Φτου ξελευτερία!

0
301

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι f3d30829b4546231a871c5c0c8222a43-1024x677.jpg

Απ’ τη διάφανη κουρτίνα του μικρού δωματίου με το νούμερο 9, έμπαινε το νιόβγαλτο φως της αυγής – δειλά και ντροπαλά, σαν κορίτσι στο πρώτο του φίλημα. Άρχισαν να παίρνουν σχήμα τ’ αντικείμενα στο χώρο, διαγράφοντας την πραγματική τους διάσταση.

Σάλεψε στο κρεβάτι με δυσκολία, μισανοίγοντας τ’ ασήκωτα βλέφαρα του. «Aπ’ τα φάρμακα θα ‘ναι…» σκέφτηκε. Προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί. Πονούσε αφόρητα. «Σήμερα πρέπει να βάλω τα δυνατά μου. Να δείχνω πως έχω κουράγιο, αισιοδοξία. Θα ‘ρθει η Μυρτώ κι η Στέλλα. Να μην καταλάβουν… Πρέπει ν’ αντέξω άλλη μια μέρα».

Στη πόρτα ακούστηκε ένα συνεσταλμένο χτύπημα που το συνόδεψε μια κελαριστή και βελούδινη γυναικεία φωνή.
«Κύριε Στεργίου, μπορώ να περάσω;»
Η φωνή τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του.

«Πέρασε Βάνα», είπε με όλη τη δύναμη που μπόρεσε ν’ αντλήσει απ’ τα σπλάχνα του.
«Καλημέρα σας, κύριε Αλέκο».
«Καλή σου μέρα, Βάνα, πρωινή σήμερα. Ε… μετά από δύο ρεπό, πάλι η βάρδια που δεν σ’ αρέσει».
«Τι να κάνουμε, αυτά έχει το κυλιόμενο ωράριο. Ήρθα να πάρουμε τα ζωτικά και μετά να σας δώσω την αγωγή και να σας ξυρίσω. Με την ενεσούλα, υπόσχομαι να μη σας πονέσω σήμερα».

«Το ξέρω καλή μου. Είσαι πάντα τόσο τρυφερή και επιδέξια, που αν ήμουν υγιής θ’ αρρώσταινα μόνο και μόνο για να με περιθάλψεις… Μα τι λέω; Θα γιατρευόμουν αμέσως, μονάχα αν με κοίταζες. Έχεις τόσο νεραϊδίσια μάτια, που θα έγιανα αμέσως. Ήδη και τώρα που σε βλέπω είμαι καλύτερα. Να, θα σηκωθώ να στο αποδείξω».

«Δεν κάνω κάτι σπουδαίο, απλά σας εκτιμώ και σας θαυμάζω, όπως όλοι άλλωστε. Έχω διαβάσει όλα τα έργα σας και νιώθω σαν να σας έχω γνωρίσει, πολύ πριν γνωριστούμε. Μάλιστα παίρνω το θάρρος να σας ζητήσω να μου υπογράψετε το τελευταίο σας, τα Κόκκινα Γράμματα του Δρόμου… Το ‘χω εδώ μαζί μου».
«Δωσ’ το μου, να στο υπογράψω τώρα. Ας μην αφήνουμε αυτό που μπορούμε να κάνουμε τώρα, για μετά. Χάνεται η στιγμή και η μαγεία που περικλείει. Θα το δεις και συ, με το πέρασμα του καιρού… Οι στιγμές είναι που μετράνε..»

«Θα έρθει και η γυναίκα σας σήμερα, κύριε Στεργίου, με τη κόρη σας; Το είδα στο βιβλίο συμβάντων.»
«Ναι καλή μου. Όλα παίρνουν το δρόμο τους πια…»
Πήρε από το κομοδίνο τη πένα του κι έγραψε στο βιβλίο του: «Στη Βάνα με τα νεραϊδίσια μάτια. Με την αγάπη και τις ολόψυχες ευχαριστίες μου, Αλέκος Στεργίου».

Πριν της το δώσει πίσω κοίταξε το εξώφυλλο. Τα βιβλία του, το έργο του… Άφηνε κάτι πίσω του.

Η Βάνε τον έκανε μπάνιο, τον ξύρισε και του φόρεσε ένα γαλάζιο πουκάμισο – που ταίριαζε με τα μάτια του. Τον άφησε να κάθεται στη βαθιά πολυθρόνα, ν’ αναπολεί γεγονότα και στιγμές.

Ήρθε η Μυρτώ, και η γυναίκα του, η Στέλλα, και φεύγοντας τις αγκάλιασε σφιχτά με την υπόσχεση να τα ξαναπούν σύντομα. Τα είχε τακτοποιήσει όλα, κάθε εκκρεμότητα που αφορούσε στις υποχρεώσεις της υλικής του ζωής. Τώρα έπρεπε να διαχειριστεί το δικό του τέλος.

Οι γιατροί ήταν ξεκάθαροι. Κάθε θεραπεία θα ήταν επώδυνη και θα έδινε μια μικρή παράταση, σε μια ζωή καθηλωμένη, έως ότου…

Κοιμήθηκε, ξαλαφρωμένος από έγνοιες. Ονειρεύτηκε τον εαυτό του παιδί, τότε που κρυβόταν σ’ ένα κήπο μυστικό, δικό του. Τότε που τον έψαχναν με τις ώρες κι αυτός εμφανιζόταν αργότερα, γεμάτος γρατζουνιές και μώλωπες απ’ το σκαρφάλωμα στα δέντρα.

Σηκώθηκε αργά, βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου 9 και πήρε μια βαθιά ανάσα. Γέμισαν τα πνευμόνια του αέρα – όσο μπορούσαν. Πήγαν οι νοσηλευτές, οι γιατροί… Πήγε κι  η Βάνα με τη βελούδινη φωνή, που τον έντυσε με το την καλή του φορεσιά, όπως της ζήτησε, χωρίς να της εξηγήσει γιατί ήθελε να είναι στολισμένος και όμορφος. Έμεινε μόνος.

Το απόγευμα βγήκε στο μπαλκόνι. Έξω έπαιζαν παιδιά, άκουγε τις φωνές τους, χαρούμενες, γάργαρες, ανέμελες. «Φτου ξελευτερία!»

Κοίταξε τον ήλιο που έδυε, είχε τόσα χρώματα το δειλινό, είχε τόση ζωντάνια η ζωή. Έσκυψε κλείνοντας τα μάτια.

«Φτου ξελευτερία για πάντα», είπε γελώντας.

~~

«Η κυρία Στέλλα Βρανά;» ακούστηκε μια επιτηδευμένα ψύχραιμη φωνή στο τηλέφωνο.
«Η ίδια, πείτε μου!»
«…Ο σύζυγός σας… ο κύριος Στεργίου… το απόγευμα… ξέρετε… συλλυπητήρια..»

Η Μυρτώ γυρνούσε απ’ τα ψώνια στο κοντινό μανάβικο κρατούσε μια ριγέ σακούλα με ντομάτες. Θα έφτιαχνε η μητέρα γεμιστά, θα πήγαινε αύριο στο πατέρα της, ήταν το αγαπημένο του φαγητό. Άκουσε τη μητέρα της να φωνάζει στο τηλέφωνο.

Κατάλαβε. Έκανε να τρέξει. Πέταξε τα παπούτσια της και ξυπόλυτη ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Η καρδιά της χτυπούσε τρελά. Τα χέρια της παρέλυσαν. Άφησε τη σακούλα να πέσει.

Οι ντομάτες, άρχισαν να κατρακυλούν στα σκαλιά, ψάχνοντας ένα σημείο να ξαποστάσουν…
Τα δάκρυά της ποτάμια που γύρευαν μια θάλασσα να κουρνιάσουν…
Τα κομμάτια της καρδιάς της κατρακυλούσαν ψάχνοντας μια αγκαλιά ν’ απαγκιάσουν.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Μελίνα Σαλπιγκτίδου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία είναι του Phillip Jones Griffiths