Όσο η καρδιά χτυπάει ακόμα

0
400

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι maxresdefault-1024x576.jpg

(Ένα από αυτά που έμαθα κάνοντας δέκα χρόνια το Συνεργείο Δημιουργικής Γραφής, είναι ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να γράψει υπέροχες ιστορίες. Δεν είναι ικανότητα που έχουν μόνο κάποιοι “σπουδαίοι συγγραφείς”.

Αυτή είναι η ιστορία δύο ανθρώπων, άγνωστων μεταξύ τους. Στα μονά επεισόδια είναι ο Κώστας, στα διπλά ο Στέφανος. Σε μια στιγμή θα επηρεάσει ο ένας τη ζωή του άλλου περισσότερο απ’ όσο μπορούσαν να φανταστούν.)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Όσο η καρδιά χτυπάει ακόμα

~~1~~

Ο Κώστας κατέβηκε τρέχοντας στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Το συνήθιζε κάθε πρωί. Αυτά τα 60 σκαλοπάτια ήταν το αντίδοτο στον καφέ που δεν έπινε. Οι παλμοί της καρδιάς του ανέβαιναν, ένιωθε το αίμα του να γεμίζει τα πνευμόνια του με οξυγόνο, την αδρεναλίνη να κυλάει και τη σεροτονίνη  να στέλνει θετικά σήματα στους νευρώνες του εγκεφάλου του. Ένιωθε ζωντανός κι αυτό ήταν το καλύτερο πρωινό ξύπνημα.

Δεν έτρεχε για να προλάβει τη δουλειά· έτρεχε για να προλάβει τη ζωή. Ήξερε ότι ήταν μικρή γι’ αυτό είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του να την ζήσει όσο πιο έντονα γινόταν. Είχε κάνει το χόμπι του επάγγελμα· ήταν φωτογράφος. Είχε παντρευτεί την γυναίκα που λάτρευε, τον εφηβικό του έρωτα, που χρόνια μετά, όταν ξανασυναντήθηκαν, κατάλαβαν ότι ο χρόνος που είχαν χάσει μακριά ο ένας από τον άλλον ήταν χρόνος νεκρός, χαμένος.

Ένιωθε ότι δεν είχε την πολυτέλεια για άλλο χαμένο χρόνο. Ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Ήξερε να αγαπάει τον εαυτό του και τον πρόσεχε κι έτσι πρόσφερε απλόχερα την αγάπη και τη φροντίδα του και στους γύρω του.

Είχε φίλους λίγους και καλούς και μια μάνα της οποίας οι λαχανοντολμάδες ήταν το εισιτήριο για μια επιστροφή στην ανεμελιά της παιδικής ηλικίας και στην αθωότητα της νιότης. Μπορεί να μην είχε γνωρίσει το βιολογικό του πατέρα αλλά ο πατριός του ήταν πολύ καλύτερος από τους πατεράδες φίλων και γνωστών και ποτέ δεν τον ξεχώρισε από τα άλλα δύο αδέρφια του, την Αρετή και το Χρήστο, που απέκτησαν με τη μάνα του.

Ο Κώστας ήταν ένας ισορροπημένος άνθρωπος. Είχε παλέψει πολύ για να έχει τη ζωή που ήθελε και το είχε καταφέρει.

~~2~~

Η πόρτα, που βρόντηξε στο δυνατό τράβηγμα, αντιλάλησε στο κλιμακοστάσιο σα βροντή.

«Τους ξύπνησες όλους. Γιατί;» μονολόγησε ο Στέφανος. Η αυθόρμητη αναφορά την ατάκα της διαφήμισης που έπαιζε στην τηλεόραση όταν ήταν μικρός  κι ήταν το μότο της παρέας για πολλά χρόνια, τον έκανε να χαμογελάσει. Κοντοστάθηκε για λίγο, μήπως και κάποιος ένοικος όντως είχε ξυπνήσει και είχε όρεξη για πρωινό καβγά κι αφού δεν υπήρξε καμία αντίδραση, προχώρησε προς το ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. Το βελάκι που αναβόσβηνε ανεβαίνοντας τον υπνώτισε για λίγο. Ακούμπησε το μέτωπο του στο τοιχίο κι έκλεισε τα μάτια για να αποδιώξει την αίσθηση της υπερέντασης που του μυρμήγκιαζε το μυαλό και του τέντωνε τους μυς.

Έξι η ώρα κι η μέρα του ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς. «Να πας στο διάολο!» Αυτή ήταν η ευχή που του πρόσφερε η γυναίκα του αντί για καλημέρα. Όχι ότι αυτός την είχε καλημερίσει.   Απλά την είχε ενημερώσει ότι η κουβέντα που είχε ξεκινήσει από το προηγούμενο βράδυ έπρεπε να λάβει τέλος γιατί είχε έρθει η ώρα να πάει στη δουλειά. Άλλωστε δεν είχαν και τίποτα άλλο να πουν. Αφού είχε καταφέρει να ξεστομίσει αυτό που τον ταλάνιζε και τον πλήγωνε τα τελευταία δύο χρόνια – τουλάχιστον –  δεν είχε τίποτα άλλο να πει. «Θέλω διαζύγιο. Τέλος!» Αυτό. Επιτέλους αυτό. Α, ναι. Και «Το παιδί θα μείνει μαζί μου. Εσύ δεν είσαι ικανή ούτε τον εαυτό σου να φροντίζεις».

~~3~~

Ο Κώστας ήταν, αυτό που λέμε, ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Όχι ότι δεν είχε κι αυτός τις σκοτεινιές του, αλλά δεν τις άφηνε να σκιάζουν την ψυχή του. Εκείνο το πρωινό είχε έναν ακόμη λόγο να είναι ευτυχισμένος. Το προηγούμενο βράδυ η Χρύσα του αποκάλυψε ότι ήταν έγκυος. Για μια ακόμη φορά.

Αυτή ήταν μια σκοτεινιά στη ζωή του. Οι τρεις προηγούμενες εγκυμοσύνες της είχαν λήξει πριν καν κλείσει τον τρίτο μήνα. Ο γιατρός είχε πει ότι το πιο πιθανό είναι ότι ο καθένας τους με άλλο σύντροφο θα μπορούσε να κάνει παιδί. Μαζί όμως δεν τους είχε προκύψει μια επιτυχημένη εγκυμοσύνη ακόμη κι οι πιθανότητες να συμβεί δεν ήταν με το μέρος τους. Υπήρχε όπως τους εξήγησε μια μη συμβατότητα μεταξύ τους, ίσως λόγω της παρουσίας κοινών αντιγόνων ιστοσυμβατότητας. «Ταιριάζουμε τόσο που δεν είναι αποδεκτό ούτε από τη φύση» είχε προσπαθήσει να αστειευτεί ο Κώστας.

Μετά από αυτήν την ανακοίνωση είχαν πολύ σοβαρά συζητήσει αν αυτό θα μπορούσε να τους οδηγήσει στο χωρισμό. Ήταν η ανάγκη του καθενός για παιδί μεγαλύτερη από την αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλον;

«Θα ήμουν ανόητος κι αχάριστος να πετάξω το αληθινό για το φανταστικό.  Η αγάπη που νιώθω για σένα είναι απτή, ζωντανή, με κάνει ευτυχισμένο. Η προοπτική ν’ αποκτήσω ένα παιδί με μια άλλη γυναίκα, για την οποία δεν θα νιώθω το ίδιο -γιατί δεν μπορούσα ποτέ να νιώσω το ίδιο με κάποιαν άλλη- μου ακούγεται εφιαλτική, δεν μ’ ενδιαφέρει καν.»

«Κάποια στιγμή θα με μισήσεις. Κάποια στιγμή που η ανάγκη σου για παιδί θα μεγαλώσει με τα χρόνια, θα με μισήσεις.»

«Εσύ θα με μισήσεις;»

«Όχι.»

«Εγώ γιατί να σε μισήσω; Ο γιατρός έχει πει ότι κι οι δυο είμαστε μια χαρά. Δεν έχουμε πρόβλημα. Δεν είναι ότι δε μένεις έγκυος απλά τα δικά μας τα παιδιά έχουν τόση αγάπη που δεν είναι για τον κόσμο τούτο.»

«Μη βλαστημάς.»

«Άκουσε με. Δεν με νοιάζει. Μόνο εσύ με νοιάζεις. Η ζωή μαζί σου. Ας μην κάνουμε ποτέ παιδί. Όταν οι φίλοι μας θα τρέχουν σε μπαλέτα και αγώνες μπάσκετ εμείς θα γυρίζουμε την Ελλάδα με τη μηχανή. Όσο οι άλλοι θα ξοδεύουν για να σπουδάζουν τα παιδιά τους εμείς θα κάνουμε spa στο μικρό Πάπιγκο. Και όταν χορτάσουμε απ’ όλα, θα υιοθετήσουμε.»

«Ξέρεις πόσα χρόνια θα πρέπει να περιμένουμε;»

«Αν θέλουμε βρέφος. Εμείς όμως θα υιοθετήσουμε ένα μεγαλύτερο παιδάκι και θα του δώσουμε όλη την αγάπη που θα έχουμε φυλαγμένη από τα δικά μας χαμένα παιδιά. Άλλωστε που το ξέρεις. Μπορεί κάποιο από αυτά τα πιτσιρίκια του έρωτα που γυρνάνε πίσω, να αποφασίσει τελικά να μείνει.»

«Σ’ αγαπώ.»

«Εγώ σε λατρεύω.»

~~4~~

Ο Στέφανος ήταν δυστυχισμένος πολλά χρόνια. Τόσα πολλά που αν τον ρωτούσε κανείς θα του έλεγε ότι δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ήταν πραγματικά ευτυχισμένος. Μόνο οι στιγμές με το γιο του φώτιζαν τη ζωή του.  Όμως από τη στιγμή που το παραδέχτηκε στον εαυτό του ένιωσε ανακούφιση. Μεγαλύτερο βάρος από την δυστυχία είναι η επίφαση της ευτυχίας.

Η Σύλβια (Ασημίνα βαφτισμένη) είχε παρουσιαστεί ως ιδανική. Μορφωμένη, μποέμ, οικονομικά ανεξάρτητη κι όμορφη, πολύ όμορφη. Του είχε δηλώσει από την αρχή ότι δεν την ενδιέφερε μια σταθερή σχέση, ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ το κοριτσάκι που ονειρευόταν τον πρίγκιπα στο άσπρο άλογο ούτε έκανε πρόβα την μέρα του γάμου της. Την ενδιέφεραν τα ταξίδια, οι παραστάσεις, οι εκθέσεις κι η καλοπέραση.

Αυτές οι δηλώσεις είχαν πεισμώσει τον Στέφανο, που την είδε ως το κάστρο που έπρεπε να κατακτηθεί, σαν το απωθημένο που έπρεπε να ξεπεραστεί, σαν το τρόπαιο που έπρεπε να αποκτηθεί. Όμως όσο πάλευε να την τραβήξει κοντά του, να την κάνει δική του, να αλώσει τις άμυνες της και να επικρατήσει στη ζωή της, τόσο βούλιαζε σε μια κινούμενη άμμο, εγκλωβιζόταν σε μία τοξική σχέση που είχε όλα τα συστατικά της αυτοκαταστροφής: πάθος, απελπισία, απόρριψη, θυμό. Η σχέση είχε γίνει αυτοσκοπός κι είχε μπερδέψει τον έρωτα με τον πόνο και την αγάπη με την ταπείνωση και τον εξευτελισμό.

Αισθανόταν ότι ανέθρεφε έναν βρυκόλακα μέσα του που αναπτυσσόταν ρουφώντας το αίμα της ψυχής του, κι έπαιρνε δύναμη από τον συντονισμό του με τον δίδυμο βρυκόλακα που μεγάλωνε μέσα στην Σύλβια.

Αυτή φαινόταν να απολαμβάνει το ίδιο σαδομαζοχιστικά την πληγή αυτή που ονόμαζαν σχέση. Κι όταν έμεινε έγκυος, σε μια παρόρμηση της στιγμής, αποφάσισαν να κρατήσουν το μωρό και να δώσουν στους εαυτούς τους την ευκαιρία να νιώσουν φυσιολογικοί, να νιώσουν την ηρεμία της κανονικότητας, να αποκτήσει η ζωή τους έναν άλλο σκοπό πέρα από το να τρώνε τις σάρκες τους και να παίζουν παιχνίδια της εξουσίας.

Ο Νικήτας ήταν ένα δώρο για τον Στέφανο. Το να τον βλέπει να μεγαλώνει ήταν το αντίβαρο στην θλίψη που βάραινε τους ώμους του. Προσηλώθηκε απόλυτα στον γιο του. Η Σύλβια έχασε πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον της κι απεδείχθη μια αδιάφορη και συναισθηματικά κακοποιητική μητέρα.

Κι έτσι ο Στέφανος ανέλαβε κατ’ αποκλειστικότητα τη φροντίδα και την ανατροφή του παιδιού. Το ωράριο της δουλειάς του βοηθούσε. Ως στρατιωτικός, με σταθερά πρωινή βάρδια στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, μπορεί να έφευγε πολύ νωρίς αλλά επέστρεφε στο σπίτι το αργότερο τρεισήμισι το μεσημέρι. Φαγητό δεν έβρισκε πάντα. Αλλά σιγά σιγά άρχισε να συμπεριφέρεται σαν να ζει μόνος του. Μαγείρευε ο ίδιος από βραδύς κι όταν το σχολικό έφερνε τον Νικήτα όλα ήταν έτοιμα κι η Σύλβια είτε δεν είχε γυρίσει ακόμη από τη δουλειά της είτε κοιμόταν ήδη για μεσημέρι και τους απάλλασσε από την παρουσία της μέχρι αργά το απόγευμα.

~~5~~

Το ραντεβού με το γιατρό για τον έλεγχο της εγκυμοσύνης ήταν για το επόμενο απόγευμα. Ο Κώστας είχε έναν ακόμη λόγο να είναι χαρούμενος. Η Χρύσα του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σχεδόν τρεισήμισι μήνες καθυστέρηση αλλά του το είχε κρύψει. Ήθελε πρώτα να περάσει το δύσκολο τρίμηνο. Τώρα εξηγούταν η περίεργη συμπεριφορά της, οι αδιαθεσίες κι οι αδυναμίες της. «Κι εγώ ο βλάκας κοιμόμουν όρθιος. Απασχολημένος με τις φωτογραφίες, τα βιβλία και τις μουσικές μου και με το να την βλέπω μόνο να χαμογελάει, κι έχοντας βγάλει από το μυαλό μου την πιθανότητα μιας ακόμη εγκυμοσύνης μετά την πρόσφατη αποβολή, χαμπάρι δεν πήρα».

Αν και δεν ήταν προληπτική θεώρησε ότι όσο δεν το έλεγε τόσο περισσότερες πιθανότητες είχε να στεριώσει το έμβρυο. Είδε στα μάτια της ξανά το φως που η πρώτη της εγκυμοσύνη τα είχε φωτίσει. Στις επόμενες ο ίσκιος της αμφιβολίας και του φόβου δεν τα άφηνε να λάμψουν.

Το πιτσιρίκι του έρωτα φαινόταν ότι σκεφτόταν σοβαρά να μείνει.

~~6~~

Όταν συνειδητοποίησε ότι η δίνη που του ρουφούσε την ενέργεια και σκότωνε κάθε ευκαιρία για ευτυχία, ήταν η γυναίκα του – ή μάλλον, αν ήθελε να είναι απολύτως ειλικρινής με τον εαυτό του, η σχέση τους – ένιωσε σαν άνοιξε ένα παράθυρο στο φως και να καψάλισε τον βρυκόλακα που ζούσε μέσα του. Όταν αρρώστησε ο Νικήτας, ο γιος του, κι είδε την τοξικότητα, την αδιαφορία και την αναισθησία της ακόμη και απέναντι στο παιδί τους, κατάλαβε ότι δεν είχε δικαίωμα να της επιτρέψει να δηλητηριάσει και την ψυχή του γιου του. Ο βρυκόλακας ανεφλέγη και φώτισε τη ψυχή του.

Αυτή η καταραμένη ίωση που την πέρασε στο πόδι και που οδήγησε το μικρόβιο στην καρδιά του μικρού με αποτέλεσμα να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια, ήταν μια κατάρα αλλά και ένα δώρο. Γιατί ήταν το χέρι που γύρισε το πόμολο κι άνοιξε το παράθυρο.

Όλα ανάποδα τα ένιωθε. Όταν όλος ο πλανήτης βλαστημούσε την πανδημία, αυτός μόνο ευγνωμοσύνη μπορούσε να νιώθει. Αν δεν ήταν η πανδημία να τους κλείσει όλους μέσα και να έχουν ανασταλεί όλες οι αθλητικές δραστηριότητες, ο μικρός πολύ πιθανό να ξεψυχούσε σε κάποια προπόνηση χωρίς να προλάβουν να κάνουν το παραμικρό. Κι ο φόβος για τον κορονοϊό τούς έκανε να τον τρέξουν για εξετάσεις όταν άρχισε να μην μπορεί να πάρει τα πόδια του και να λαχανιάζει γυρνώντας από την βόλτα της Μετακίνησης 6 του 13033.

Τώρα ο Νικήτας έπαιρνε την αγωγή του και ήλπιζαν ότι θα κατάφερναν να παρατείνουν τη ζωή της καρδιάς του μέχρι να βρεθεί συμβατός δότης.

~~7~~

 Ο Κώστας ξεμπέρδεψε γρήγορα με το  άλμπουμ του γάμου του προηγούμενου Σάββατου και, μόλις ολοκληρώθηκε το ραντεβού κι έκλεισε και την βάφτιση για τις 21 του επόμενου μήνα, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι πιο νωρίς. Ο Σπύρος θα κρατούσε το μαγαζί μέχρι τις τρεις. Ήθελε να πάει και να της φτιάξει το αγαπημένο και των δυο τους φαγητό μέχρι να γυρίσει από τη δουλειά. Θα ετοίμαζε σπαγγέτι με φρεσκοτριμμένη ντομάτα, κλωνάρια ρίγανης από το γλαστράκι της βεράντας και φρέσκια μοτσαρέλα και θα έπιναν λιμοντσέλο- σίγουρα η Χρύσα απλά θα έβρεχε τα χείλη της- για να κάνουν πρόποση στην αίσια εξέλιξη. Θα γεύονταν όλα αυτά τα απλά αλλά υπέροχα πράγματα  που γνώρισαν το μήνα εκείνον που πέρασαν στην κάτω Ιταλία, όταν η Χρύσα έκανε έρευνα για το μεταπτυχιακό της. Εκείνο το ονειρεμένο καλοκαίρι που ένωσε για πάντα τις μοίρες τους κάτω από τον καυτό ήλιο του Ποζιτάνο.

~~8~~

Το κινητό του με τον ήχο κλήσης να έχει δώσει την θέση του στο ρεφρέν του τραγουδιού «Σιγά μη φοβηθώ» χτύπησε. Στην οθόνη εμφανίστηκε  άγνωστος αριθμός. Όμως το 210 95… χτύπησε στο μυαλό το συναγερμό.

«Ο κύριος Λεμονής;» ρώτησε μια ευγενική και γλυκιά φωνή.

«Ο ίδιος.»

«Σας τηλεφωνώ από το σχολείο του γιου σας. Ο Νικήτας κατέρρευσε στο διάλειμμα. Γνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα της κατάστασης της υγείας του πήραμε την πρωτοβουλία να τον μεταφέρουμε με το ασθενοφόρο στο ιατρικό θεραπευτήριο με το οποίο συνεργάζεται το σχολείο μας.»

Ο Στέφανος πάγωσε. Αυτό που φοβόντουσαν, αυτό που προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν είχε συμβεί.

«Να δώσετε εντολή να μεταφερθεί στο Ωνάσειο. Εκεί είναι οι γιατροί του. Σας είχα ενημερώσει.» είπε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.

«Εντάξει. Δεν το γνώριζα. Μέσα στην ταραχή δεν κοίταξα προσεκτικά το φάκελο του. Θα ενημερώσω αμέσως».

Όταν ο Στέφανος έκλεισε το τηλέφωνο βρισκόταν ήδη στο πάρκινγκ. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Τελευταία στιγμή φώναξε σ’ έναν σμηνίτη να ενημερώσει το διοικητή ότι έπρεπε να πάει στο Ωνάσειο – θα καταλάβαινε αυτός. Ξεκίνησε σπινιάροντας και κόρναρε πολύ πριν φτάσει στην πύλη για να την βρει ανοιχτή και να μην αναγκαστεί να μειώσει ταχύτητα. Τα 27 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο στο Ωνάσειο έπρεπε να τα διανύσει στο λιγότερο δυνατόν χρόνο. Όταν κάλεσε το γιατρό του Νικήτα ενημερώθηκε ότι ήδη είχε μιλήσει με το γιατρό που τον συνόδευε. Οι λέξεις του διάσπαρτες σφυροκόπησαν το μυαλό του: ανακοπή, ανάταξη, τεχνητή καρδιά, λίστα. Έπρεπε να φτάσει γρήγορα.

~~9~~

Έβαλε πρόχειρα το κράνος του. Έπρεπε να περάσει πρώτα από το σουπερμάρκετ για να πάρει φρέσκια μοτσαρέλα. Αναρωτιόταν αν αυτό στην γειτονιά θα είχε. Γιατί να έχει; Ένα συνοικιακό κατάστημα ήταν, που είχε σίγουρα τα βασικά. Αποφάσισε να στρίψει δεξιά και να μην το διακινδυνεύσει. Το μεγάλο σουπερμάρκετ ήταν δύο τετράγωνα παράκαμψη. Έκοψε ταχύτητα αλλά δεν κοκάλωσε τη μηχανή. Ήξερε ότι οι άλλοι είχαν στοπ. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να πατήσει τη διαχωριστική γραμμή, δεν πρόλαβε καν να γυρίσει το κεφάλι του δεξιά. Πρόλαβε μόνο να ακούσει ένα παρατεταμένο κορνάρισμα. Ένα γκρι αυτοκίνητο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάνοντας προσπέραση, τον χτύπησε και τον εκσφενδόνισέ μαζί με τη μηχανή πενήντα μέτρα μακριά. Πρώτα πετάχτηκε αυτός και ακολούθησε η μηχανή, η οποία έπεσε με ταχύτητα πάνω του, αφού σύρθηκε στην άσφαλτο τα τελευταία μέτρα. Το κράνος του πετάχτηκε στο πεζοδρόμιο αφήνοντας το κρανίο του ακάλυπτο και το τιμόνι της τον χτύπησε στο κεφάλι. Θα ήταν δύσκολο να βεβαιωθεί αν η πτώση ή το χτύπημα απέβη μοιραίο αλλά το σίγουρο ήταν ότι το φέρετρο του θα ήταν κλειστό.

Τη μηχανή που ανεφλέγη κατάφεραν σχεδόν αμέσως να την σβήσουν περαστικοί οδηγοί με τους πυροσβεστήρες – όσοι είχαν – και έτσι τα εγκαύματα στο άψυχο κορμί του ήταν περιορισμένα.

~~10~~

Το κινητό του χτύπησε ξανά και ήταν η Σύλβια.

«Γιατί δε με πήρες;» τσίριξε.

«Δεν χρειάστηκε. Τα έμαθες. Είμαι καθοδόν.» της είπε ψυχρά.

«Εγώ θα έρθω σε λίγο. Έχω πελάτες» δικαιολογήθηκε.

«Άσε μην κάνεις τον κόπο.» είπε απότομα και της έκλεισε το τηλέφωνο.

Για λίγο η αγωνία και ο πανικός  έδωσαν τη θέση τους στο θυμό, την οργή, το μίσος. Το πόδι του πάτησε περισσότερο το γκάζι με ηδονή γιατί φανταζόταν ότι πατούσε το κεφάλι της Σύλβιας μέσα στη λάσπη. Το βλέμμα του θόλωσε. Το άσπρο βανάκι που εμφανίστηκε από το στενό τον τρόμαξε. Χωρίς να κόψει ταχύτητα προσπέρασε κορνάροντας παρατεταμένα. Δεν τον κατάλαβε. Δεν τον είδε. Άκουσε μόνο την κλαγγή των μετάλλων κι ένιωσε το βίαιο  τράνταγμα της σύγκρουσης. Ο αερόσακος άνοιξε και το πρόσωπο του χάθηκε μέσα του.

Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε πρώτα ένα κράνος που στριφογύριζε γύρω από τον εαυτό του στο πεζοδρόμιο. Στη συνέχεια το βλέμμα του έπεσε πάνω σε ανθρώπους με πυροσβεστήρες που είχαν κάνει κύκλο και πάλευαν να σβήσουν μια φωτιά. Ο αφρός και το πλήθος δεν τον άφηναν να έχει εικόνα.

«Τι έκανες, ρε φίλε;», τον ρώτησε κάποιος με λυγμό στη φωνή, την ώρα που έβγαινε από την στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο.

«Είσαι καλά;», του είπε κάποιος άλλος βλέποντας το αριστερό του χέρι να αιμορραγεί.

«Καλά.» απάντησε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Τι έγινε;» ρώτησε με το βλέμμα να μην εστιάζει πουθενά. «Πρέπει να φύγω. Πρέπει να πάω στο γιο μου», είπε και έχασε τις αισθήσεις του.

~~11~~

Όσο βρισκόταν στον αέρα, ο ρυθμός στης ταραντέλας έπαιζε σαν υπόκρουση στο κεφάλι του και πρόλαβε να σκεφτεί τη Χρύσα και το αγέννητο παιδί τους, τα μακαρόνια που δεν θα έφτιαχνε τελικά και τους λαχανοντολμάδες της μάνας του. Και την φωτογραφία που είχε τραβήξει με το γυμνό κορμί της Χρύσας αποκαμωμένο από τον έρωτα και παραδομένο στον γαλήνιο ύπνο της πληρότητας εκείνο το καλοκαίρι στην κάτω Ιταλία. Και χαμογέλασε πριν τον καταπιεί το αιώνιο σκοτάδι.

~~~~~~~~~~12~~~~~~~~~~

Δύο ασθενοφόρα μπήκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο Κρατικό Νίκαιας που εφημέρευε.

Αν και το ένα κουβαλούσε έναν νεκρό, το νεαρό της ηλικίας του άντρα με τη μηχανή έκανε τον πλήρωμα να αποφασίσει να τον μεταφέρει άμεσα μήπως και καταφέρουν οι γιατροί να τον επαναφέρουν. Όλοι είχαν και μία τρελή ιστορία να διηγηθούν για κάποιον που μετέφεραν χωρίς ενδείξεις στο νοσοκομείο κι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Ο νέος άντρας με το χτυπημένο κεφάλι μπορεί να ήταν ένας από αυτούς. Αν και κατά βάθος όλοι τους γνώριζαν πως πιθανότητες δεν υπήρχαν, δεν ήθελαν να φέρουν το βάρος της επιβεβαίωσης του θανάτου του.

Το άλλο μετέφερε τον οδηγό που προκάλεσε το ατύχημα. Το πλήρωμα διαπίστωσε γρήγορα πιθανό αιμάτωμα εγκεφάλου μιας και ο αερόσακος χωρίς ζώνη ασφαλείας είναι σαν να χτυπάει κάποιος το κεφάλι του στο τσιμέντο με την ταχύτητα της πρόσκρουσης. Έπρεπε λοιπόν να μεταφερθεί άμεσα για να αντιμετωπισθεί επειγόντως.

Ο Στέφανος βγήκε από την εντατική 17 μέρες μετά. Το αιμάτωμα αντιμετωπίστηκε με επιτυχία και με φυσιοθεραπεία θα κατάφερνε γρήγορα σχετικά να επανέλθει πλήρως.

Η πρώτη επίσκεψη που δέχτηκε ήταν της Ανθής, της γλυκιάς νοσοκόμας του Ωνασείου, που είχε συγκινηθεί βλέποντας έναν πατέρα τόσο προστατευτικό και στοργικό να τρέχει συνέχεια με το γιο του κι είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερα τρυφερή φιλία.

Από την Ανθή έμαθε ότι όσο ο ίδιος βρισκόταν σε τεχνητό κώμα, ο Νικήτας είχε υποβληθεί σε επιτυχή εγχείρηση μεταμόσχευσης. Από αυτήν άκουσε και την τραγική αλήθεια, ότι η καρδιά του ανθρώπου που σκοτώθηκε στο ατύχημα, που ο ίδιος είχε προκαλέσει, χτυπούσε πια στο στήθος του δικού του παιδιού.

Ο Στέφανος έκλαψε πολύ εκείνη τη μέρα. Για το γιο του που σώθηκε, για τον νέο άντρα που χάθηκε, για τον εαυτό του που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει την ανακούφιση από την ενοχή, την χαρά από τον θρήνο, τις τύψεις από την αγωνία για το μέλλον του και τις ποινικές συνέπειες της πράξης του, για την τραγική ειρωνεία της ζωής.

Η ψυχολογική υποστήριξη που δέχτηκε τόσο ως επιζών, όσο κι ως θύτης αλλά κι ως πατέρας ατόμου που έχει υποβληθεί σε μεταμόσχευση, του έδωσε τη δύναμη να αντιμετωπίσει το σκοτάδι που σκίαζε τη ζωή του, να πραγματοποιήσει την απόφασή του να ξεχωρίσει την πορεία του από αυτή της Σύλβιας και να προσπαθήσει να δρομολογήσει μια καινούργια ζωή με το γιο του και τους λίγους φίλους που του είχαν απομείνει.

Το μόνο που έμενε ήταν να βρει τη δύναμη να συναντήσει την Χρύσα, τη σύντροφο του νέου άντρα που είχε σκοτώσει και να ζητήσει τη συγχώρεσή της. Η Ανθή του είπε ότι η κοπέλα περίμενε παιδί περίμενε κι ο Στέφανος ένιωθε ότι θα είχε ένα ακόμη παιδί ν’ αγαπά. Το παιδί του σωτήρα του γιου του.

Τέλος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βίκη Κόνιαρη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.