Δύο ιστορίες της μοναξιάς

0
213

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 26mag-pellegrin-13-jumbo-v2.jpg

Ταχυκαρδία

Ανοίγει τα μάτια της. Νιώθει εξαντλημένη. Πάλι. Τον τελευταίο καιρό ξυπνά όλο και πιο συχνά κουρασμένη. Τα πόδια της βαριά, πρησμένα. Οι πατούσες της καίνε. Τι στο καλό, ούτε όταν δούλευε σερβιτόρα δε πονούσε τόσο. Τι ώρα να είναι; Προσπαθεί να καταλάβει απ’ το φως του ήλιου… Το υπνοδωμάτιο δε έχει παράθυρο, το λιγοστό φως μπαίνει απ’ τη πόρτα που χωρίζει το δωμάτιο με το σαλόνι.

Αποφασίζει να σηκωθεί. Πιάνει τα σκεπάσματα, τα πετάει στην άκρη. Τεντώνει της πατούσες της. Κατεβάζει τα πόδια της στο πάτωμα και στέκεται καθιστή στην άκρη του κρεβατιού για λίγο.

«Έλα σήκω , δε γίνεται να αργήσεις» .

Σηκώνεται. Περπατάει προς το μπάνιο. Νιώθει τα πλακάκια κρύα στις πονεμένες πατούσες της. Την ανακουφίζει αυτή η αίσθηση. Ανοίγει το θερμοσίφωνο. Μπαίνει στο μπάνιο. Ακούει τον ήχο του μπόιλερ που πήρε μπρος. Ανοίγει τη βρύση… Αφήνει να τρέξει λίγο το νερό , πάντα ένιωθε ότι το πρώτο νερό που τρέχει είναι κάπως βρώμικο. Σκύβει ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο της, ρίχνει μια ματιά στο καθρέφτη, ρίχνει και άλλο νερό στο πρόσωπό της. Πόσο να βοηθήσει και το νερό , δεν κάνει και θαύματα, νερό είναι.

Επιστρέφει στο δωμάτιο. Παίρνει το κινητό της. «Χριστέ μου , πήγε έξι» Γι’ αυτό δεν έβλεπε ήλιο τόση ώρα. Ντύνεται, τζιν, κοντομάνικο, κάλτσες, παπούτσια. Κλείνει το θερμοσίφωνο, δεν προλαβαίνει να κάνει μπάνιο , θα αργήσει. Γιατί είπε ναι, γιατί είπε ναι; Τι είναι αυτό το κακό συνήθειο να μη μπορεί να πει όχι, λες και θα καταστραφεί ο κόσμος αν αρνηθεί.

Μπαίνει στο αμάξι. Κλείνει τη πόρτα. Βάζει μπρος. «Έλα καλό μου ξεκίνα». Υπομονή, υπομονή… Ξαναπροσπαθεί. Παίρνει μπρος.

Πω πω, αυτή η ταχυπαλμία, συνέχεια το ίδιο πράγμα. « Δέκα χρόνια ψυχοθεραπεία να έκανα, δε θα έφταναν». Δε θέλει καθόλου να πάει, της έχουν κοπεί τα πόδια. «Γιατί είπα ναι; Γιατί;»

Χτυπάει το τηλέφωνο,

«Έλα, Λουΐζα, έρχεσαι; Σε περιμένουμε».
«Ναι, ναι, φτάνω σε λίγο».

Φτάνει στο δημοτικό θέατρο. Πρέπει να βρει να παρκάρει. Σιγά μην ήταν εύκολο, όλα τώρα θα πάνε στραβά. Συνεχίζει ψάχνοντας γύρω απ’ το κτίριο . Να μια θέση, χωράει; «Θα χωρέσει, δεν έχω χρόνο για αυτά τώρα». Παρκάρει. Βγαίνει. Τρέχει προς τις σκάλες της εισόδου. «Χριστέ μου ας είναι ανώδυνο». Μπαίνει στο κτήριο.
«Που είναι όλοι;»
«Έλα, Λουΐζα, από δω, σε περιμένουμε».

Σπρώχνει τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα. Δεν μπορεί να δει τίποτα, όλοι οι προβολείς πάνω της, χειροκροτήματα, φωνές, σφυρίγματα.

«Παρακαλώ υποδεχτείτε το σημερινό τιμώμενο πρόσωπο , τη ζωγράφο μας, τη Λουΐζα Χαραμόγλη».

Κατεβαίνει το αμφιθέατρο προχωρά προς τη σκηνή, ανεβαίνει.

«Καλησπέρα… Σας ευχαριστώ πολύ».

Δε προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της. Βλέπει μια αναμπουμπούλα στο βάθος του αμφιθεάτρου, ο κόσμος σηκώνεται , σπρώχνεται, φωνές, σπρώξιμο, έχει μπει κι άλλος κόσμος μέσα, αγριεμένοι, φωνάζουν συνθήματα που δε μπορεί να διακρίνει, αρχίζουν και πετούν ντομάτες, γιαούρτια, αυγά.

«Σκατά! Τι στο διάολο γίνεται;»

Η ταχυπαλμία πλέον έχει φτάσει στο θεό, το στόμα της έχει στεγνώσει , τα φώτα την έχουν στραβώσει, πνίγεται, δε μπορεί να πάρει ανάσα.

Ανοίγει τα μάτια της. Είναι στο δωμάτιο της, ξαπλωμένη. Πιάνει το πρόσωπο της, είναι μούσκεμα. Βάζει τα δυο της δάχτυλα στη καρωτίδα, οι παλμοί της είναι σαν έχει τρέξει κατοστάρι.

«Χριστέ μου, τι ήταν αυτό;»

Ξεροκαταπίνει , ο λαιμός της έχει στεγνώσει. Κάθεται οκλαδόν στο κρεβάτι, βρίσκει το τηλέφωνο της. Καλεί…

«Ναι, γεια σας, είμαι η Λουΐζα, τι κάνετε; Σχετικά με αυτό που λέγαμε για τη βράβευση, τελικά η απάντηση μου είναι… Όχι! δε θα το ήθελα».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βάλια Λάιλακ, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Προσθαφαίρεση

Η Βερόνικα συνήθιζε να κάθεται στο μπαλκόνι και να χαζεύει τον λόφο και τους περαστικούς. Πολλές φορές το μυαλό της ξεγλιστρούσε και συλλογιζόταν ανθρώπους που είχε  καιρό να δει.

Σκεφτόταν τις αμέτρητες ώρες που περνούσε μικρή με την γιαγιά της, στην αυλή του σπιτιού κάτω απ’ την μεγάλη λεύκα, να της λέει ιστορίες απ’ το παρελθόν.

Η γιαγιά της παντρεύτηκε μικρή, ένα πρωινό πήγε στην φυλακή για να ελευθερώσει με τα δεσμά του γάμου τον αγαπημένο της. Έζησαν μαζί μέχρι που εκείνος αρρώστησε και πολύ νέος αποκοιμήθηκε για πάντα.

Η Βερόνικα πάντοτε σκεφτόταν τη μοναξιά της γιαγιάς της. Αναρωτιόταν πώς ένιωθε, σαράντα χρόνια μόνη.

Το μυαλό ακολουθούσε τους κυματισμούς της σκέψης της, απ’ την κορυφή βουτιά στο κενό και πάλι πίσω. Για να χαλαρώσει, καμιά φορά κάπνιζε κανένα τσιγάρο κι άκουγε μουσική. «Δεν χωράς πουθενά», σκεφτόταν στο διαμέρισμα που πρόσφατα είχε μετακομίσει. Ονειρευόταν τόπους και χρόνους που καθόλου κοντά δεν έμοιαζαν να είναι, και παρόλα αυτά  την ξενυχτούσαν πολλά βράδια.

~~{}~~

Ξημέρωνε Τρίτη κι είχε λαϊκή στην γειτονιά. Ακόμα ένα βράδυ είχε μείνει ξάγρυπνη. Έφτιαξε ένα γρήγορο καφέ, σκέτο με πολλή καφεΐνη, ντύθηκε, τύλιξε το τιρκουάζ φουλάρι στο λαιμό της και βγήκε να περπατήσει.

Παρά την πρωινή δροσιά, ο ήλιος είχε κάτσει για τα καλά στον ορίζοντα, τα πουλιά τιτίβιζαν χαρούμενα, μερικά σκυλιά έκαναν την πρωινή τους βόλτα, άνθρωποι στους πάγκους, προετοίμαζαν τη ρεκλάμα της ημέρας.

Η Βερόνικα πήρε λίγα πορτοκάλια κι έκατσε στη πλατεία. Της άρεσε να παρατηρεί τον κόσμο της γειτονιάς, ιδιαίτερα αυτούς που καταλάβαινε πως ήταν εκεί από πάντα.

Στο καφενείο της πλατείας συζητούσαν θέματα που αφορούσαν τα αγροτικά, την τιμή του λαδιού, την έλλειψη εργατικών χεριών, μετά την αύξηση της βενζίνης, την ακρίβεια. Με τον καφέ στο χέρι, καθόταν σ’ ένα παγκάκι κι άκουγε τις συζητήσεις από μακριά.

Κάποια στιγμή παρατήρησε έναν κύριο, που καθόταν μόνος κάτω απ’ το πλατάνι. Δεν έκανε παρέα με τους άλλους στο καφενείο – είχε για συντροφιά ένα σκυλάκι. Η Βερόνικα πλησίασε αφηρημένα καθώς κάδραρε τα δέντρα με το φιλμ, κι εκείνος τη ρώτησε μ’ ένα γαλήνιο χαμόγελο τι κάνει στην πλατεία τόσο πρωί.

Καλημέρα, του είπε η Βερόνικα, και του εξήγησε ότι δεν κοιμάται καλά τελευταία, και πως όταν ξημερώνει το μόνο που θέλει είναι να ορμήσει έξω και να περπατήσει.

Ο άνθρωπος καθώς την άκουγε χάιδευε απαλά το σκυλάκι του και φαινόταν σκεπτικός, σαν να ήθελε να μοιραστεί κάτι.

Ο κύριος Αντώνης γεννήθηκε στην Ρόδο, έφυγε μικρός με τους γονείς του για την πόλη, μεγάλωσε στο σπίτι με τα πράσινα παράθυρα που φαινόταν από την πλατεία. Εκεί έζησε παιδικά χρόνια ανέμελα, έπαιζε αμπάριζα στην γειτονιά με τα υπόλοιπα παιδιά, μέχρι οι μαμάδες τους να τα φωνάξουν για φαγητό.

Μεγαλώνοντας άρχισαν τις βόλτες στον λόφο και τις δουλειές του ποδιού, ίσα ίσα να βγαίνει το χαρτζιλίκι. Είδε τον τόπο να αλλάζει, τα σπίτια, άλλα να γκρεμίζονται για να χτιστούν πολυκατοικίες κι  άλλα να ψυχορραγούν περιμένοντας να βρουν κι αυτά το πεπρωμένο τους.

Ο κύριος Αντώνης ερωτεύτηκε στην Παμφίλης 18, εκεί έμεινε, είκοσι τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της συντρόφου του. Είκοσι τέσσερα χρόνια μόνος  (τα τελευταία δέκα είχε συντροφιά την Μπιζού).

Όσες φορές και να έκανε τα μαθηματικά, η Βερόνικα δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό της την γιαγιά της. Σκέφτηκε ότι η μοναξιά ριζώνει στους ανθρώπους ανεξάρτητα από τον τόπο και τον χρόνο,  κι ίσως τελικά κανείς να μην μπορεί να ξεφύγει.

Σε μια στιγμή, ταραγμένη και σχεδόν με δάκρυα στα μάτια σηκώθηκε απ’ το παγκάκι κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά άνοιξε η σακούλα με τα πορτοκάλια κι ένα προς ένα σκορπίστηκαν στα σκαλοπάτια. Πλέον με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, μάζεψε τα πορτοκάλια, έριξε ένα βλέμμα στον κύριο Αντώνη και έφυγε βιαστικά.

Θυμήθηκε ότι είχε αφήσει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Κατερίνα Αθηναίου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία είναι του Paolo Pellegrin