Γυάλινη νύφη

0
245

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι vaw_launch_conference_programme-900x450-1.jpg

Το πρώτο φως της αυγής είναι μακριά. Στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης δεν κινείται ψυχή. Η πνιγερή ζέστη παρά το προχωρημένο της νύχτας, δεν υποχωρεί. Το οξυγόνο μοιάζει να έχει στερέψει, κάθε αναπνοή γίνεται αργόσυρτο μαρτύριο, ο ύπνος γίνεται βαρύς, διακόπτεται από  ροχαλητά, από τα σεντόνια που πετιούνται στο πάτωμα. Ο τσιμεντένιος Λεβιάθαν, μια ολόκληρη πόλη, αναταράζεται από την αϋπνία. Τα κλιματιστικά, είδος πολυτελείας ένεκα της κρίσης και της ακρίβειας, έχουν πλέον διακοσμητική ή περιστασιακή χρήση.

Η Άννα έχει βγει στο μπαλκόνι. Δεν της κολλάει ύπνος απόψε. Από κάτω της απλώνεται η νεκρωμένη λεωφόρος. Ταξιτζήδες χωρίς πελάτες κάθονται δίπλα στα ποτισμένα παρτέρια για να ανασάνουν λίγη δροσιά. Στις δυο μοναδικές καντίνες στριμώχνονται ξενύχτηδες, φοιτητές και μεθυσμένοι, για να πάρουν ένα βιαστικό σάντουιτς ή μια παγωμένη μπύρα. Αμυδρά ακούγεται ένα βουητό από φωνές, γέλια, βρισιές και περιστασιακά κορναρίσματα. Σε μια διασταύρωση ξεσπά μια συμπλοκή. Δυο παρέες έχουν βγει από ένα συνοικιακό στριπτιτζάδικο και χτυπιούνται αλόγιστα στον δρόμο.

Σε μια άλλη γωνιά ένας νεαρός τσακώνεται με την κοπέλα του. Τα μάτια της Άννας ακολουθούν τις κινήσεις τους. Δεν πρόκειται για καυγά, αλλά μάλλον για ένα μονόπλευρο υβρεολόγιο που ξεχύνεται από το στόμα του νεαρού ενώ το κορίτσι μένει άφωνο, με σταυρωμένα τα χέρια και κοιτώντας τον δρόμο φοβισμένη. Ίσως στο μυαλό της να αποφεύγει να του δώσει μια αφορμή για το χειρότερο, το οποίο έρχεται με ένα δυνατό χαστούκι που της δίνει στο πρόσωπο, κάνοντάς την να χάσει το βήμα της και να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο.

Στη θέα του χτυπήματος, κλείνει ενστικτωδώς τα μάτια. Ο ήχος του χτυπήματος δεν θα φτάσει ποτέ στα αυτιά της λόγω της απόστασης. Κρατά τα μάτια της σφαλιστά, κρύος ιδρώτα κυλάει από το μέτωπό της, στον λαιμό της και στην πλάτη της.

Τώρα ανοίγει τα μάτια της και βλέπει τον πατέρα της από πάνω της όρθιο, με την ζώνη του περασμένη στα χοντρά του χέρια και αυτή χωμένη στη γωνιά μεταξύ του τοίχου και του ψυγείου. Σηκώνει το δεξί του χέρι και την χτυπά. Η ζώνη, με φόρα από πάνω προς τα κάτω την βρίσκει στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Έχει προσπαθήσει να κρυφτεί όσο πιο καλά μπορεί, αλλά είναι μόνο οχτώ ετών και είναι αδύνατο να μπορέσει να αποφύγει τα χτυπήματα, τα οποία την πετυχαίνουν σταυρωτά, πότε από τα δεξιά και πότε από τα αριστερά.

Οι παλάμες και οι καρποί της είναι μελανιασμένοι και πονάνε, το αριστερό της μάτι έχει αρχίσει να πρήζεται (για τις επόμενες δυο εβδομάδες θα δικαιολογεί τα σημάδια λέγοντας πως χτύπησε παίζοντας στην παιδική χαρά). Ο πατέρας έχει κοκκινίσει από την κούραση, οι φλέβες του τινάζονται στα μηνίγγια του ενώ πίσω του η μητέρα, με τα χέρια στη μέση και το βλέμμα απαθές, στέκεται θεατής και αφήνει να εξελίσσεται το σημερινό μάθημα της Άννα, ένα μάθημα που ξεκίνησε από μια κακή βαθμολογία.

«Σταμάτα Αντρέα.» Η φωνή της μητέρας δίνει το σήμα της λήξης. Ο πατέρας, σαν αυτόματο μηχάνημα, σταματά και μαζεύει την ζώνη. Πριν όμως τελειώσει, την αρπάζει από τα μαλλιά, την σηκώνει στον αέρα και αρχίζει να την ταρακουνά με δύναμη. Το κεφάλι της χτυπάει στον τοίχο.

«Μια ακόμα φορά να γίνει αυτό και σε σκότωσα, πουτάνα!» φωνάζει ενώ σάλια πετάγονται στο πρόσωπό της. «Στο σχολείο πας για να γίνεις άνθρωπος! Κατάλαβες;» Την πετάει κάτω και πέφτει κουρασμένος στον καναπέ. Ίσως να το παράκανε απόψε, αλλά θέλει το καλό της, σκέφτεται η Άννα κι αμέσως νιώθει πως είναι η χειρότερη κόρη στον κόσμο και πως τόσο ξύλο ίσως να της αξίζει. Οι σκέψεις της μπλέκονται με τα δάκρυά της και το αίμα που τρέχει από τα χείλια της. Η μητέρα την πλησιάζει και την παίρνει αγκαλιά. Την φιλάει στο μέτωπο και την χαϊδεύει.

«Αφού ξέρεις πως ο πατέρας σου σε αγαπάει. Έλα μην κλαις. Απλά, θα χρειαστεί να διαβάζεις από εδώ και πέρα περισσότερο. Εντάξει γλυκιά μου;» Μερικά κουνήματα του κεφαλιού, δείχνουν πως καταλαβαίνει.

Από τότε και μέχρι τις τελικές εξετάσεις στο Λύκειο, δεν θα έρθει πότε δεύτερη. Κάθε έλεγχος, κάθε διαγώνισμα, κάθε τεστ, κάθε εξέταση η Άννα αριστεύει, μέχρι που καταφέρνει να μπει πρώτη στην Νομική. Στην ενδιάμεση πορεία της ο πατέρας της, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, της υπενθυμίζει με ένα ευεργετικό μπερντάκι πως δεν υπάρχει δεύτερη θέση για αυτή. Τώρα αν σε μια από αυτές τις υπενθυμίσεις έτυχε η Άννα να πάει στο νοσοκομείο αναίσθητη ή έτυχε για μια εβδομάδα να κατουρήσει αίμα, αυτά συμβαίνουν στα πλαίσια των πατρικών συμβουλών.

Αποφοίτησε από την Νομική αριστούχα, με έπαινο και με μια καλή συστατική επιστολή. Τις πρώτες μέρες στην καινούργια της δουλειά γνώρισε τον Λάμπρο, ανερχόμενο στέλεχος, με ωραίο και γυμνασμένο σώμα, κατάλευκη οδοντοστοιχία, εξαιρετικό γνώστη του Αστικού Δικαίου και από καλή οικογένεια. Η αρχική επαγγελματική τους σχέση εξελίχθηκε σε φιλική, για να δώσει την θέση της στην ερωτική και στο τέλος στην συζυγική.

Στις διακοπές τους στην Ύδρα, πάνω σε ένα νοικιασμένο κότερο (ο Λάμπρος είχε δίπλωμα ερασιτέχνη καπετάνιου) της έκανε πρόταση μπροστά στον κατακόκκινο ήλιο. Σύντομα μετακόμισαν στο νέο τους σπίτι, ένα μοντέρνο διαμέρισμα στο Κέντρο μόλις δυο λεπτά από το Μετρό και δέκα από το πιο κοντινό νοσοκομείο, κάτι αρκετά χρήσιμο μιας κι η Άννα χρειάστηκε να πάει δυο φορές μεταμεσονύκτια, την πρώτη μια πτώση από την σκάλα και την δεύτερη γιατί χτύπησε το κεφάλι της με δύναμη στην άκρη του καναπέ από απροσεξία. Της απαραίτητες φυσικά εξηγήσεις της είχε δώσει ο Λάμπρος, δεδομένου ότι η Άννα ήταν ζαλισμένη ή λιπόθυμη.

«Είναι τόσο ευαίσθητη η γυναίκα μου γιατρέ. Καταλαβαίνετε πως η καθημερινή κούραση, οι ατελείωτες ώρες εργασίες, η καθημερινή τριβή, έχουν το τίμημά τους. Πολλές φορές μου δίνει την εντύπωση πως μπορεί να σπάσει, να γίνει χίλια κομμάτια.»

Βέβαια ο Λάμπρος είναι προσεχτικός. Τα χτυπήματά του είναι περίτεχνα και αριστοτεχνικά. Αποτελούνται κυρίως από γροθιές στο στομάχι κυρίως, που δεν φαίνονται και εύκολα κρύβονται κάτω από τα ρούχα. Αλλά νιώθει ότι την αγαπάει όπως την αγαπούν και οι γονείς της, οι οποίοι δεν ξεχνούν ποτέ να της θυμίζουν πόσο τυχερή είναι που τον έχει και να κάνει και τον σταυρό της που βρέθηκε αυτός ο άγιος άνθρωπος ο Λάμπρος (σωστός πρίγκιπας) και την παντρεύτηκε.

Το πρώτο φως εμφανίζεται δειλά, μαζί του και το γλυκό χρώμα του ουρανού. Η Άννα αισθάνεται ήρεμη καθώς βλέπει την νύχτα να υποχωρεί. Πίσω της, ξαπλωμένος στην κρεβατοκάμαρα ο Λάμπρος κοιμάται βαριά, ροχαλίζοντας ρυθμικά, μεθυσμένος από τζιν και βότκα. Οι συσσωρευμένες αναμνήσεις πετάς από πάνω της και χάνονται προς τον ουρανό. Ένα ζεστό αεράκι διώχνει ένα μικρό δάκρυ από το πρόσωπό της. Το γυμνό πέλμα της πατάει στο κρύο τοιχάκι, τα χέρια της αρπάζουν με δύναμη το κάγκελο.

«Μια βουτιά είναι» σκέφτεται η Άννα ενώ ανεβαίνει στο κάγκελο. «Δεν είμαι κι από γυαλί. Δεν θα σπάσω.» Περνά και το δεύτερο πόδι. Χωρίς φόβο, η Άννα πετάει και λυτρώνεται.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Διονύσης Γεωργάτος, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής