Ο φιλοχρήματος βρικόλακας

0
534

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι tzoumas.jpg

Στου Ζωγράφου, ανάμεσα στην πανεπιστημιούπολη και την πολυτεχνειούπολη βρίσκεται το νεκροταφείο. Απέναντι από το νεκροταφείο βρίσκεται η κόκκινη πολυκατοικία. Όχι μια απλή πολυκατοικία, ήταν ένα ολόκληρο τετράγωνο. Σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητη. Εκεί έμενα.

Η πολυκατοικία αυτή ήταν γνωστή για δύο πράγματα. Για τα πολυάριθμα φοιτητικά διαμερίσματα, αλλά κυρίως για τα ξέφρενα πάρτι υποδοχής πρωτοετών στο προαύλιο. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο πάρτι που πήγα. 

«ΝΕΟ ΑΙΜΑ 2007»

Νομίζω δεν είχα ξαναδεί τόσο κόσμο μαζεμένο στη ζωή μου. Ένιωθα απίστευτη χαρά. Εκεί έκανα φίλους που θα κρατούσα σε όλη μου τη φοιτητική ζωή. Ένιωθα ότι όλοι είχαμε ανεβασμένη διάθεση. Είχε και πανσέληνο εκείνο το βράδυ και ήταν πολύ όμορφα.

Τη μεγαλύτερη εντύπωση όμως στο πάρτι μου έκανε ένας τύπος με γυαλιά ηλίου και καπέλο. Μου φάνηκε περίεργος αλλά είχε στυλ. Ήταν πολύ κοινωνικός και μιλούσε με όλον τον κόσμο. Θυμάμαι όταν ήρθε και μου συστήθηκε.

«Με λένε Βλαντ», μου είπε, «kαλώς ήρθες.»

Με είχε πλησιάσει αρκετά όταν μιλούσε, ένιωθα λίγο άβολα. Σαν να προσπαθούσε να με μυρίσει. Είχε όμως τόση βαβούρα που όλα μου φαινόντουσαν ανεκτά εκείνο το βράδυ.

Σύντομα έμαθα ότι ο Βλαντ ήταν ο ιδιοκτήτης της κόκκινης πολυκατοικίας. Ερχόταν κάθε τόσο από το διαμέρισμα που εμένα να του πληρώσω τα νοίκια και τα κοινόχρηστα. Ήταν πάντα πολύ καλοσυνάτος. Είχε όρεξη για κουβέντα κάθε φορά που με έβλεπε. Η μόνη φορά που τον είδα να αγριεύει ήταν όταν του άργησα το νοίκι μια φορά. Ένιωσα ότι μου έβγαλε δόντια σαν να ήθελε να με φάει.

«Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.» μου είπε, «Πλήρωσέ με σε παρακαλώ ως αύριο. Τελευταία προθεσμία.»

Για τον Βλαντ είχαν ακουστεί διάφορα. Ήταν μεσήλικας, αλλά κρατιόταν πολύ καλά για την ηλικία του. Φορούσε πάντα γυαλιά ηλίου και καπέλο. Ζούσε μόνος του αλλά ήξερε πολύ κόσμο. Μου είχε πει πως είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από αρκετά χρόνια από κάπου βόρεια. Γι’ αυτό και τα ελληνικά του ήταν λίγο περίεργα. «Αγόρασα αυτή την πολυκατοικία γιατί θέλω να βρίσκομαι κοντά σε νέους ανθρώπους. Σε ανθρώπους που το αίμα τους βράζει. Αυτό με κρατά ζωντανό.» μου είχε πει κάποτε θυμάμαι.

~~{}~~

Σπούδαζα ηλεκτρολόγος στο πολυτεχνείο. Δεν πήγαινα και πολύ συχνά στη σχολή αν και μου άρεσαν τα μαθήματα. Περνούσα περισσότερο χρόνο στο μπαλκόνι μου παρά στο αμφιθέατρο. Ήταν μια καινούργια πόλη για μένα που ήθελα να γνωρίσω.

Ήμουν τέταρτο έτος τότε θυμάμαι. Είχα πάει από την σχολή για την φοιτητική συνέλευση. Ανάμεσα στα θέματα συζήτησης ήταν και η αύξηση των ενοικίων τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. «Συνάδελφοι! Οι τιμές των ενοικίων έχουν φτάσει στο θεό.» λέγανε στη συνέλευση, «Είναι ξεκάθαρα θέμα ταξικό. Θέλουν να εξοντώσουν τον μέσο Έλληνα και να του κάνουν την εκπαίδευση δυσπρόσιτη.» Οι τιμές των ενοικίων είχαν πράγματι αυξηθεί, αλλά δεν ένιωθα ότι συζητώντας κάτι τέτοιο στην φοιτητική συνέλευση θα μπορούσαμε να καταφέρουμε κάτι.

Στο τέλος της συνέλευσης αποφασίστηκε να ξεκινήσει μια πορεία διαμαρτυρίας κατά την αύξηση των ενοικίων. Η πορεία θα ξεκινούσε από την σχολή και θα κατέληγε έξω από το πολυτεχνείο στην κόκκινη πολυκατοικία. Δεν πήγαινα σε πορείες, αλλά στην συγκεκριμένη συμμετείχα γιατί απλά θα πήγαινα από την σχολή στο σπίτι μου.

Θυμάμαι την ένταση στα πρόσωπα των φοιτητών, τα πανό που είχαν ετοιμάσει για την πορεία και τα συνθήματα που φωνάζανε.

«ΦΟΙΤΗΤΗ, ΠΟΛΕΜΑ, ΣΟΥ ΠΙΝΟΥΝΕ ΤΟ ΑΙΜΑ»

«ΚΑΡΦΙ, ΚΑΙ ΠΡΟΚΑ, ΣΕ ΚΑΘΕ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ»

Ήμουν με την παρέα μου σχετικά μπροστά στην πορεία. Φτάσαμε στην κόκκινη πολυκατοικία. Οι φοιτητές είχαν απλωθεί μπροστά από το κτίριο. Φώναζαν με ένταση και κάποιοι πετούσαν πέτρες στους τοίχους και τα τζάμια. Ένιωθα άσχημα. Δεν πίστευα ότι εκείνη τη στιγμή κάναμε κάτι ουσιώδες και ήμουνα έτοιμος να αποχωρήσω να πάω στο διαμέρισμά μου.

Ξαφνικά είδα τον Βλαντ να βγαίνει από την μπροστινή πόρτα.

“Τι γίνεται εδώ ρε παιδιά; Τι σας έκανα και μου σπάτε το σπίτι;”
“Απαιτούμε μείωση ενοικίων. Έχουμε κουραστεί να μας πίνετε το αίμα.”
“Πoιό αίμα σας πίνω ρε παιδιά; Τα νοίκια τα ανεβάζω όπως ορίζει ο νόμος. Ποιοi νομίζετε πως είστε;”
“Είμαστε αυτοί που πολεμάμε για το δίκαιο και παίρνουμε το νόμο στα χέρια μας.”

Εκείνη τη στιγμή είδα έναν φοιτητή να πλησιάζει τον Βλαντ με ένα καδρόνι. Φοβήθηκα ότι θα τον χτυπούσε. Μακάρι όμως να έχει γίνει απλά κάτι τέτοιο. Ο φοιτητής έπιασε το καδρόνι με τα δύο χέρια και του το κάρφωσε στην καρδιά. Το αρχικό σοκ όμως θα το διαδεχόταν ένα ακόμα μεγαλύτερο.

Είδα τηνζωή ενός ανθρώπου να περνά μπροστά μου σε γρήγορη κίνηση. Το σώμα του Βλαντ έκανε σπασμωδικές κινήσεις. Τα μαλλιά του, από μαύρα και κοντά που ήταν, γίναν σε λίγα δευτερόλεπτα άσπρα και φτάσαν ως το έδαφος. Το δέρμα του άρχισε να ζαρώνει, να ξεραίνεται και στο τέλος να γίνεται σκόνη που την παίρνει ο αέρας αφήνοντας πίσω έναν σκελετό. Το αίμα πεταγόταν προς κάθε κατεύθυνση από την καρδιά του, λερώνοντας όλους όσους βρισκόμασταν εκεί. Είχα παγώσει. Άκουγα ουρλιαχτά γύρω μου και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει.

Η ιστορία αυτή δεν παίχτηκε πουθενά. Ούτε στα κανάλια, ούτε σε εφημερίδες. Η αστυνομία που ήρθε αργότερα ζήτησε από όλους μας να κρατήσουμε το στόμα μας κλειστό. «Η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να μάθει τι έχει γίνει εδώ απόψε.» μας είπανε. Δεν κατηγορήθηκε κανένας για εκείνο το περιστατικό. Τα θάψαν εντελώς. Μόνο σε ένα blog το είδα μια μέρα γραμμένο, αλλά στα σχόλια προσπάθησαν να μας πείσουν ότι ήταν προϊόν μυθοπλασίας κάποιου γελωτοποιού. Την επόμενη μέρα το είχαν κατεβάσει. Αλλά εγώ ήμουν εκεί. Είδα τι έγινε και η εικόνα του Βλαντ θα με στοιχειώνει για πάντα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Θανάσης Κυρίτσης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής