Η ιστορία της Ιωνάς

0
231

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι f-1-1024x627.jpgΟ ήλιος σκαρφάλωσε τον ορίζοντα και στάθηκε για λίγο εκεί, στο περβάζι του ουρανού, για να στολίσει με χρυσάφια την απέραντη θάλασσα και με σμαράγδια, ρουμπίνια και τοπάζια τα σύννεφα που κρεμόντουσαν άχνα πάνω από το στεφάνι του. Αυτή η ομορφιά πόνεσε τα μάτια της Φράνσις· η αναπόφευκτη άφιξη του φωτός μόνο ένα πράγμα σήμαινε για αυτήν: την συνέχιση του μαρτυρίου της.

Βρισκόταν για δεύτερη μέρα δεμένη στο ψηλότερο σημείο του καταρτιού, με τα χέρια της κλειδωμένα μέσα σε σκουριασμένες, σκληρές χειροπέδες, που ήδη είχαν πληγώσει τους καρπούς της. Ένιωθε τη σκουριά να τρυπώνει ύπουλα μέσα της και να σφραγίζει έτσι την ήδη προδιαγεγραμμένη της μοίρα.

Χωρίς νερό από το προηγούμενο πρωινό, με χείλη στεγνά και πληγιασμένα, ο λαιμός της σκιζόταν κάθε φορά που πάλευε να καταπιεί το σάλιο που νόμιζε ότι είχε. Στεγνός κι αυτός σαν φαράγγι που το σκάλιζε ο αέρας, που αν και θαλασσινός γεμάτος υγρασία, ήταν τόσο αλμυρός που σαν να προσπαθούσε με αλατισμένο νερό να ξεδιψάσει. Κι όσο το σκοτάδι που είχε προηγηθεί τα κόκαλά της με το νοτερό σεντόνι της νύχτας είχε περονιάσει, ο ήλιος που ξεπρόβαλε ήρθε να τα στεγνώσει, και το δέρμα της να συνεχίσει να καψαλίζει.

# # #

 Αυτό το μπάρκο είχε ξεκινήσει με τόσες ελπίδες. Όλα τα είχε σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια: είχε κόψει τα μαλλιά της, είχε φορέσει τα ρούχα του πεθαμένου της αδελφού, που ακόμη κουβαλούσαν την μυρωδιά του και έτσι ένιωθε την παρήγορη παρουσία του πάνω της, είχε φτιάξει τα χαρτιά της. Τι βολική η αμφισημία του ονόματος της. Χρειάστηκε απλώς μια στάλα μελάνι, μια μικρή κηλίδα στην αναφορά του φίλου ώστε από «η» Φράνσις να μετατραπεί «ο» Φράνσις. Μπάρκαρε με το δισάκι της άδειο μα με την ψυχή της γεμάτη όνειρα φωτεινά, αναμνήσεις γλυκόπικρες, αγωνίες στρυφνές.

Δεν άφηνε όμως την διάθεση της να επηρεάζεται. Θα κρατούσε το κεφάλι χαμηλά και σε δυο μήνες πάνω κάτω θα έφτανε στη δική της Γη της Επαγγελίας. Εκεί θα ξεμπάρκαρε και θα χανόταν μέσα στο πλήθος. Είχε ακούσει για καραβάνια που ταξίδευαν για την μεσοδυτικές πολιτείες αυτού του νέου τόπου. Ταξίδι επικίνδυνο, μα δεν είχε να χάσει κάτι, παρά μόνο τη ζωή της, αυτήν που δεν άξιζε παραπάνω από έξι σελίνια τη βδομάδα. Προτιμούσε να παλέψει για τη ζωή της παρά να βουλιάζει παλεύοντας για την επιβίωση.

Κι όλα πήγαιναν μια χαρά. Η αξιοσύνη και η προθυμία της έκανε τον Κάπτεν Σέιμουρ να συμπαθήσει το αμούστακο παιδαρέλι που έκανε το πρώτο του μπάρκο. Οι περισσότεροι ναύτες είδαν με συμπάθεια τον νεαρό, αλλά δεν παρέλειπαν να τον φορτώνουν με αγγαρείες. Δυο τρεις που, για λόγους που η Φράνσις δεν μπορούσε να καταλάβει, την στραβοκοιτούσαν, απλά τους απέφευγε και φρόντιζε η παρουσία της απαρατήρητη να περνάει. Κι έτσι εγκλιματιζότανε σε μια ζωή που μόνο από τις διηγήσεις γνωστών είχε κάποια στιγμή ακούσει.

Όμως η ίδια η φύση της την πρόδωσε. Κάτι που δεν είχε υπολογίσει ήταν εκείνες οι κόκκινες μέρες που πλημμύριζαν τα σκέλια της και έκοβαν στη μέση το κορμί της από τον πόνο. Κι όταν δυο βδομάδες αφού ξεκίνησαν, το ρολόι της ήταν να είναι βάρδια με άλλους τρεις στο κατάστρωμα από τις τέσσερις το πρωί από τις οχτώ, για να φυλάνε τα πανιά, μιας και η στεριά απείχε πολύ, αποκαμωμένη από την αδυναμία και τον πόνο αποκοιμήθηκε.

Μα σαν ξημέρωσε η κόκκινη στάμπα στο καραβόπανο πρόδωσε την ανίερη παρουσία της. Ο Ντέιβ Μπλακ, που από την αρχή δεν καλοείδε τον νέο, γούρλωσε τα μάτια μόλις το βλέμμα του έπεσε πάνω στο κόκκινο πανί, γιατί αμέσως κατάλαβε γιατί δεν χώνεψε αυτόν τον προκομμένο Φρανκ.

– Γυναίκα στο καράβι, γυναίκα στο καράβι! ούρλιαξε λες και είχε πιάσει φωτιά το αμπάρι και σήμανε συναγερμό.

Στο άκουσμα της επάρατης κουβέντας, μαζεύτηκε όλο το πλήρωμα. Και κύκλωσε την αιώρα, δίπλα στην οποία στεκόταν αλαφιασμένη η Φράνσις. Ένιωθε το αίμα να στραγγίζει από το κορμί της. Όλες οι φοβερές συνέπειες σφυροκοπούσαν το μυαλό της και κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να κρατηθεί όρθια. Θα την πετούσαν στη θάλασσα, θα την άφηναν σε κανένα ξερονήσι ή θα την κλείδωναν στο αμπάρι και σαν εμπόρευμα θα την πουλούσαν. Δεν ήξερε γιατί να πρωτοφοβηθεί κι όλα της φαίνονταν εφιαλτικά λες κι όνειρα κακό έβλεπε.

Ο καπετάνιος εμφανίστηκε με βαρύ βήμα. Ακούγοντας τη φωνή του Μπλακ, επικαλέστηκε τη βοήθεια του Θεού· αν υπήρχε αλήθεια σ’ αυτά τα λόγια, όλες οι φουρτούνες που είχε αντιμετωπίσει στα 35 χρόνια που διαφέντευε καράβια, θα ήταν κύματα από βοτσαλάκια στη λίμνη. Μόλις έφτασε, κατάλαβε ότι ήταν η ιαχή πολέμου αυτό που είχε ακουστεί.

– Καπετάνιε, θηλυκός Ιωνάς στο καράβι μας! φώναξε ο Μπλακ με αγριεμένες φωνές να πλαισιώνουν την δήλωση του.

-Ήρεμα, Μπλακ, ήρεμα. Ας δούμε τι έχει γίνει.

-Δεν έχουμε να δούμε τίποτε άλλο, καπετάνιε. Ο Φρανκ Μέλλοου δεν είναι τίποτε άλλο παρά παντελόνιασμένη γυναίκα, που μαγάρισε το μπάρκο μας. Η θάλασσα έχει κανόνες, νόμους απαράβατους, που όποιος τολμήσει να παραβιάσει, η μήνις της σε όλο το πλήρωμα πέφτει, εκτός κι αν ο Ιωνάς θυσιαστεί, όπως η παράδοση ορίζει.

– Μπλακ, σύνελθε, δεν βρισκόμαστε στην εποχή των παππούδων σου. Τι πράγματα είναι αυτά;

Η ορθολογική σκέψη του καπετάνιου πάλευε να συνετίσει ένα τσούρμο απαίδευτων ανθρώπων που στήριζαν την ύπαρξη τους σε σκοτεινές δεισιδαιμονίες.

Πριν καλά-καλά προλάβει να αποσώσει την κουβέντα του, η αφρισμένοι ναυτικοί άρχισαν να φωνάζουν.

– Η θάλασσα θέλει εκδίκηση!

-Η θάλασσα ζητάει αίμα!

-Η θάλασσα απαιτεί θυσία!

Ο Μπλακ κοιτούσε τα σκαμμένα από τον αέρα και το αλάτι πρόσωπα των συντρόφων του, και καταλάβαινε αυτό που με τρόμο συνειδητοποιούσε και ο καπετάνιος. Αν η δίψα των ναυτικών δεν ικανοποιούνταν, γιατί φαίνεται ότι λογική τούς είχε εγκαταλείψει μόλις πάτησαν το πόδι τους στο καράβι και η παρέα με θρύλους, παραδόσεις, κατάρες και προλήψεις το σκοτεινό νου και την σκληρή καρδιά τους είχε μολύνει, η ανταρσία θα κυβερνούσε το σκαρί και μοίρα αντίστοιχη με της άτυχης γυναίκας θα τον σημάδευε κι αυτόν. Αγώνας άσκοπος και μάταιος θα ήταν. Μα να τύχει αυτό στο τελευταίο του μπάρκο;

– Κάντε ό,τι ορίζει η παράδοση λοιπόν και ο Θεός ας συγχωρήσει τις ψυχές όλων μας! είπε ο καπετάνιος και αφού το βλέμμα του χάιδεψε απολογητικά το τρυφερό πρόσωπο της Φράνσις, που με μάτια υγρά και πηγούνι που έτρεμε στην προσπάθεια να καταπιεί το λυγμό που τάραζε το στήθος της, πισωπάτησε και χάθηκε από τον κύκλο των αφηνιασμένων ναυτικών.

Η Φράνσις έμελλε να μάθει μια παράδοση που δεν γνώριζε και που αν ήξερε ίσως και να είχε αποφύγει να μπαρκάρει. Γιατί η τιμωρία που την περίμενε πιο τρομερή απ’ όσα είχε σκεφτεί θα ήταν. Για τρεις μέρες θα ήταν δεμένη στο πιο ψηλό σημείο του καταρτιού για να την δει ο Ποσειδώνας και να μην ρίξει την τρίαινα του στην ρότα του πλοίου. Και μετά, ακόμη κι αν  ήταν ζωντανή, θα απαγχόνιζαν τον θηλυκό Ιωνά από το πρωραίο κατάρτι και θα συνέχιζαν το ταξίδι τους με το άψυχο κορμί βυθισμένο στην θάλασσα, για να τρομάζει τις γοργόνες και να φαγωθεί από τα τέρατα του βυθού και τα ψάρια του αφρού. Και έτσι η κατάρα θα γλιστρούσε πάνω από το σκαρί και το γραμμένο του πληρώματος και θα χανόταν στα σκοτεινά νερά του ωκεανού.

# # #

Αυτό που για όλη την πλάση την ελπίδα γεννάει, ο ήλιος ο ζωοδόχος, για αυτήν ήταν θάνατος αργός, μαρτυρικός και ανήλεος. Κι όπως βουτηγμένη στην απελπισία ήταν, με τα μάτια κλειστά, παρακαλώντας γρήγορα να πεθάνει, ένιωσε ένα ξαφνικό πετάρισμα, φτερούγισμα ανέμου, και μέχρι τα πρησμένα της τα μάτια να ανοίξει, ένας μεγάλος σταχτόχρωμος γλάρος ήρθε και έκατσε στην αγκαλιά της. Ξαφνιάστηκε που ένα πουλί βρέθηκε τόσο μακριά από την στεριά και κοίταξε τριγύρω μήπως και δει να αχνοφέγγει γη. Μα το μόνο που είδε ήταν ένα καράβι εμπορικό να ξεχωρίζει στα ζερβά της δικής τους ρότας.

«Πάνω σε ξύλινη στεριά ταξίδεψες για να έρθεις να μου κάνεις συντροφιά!», του είπε η Φράνσις και το θαλασσοπούλι σαν ν’ ανταποκρίθηκε κι έγειρε το κεφάλι. Χάρηκε γιατί ένιωσε ότι μπορεί από τους ανθρώπους ξεχασμένη να φύγει, μα η φύση βρήκε τον τρόπο να την αποχαιρετήσει. Και έτσι για λίγο ξέχασε την μαύρη απόγνωση.

Μια δυο φορές ο γλάρος πέταξε τριγύρω της και πάλι στην αγκαλιά της στάθηκε να ξαποστάσει. Την τελευταία τη φορά, με μια ξαφνική κίνηση, μια σουβλερή τσιμπιά έριξε στις πληγές των καρπών της, που από τις χειροπέδες είχαν ανοίξει. Η Φράνσις έβγαλε μια στριγκλιά πόνου και το πουλί φτερούγισε μακριά της θυμωμένο. Σε λίγο όμως ξαναγύρισε στην αγκαλιά της και η Φράνσις κατάλαβε πως για καλό δεν ήρθε.

«Πριν να με φάνε τα ψάρια, θα προλάβουν τα όρνια… Κι αυτός εδώ δε νοιάζεται που ζωντανή ακόμη είμαι.»

Όσο πάλευε τις τσιμπιές να αποφύγει, μια ιδέα έλαμψε στο σκοτεινιασμένο της μυαλό. Τα δόντια έσφιξε και άφησε το γλαρό με το δυνατό του ρύγχος τη σάρκα της να μαδάει. Και απαλά αγκάλιασε το πουλί με τα δεμένα χέρια της και με μια κίνηση ξαφνική σαν κόκορα το καρύδωσε. Το άψυχο σώμα του πουλιού από το λαιμό κρατούσε κι από μια χαρά λυτρωτική το σώμα της ριγούσε.

«Ε, άντρες άνανδροι εσείς! Θαλασσινοί φονιάδες! Το ξόρκι που νομίζατε ότι θα σας γλυτώσει από την κατάρα της γυναίκας, δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί. Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό. Βλέπετε, η μοίρα είδε τ’ άδικο κι έστειλε την τύχη να μου δώσει στα χέρια περίεργη γραφίδα για να γράψω εγώ η ίδια την τελευταία αράδα της ζωής μου. Κι αν η δεισιδαιμονία της θάλασσας σας έδωσε άλλοθι για να διαπράξετε ένα τόσο τρομερό στα μάτια του θεού και των ανθρώπων έγκλημα, η δική μου κατάρα θα φέρει τελικά την τιμωρία που σας αρμόζει. Δε σας αξίζει να πατήσετε ξανά το πόδι σας σε στεριά. Μακάρι οι ψυχές σας να θαλασσοδέρνονται αιώνια και μόνο τα κουφάρια σας τα άψυχα σε στεριά αφιλόξενη άθαφτα να λιώσουν, όπου τα όρνια του ουρανού και τα θεριά της ξέρας θα εξαφανίσουν τα μισητά σας ίχνη!»

Και λέγοντας αυτές τις κουβέντες, που όλο το πλήρωμα μαρμαρωμένο και ανίκανο να ψελλίσει λέξη άκουγε, κρατώντας με τα δυο της χέρια το κεφάλι του πουλιού, έμπηξε το μυτερό του ράμφος, στου λαιμού της την αριστερή πλευρά, στοχεύοντας στην καρωτίδα της. Το αίμα της άρχισε να στάζει ανάμεσα από τα δάχτυλα της και σταγόνες έφταναν και ράντιζαν τα πρόσωπα των ναυτών που έστεκαν από κάτω σημαδεύοντας ανεξίτηλα το πεπρωμένο απ’ το οποίο έτρεχαν να κρυφτούν.

Τέλος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βίκη Κόνιαρη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής