άλλους παρέα, μη τους κοιτάς. Εμένανε όλοι στη δουλειά μου με κοιτούσαν στα χέρια. Ο τότε συνάδελφος μου στο εργοστάσιο, απ’ τους Καλαρρύτες ήταν αυτός, μου ‘λεγε ‘’Τα άτιμα τα χέρια σου, τόση δουλειά που βγάζουνε δε τα προφταίνω’’. Μα εγώ δε σταμάταγα, δεν κοίταγα παραπέρα στους άλλους.

Έτσι να κάνεις κι εσύ. Μη συγκρίνεις με τους άλλους, όσο κι αν στο ‘μαθε η μάνα σου. Θαρρείς δεν ξέρω ‘γω που σε έβαζε να της πεις τι βαθμό πήρε ο Τασούλας και ο Ντίνος, μόνο και μόνο για να σου πει μετά ‘’Κοίτα οι φίλοι σου πόσο καλά τα πήγαν! Καλό το 8, αλλά το 10 του Τασούλα να κοιτάς!’’ Αηδίες. Δεν είναι και περίεργο που κείνου του έρμου του Τασούλα δε θέλησες να μάθεις νέα του από τότε που έφυγε για την Αθήνα.

Κι όταν πήγαινες τάχα να ζητήσεις άδεια απ’ τη μάνα σου για να πας σε τίποτα γενέθλια και της έλεγες ‘’Μα ο Κώστας και τα παιδιά θα πάνε’’, σου έλεγε με σηκωμένους ώμους ‘’Δε με νοιάζει εμένανε τι κάνουν τα παιδιά των αλλωνών’’. Μα και εσύ καλά της έκανες της ρουφιάνας και το ‘σκαγες και πήγαινες. Εγώ τη μεγάλωσα και ξέρω τι στραβόξυλο ήταν η μητέρα σου, αλλά Θεός σχωρέστην είχε κι αυτή πολλά καλά, άσχετα που θυμάμαι τα στραβά της τώρα.

Κι όσο για την ηλικία παιδί μου, καμία σημασία δεν έχει. Εγώ που πλέον εγέρασα, κούσιαλο είμαι πια, να ήταν τα νιάτα δυό φορές, τα γηρατειά καμία λέω.

Η μακαρίτισσα η γιαγιά σου θυμάμαι φώναζε κάθε λίγο και λιγάκι στη μάνα σου ΄΄Εσύ θα με πεθάνεις άτιμη!’’. Και κάθε που την έβλεπε να ανεβαίνει τη σκάλα αργά το βράδυ της τα ‘σουρνε πριν ακόμη ανοίξει την πόρτα. Την περίμενε με το μπλάστρι στο χέρι, μη νομίζεις πως κι εκείνη καλοπέρναγε στα νιάτα της. Και όποτε την έπιανα της τα έψελνα και την άφηνε. Μα μια φορά δε την είχα πάρει χαμπάρι, από νωρίς στο γρέκι, και τη μούτευε για ώρες η κυρά Μαρίκα.

Και τελικά δεν την πέθανε η μάνα σου, μα τη φρόντισε. Τι την έπλενε, τι την τάιζε, τι την έτρεχε στους γιατρούς στα Γιάννινα. Είχε καταντήσει δούλα της. Μα ποτέ δεν αναστέναξε η δόλια η μάνα σου. Τα χέρια της ακόμη τα θυμάμαι πως είχανε γίνει τότε. Είχαν ροζιάσει, ήτανε χέρια μεγάλης γυναίκας, θαρρείς πέρασαν 20 χρόνια από πάνω της με την αρρώστια της μάνας της.

Είχε βλέπεις χρόνια που ταλαιπωριόταν η βάβω σου απ’ τα εγκεφαλικά. Εγώ μοναχός μου δε μπορούσα να την κάνω ζάφτι. Στα τελευταία της μήτε έτρωγε, μήτε έπινε, μονάχα ψέλλιζε ακουμπισμένη αυτού στην πολυθρόνα. Ξεστόχαγε και ‘λεγε και τα μπανταλά της τότες.

Την έπιασα την κυρά Μαρίκα μια μέρα που τα ‘λεγε με τη μάνα της, σου μιλώ για συζήτηση κανονική. Δεν άκουγα τι έλεγε η άλλη πλευρά καθότι πεθαμένη από χρόνια η προγιαγιά σου. Άσε που και όταν ζούσε κείνη η γυναίκα μούκα ήτανε, τη φωνή της δε τη θυμάμαι.

Άραγε εσύ τη θυμάσαι τη δικιά σου τη γιαγιά; Είχε η καημένη γεράσει πολύ όταν γεννήθηκες, μα σε αγαπούσε και γινόταν ξανά νια όποτε ερχόσασταν στο χωριό. Η μάνα σου στην αρχή δε την άφηνε να σε πιάσει καλά-καλά. Φοβόταν βλέπεις, μην πάθεις κι εσύ τα ίδια από εκείνη. Αλλά δεν πρόλαβες παιδί μου να τη γνωρίσεις καλά. Θα ‘σουν δε θα ‘σουν έξι χρονώ όταν έφυγε. Και τώρα αυτού γκουτζάμ παλικάρι στα 25 σου ήρθες να χαιρετίσεις τον παππού σου.

Να χαιρετίσεις. καλά λέω. Γιατί αγόρι μου αν δε σε φροντίζουν χέρια δικά σου, άνθρωποι να σε αγαπούν, δεν έχει αξία, δε τη θες τη ζωή. Και τι να τους κάνεις τούτους; Όχι βέβαια πως δε με προσέχουν, παράπονο δεν έχω. Κι ιδίως κάνα δυο το κάνουν με την καρδιά τους, μα δε σε πονεί ο ξένος όσο ο δικός σου. Ούτε και ξέρει τα χούγια σου.

Η μια η κοπελιά με τα ξανθά μαλλιά θαρρώ σε κόζιαρε πριν που ερχόσουν, μίλα της βρε μην είσαι χαζός. Μη μείνεις μόνος σου, άσχημο πράγμα η μοναξιά.

Είδες και τον αδερφό μου πως κατέληξε, κρίμα είναι λες τώρα. Αλλά μπιστόβλιακας ήταν μια ζωή. Και στο φαγητό και στις γυναίκες ήταν αχόρταγος, έτρωγε τον αγλέουρα και όπου έβλεπε θηλυκό πήγαινε ντουγρού. Ντιπ για ντιπ δεν καταλάβαινε τι του ‘λεγα. Τονε θυμάσαι που ήτανε σα νταούλι στα τελευταία του; Βούδα τονε φώναζες με την αδερφή σου, κι άδικο δεν είχατε. Μη γίνεις σαν και δαύτον κακομοίρη μου. Και δε σου λέω για τη μπούτσκα του, άστο αυτό, μπαχλάβας.

Τα πολλά τα χέρια μόνο σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις. Είχα όμορφη ζωή, γεμάτη από ανθρώπους μάτια μου. Μα ποτέ δεν την χόρτασα. Ήμουνα πάντα γκάζγκανος που λεν’ στα μέρη μου, η ψυχή της παρέας, και στα γλέντια και στα δύσκολα εγώ τους έκανα όλους να γελούν. Σπουδαίο πράγμα να κάνεις τον άλλον να γελά. Σπουδαίο δυο φορές όταν εσύ δεν αντέχεις απ’ τον πόνο και τον κάνεις γέλιο. Σε ο,τι παιχνίδι παίζαμε παρέα τότε που ήσουνα μικρός έκλεβα, και στο ‘δειχνα. Δε το ‘κανα για να κερδίσω, μα για να σε κάνω να γελάσεις. Που παρά που ήμουν παππς δυό φορές εγώ ακόμη παρέμενα παιδί.

Μα αυτού μονάχα παζλ μας φέρνουν. Και ‘γω δε θέλω να παίζω μόνος μου, γιατί δε μπορώ να κλέψω κάποιον. Την πρώτη φορά που ήρθα αυτού με τον θειό σου του είπα ‘’Αυτού είναι γεμάτο γέρους που φέρονται σαν τρίχρονα, τι θες να κάνω ‘γω;’’ Τους λυπήθηκα, αμαρτία μου, αλλά δε μπορούσα να τους βλέπω, πόσο μάλλον να συμμετάσχω σε αυτό που έκαναν. Έφκα και μετά το ξανασκέφτηκα. ‘’Ξύγκι να γίνει’’ είπα στον εαυτό μου, με τον καιρό συνήθισα.

Μη νομίζεις, όλα, και τα δύσκολα και τα ωραία, όλα τα συνηθίζεις τελικά. Και μετά πεθαίνεις.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Κατερίνα Δαμιανίδη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής