Αναστασία, Αναστασία

0
311

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι R-1.jpgτου Δημήτρη Λιμνιώτη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η γριά έσερνε αργά το μεταλλικό καρότσι της, που σκάλωνε στην άκρη των πάγκων και τα πόδια των περαστικών. Περπατούσε αργά με το κεφάλι σκυφτό. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σ’ έναν μεγάλο κότσο. Φορούσε εμπριμέ ρόμπα κι αντί για παπούτσια τα πόδια της κάλυπτε ένα ζευγάρι παλιές, μαύρες παντόφλες και ψηλές κάλτσες μέχρι το γόνατο.

Μέσα απ’ τα ανύπαρκτα δόντια της μονολογούσε διαρκώς, σιγανά κι επίμονα, Αναστασία, Αναστασία, Αναστασία…

Ο τρόπος που περπατούσε ήταν περίεργος. Έμοιαζε αστείος στην αρχή, μα έπειτα από αρκετή παρακολούθηση προκαλούσε μία έντονη δυσφορία. Έφταιγε γι’ αυτό ο χρόνος που μεσολαβούσε ανάμεσα στα βήματα, ο τρόπος που τοποθετούσε το ένα πόδι μπροστά απ’ το άλλο, προσεκτικά και η μικρή ταλάντωση του σώματος, γεννούσε μία αβεβαιότητα∙ θα πέσει ή όχι;

Είχε ήδη περάσει τους πρώτους πάγκους με τα ρούχα, τους επόμενους με τα καπνικά και τα είδη κουζίνας κι ανέβαινε προς τα λαχανικά, όταν ένας νεαρός σκόνταψε στο καρότσι και κόντεψε να πέσει.

«Πρόσεχε ρε θεία, θα μας σκοτώσεις;»

«Συγνώμη, παιδί μου. Βλέπεις, με δυσκολία σέρνω το ρημάδι», απάντησε η γριά και τράβηξε δυνατά το καρότσι, σα να ήθελε να το μαλώσει.

«Να το αφήνεις σπίτι τότε!»

«Αν με βάσταγε η μέση μου να κουβαλήσω τα ψώνια θα το άφηνα»

«Αν δε μπορείς να κάθεσαι σπίτι σου. Τι θέλετε τις βόλτες γέροι άνθρωποι;»

Εκείνη, σα να μην έδωσε σημασία στις τελευταίες λέξεις του νεαρού, συνέχισε το μετέωρο βήμα της ανάμεσα στον κόσμο, μέχρι που έφθασε μπροστά στον πάγκο με τα λαχανικά.

Αναστασία, Αναστασία… 

«Καλημέρα γιαγιά!», της φώναξε χαμογελαστός ένας μεσήλικας πίσω απ’ τον πάγκο.

«Καλημέρα και σε σένα. Δώσε μου τρία λεμόνια, ένα αγγουράκι, βάλε δυο-τρεις ντομάτες.»

Ενώ ο πωλητής γέμιζε τις σακούλες με τα λιγοστά πράγματα που του ζήτησε, εκείνη έφερε το καρότσι της μπροστά κι ακούμπησε πάνω του. Έκανε μία γκριμάτσα πόνου, προσπάθησε να ισιώσει την πλάτη της κι έξυσε με την παντόφλα τη γάμπα του άλλου ποδιού.

«Πονάς γιαγιά;», ρώτησε ο πωλητής χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.

«Αν πονάω; Μ’ έχουν πεθάνει τα ρευματικά. Χθες το βράδυ κοιμήθηκα δεν κοιμήθηκα μια ώρα. Αφού μπορώ και περπατάω σήμερα, δόξα τον Μεγαλοδύναμο», είπε η γριά και σταυροκοπήθηκε πάνω από μία φορές.

«Να πεις τα παιδιά σου να σε πάνε στο νοσοκομείο γιαγιά, να σε προσέξουν. Τρία ευρώ».

«Ποιος να με προσέξει εμένα; Μόνη μου είμαι. Από τότε που έχασα τον Κώστα μου, ολομόναχη είμαι. Ευτυχώς που έρχονται γειτόνισσες καμία φορά και μου κάνουν παρέα, αλλιώς…κουφάρι θα ήμουν, κουφάρι. Η Καιτούλα απ’ τον πέμπτο, τι καλό κορίτσι βρε παιδί μου κάθε μέρα…»

«Τρία ευρώ γιαγιά».

«Πω πω, τρία ευρώ; Φωτιά είσαι χριστιανέ μου», του είπε τοποθετώντας αργά τις μικρές σακούλες στο καρότσι.

«Αυτά να τα πεις στην κυβέρνηση γιαγιά, όχι σε μένα».

«Ναι, πάντα η κυβέρνηση φταίει. Τα ογδόντα πέντε κλείνω και πάντα η κυβέρνηση φταίει. Δώσε μου κι ένα ματσάκι μαϊντανό. Να, πάρε».

«Πενήντα λεπτά ο μαϊντανός γιαγιά».

«Καλά, καλά, δεν θα σ’ τα φάω!»

Η γριά έδωσε τα κέρματα στον πωλητή και συνέχισε τον δύσκολο δρόμο της.

Αναστασία, Αναστασία, Αναστασία…

Το στενό με τα ψάρια ήταν κατάμεστο από κόσμο. Επικρατούσε το αδιαχώρητο. Για την γριά αυτό έμοιαζε με μεγάλη δοκιμασία. Έτσι σκυφτή, ήταν σχεδόν χαμένη μέσα στα δεκάδες κορμιά τριγύρω της. Κάπου-κάπου ξεπρόβαλε ένας κότσος από άσπρα μαλλιά κι έπειτα χανόταν πάλι πίσω από κεφάλια και πλάτες.

Κάποια στιγμή, ξεπρόβαλε μπροστά απ’ τον πάγκο με τα θαλασσινά και το βλέμμα της έτρεξε αριστερά και δεξιά.

«Παλικάρι;», φώναξε μήπως κι ακουστεί μέσα στην οχλαγωγία.

«Ακούω!», της απάντησε ο νεαρός εξίσου δυνατά.

«Μισό κιλό γάβρο!», είπε εκείνη κι έδειξε το πανέρι μπροστά της.

«Αυτό είναι σαφρίδια! Ο γάβρος από κει!»

«Τι μικρά σαφρίδια είναι αυτά», μονολόγησε η γριά.

«Καλά, από δω, από κει, το ίδιο είναι. Μισό κιλό γάβρο!»

«Τα έχουν μπερδέψει όλα, λες και είμαι χαζή. Δεν μπορώ να καταλάβω τα σαφρίδια από τον γάβρο. Το κάνουν επίτηδες όμως για να μπερδεύουν τους γέρους και να τους πασάρουν αυτά που θέλουν εκείνοι», έλεγε η γριά στον διπλανό της, που ψώνιζε κι ο ίδιος και δεν έδινε σημασία στα λόγια της. Η γριά όμως συνέχιζε το βιολί της.

«Θυμάμαι τον Κώστα να μαλώνει συνέχεια μαζί τους. Πήγαν να μου δώσουν όλη τη σκαρταδούρα, έλεγε. Τώρα μια από τα ίδια. Ότι έκαναν σ’ εκείνον το κάνουν σε μένα. Γι’ αυτό δεν κατεβαίνω πια στη Λαϊκή. Να ‘ναι καλά η Καιτούλα από τον πέμπτο. Τι καλό κορίτσι. Αν δεν ήταν…»

«Τρία ευρώ!»

«Πόσα;»

«Τρία ευρώ! Είσαι και κουφή»

«Όλα τρία κάνουν σήμερα; Τίποτα φτηνότερο δεν έχει; Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι…»

«Άντε γιαγιά έχουμε και δουλειά».

Αναστασία, Αναστασία…

***

Όταν κατάφερε τελικά, ώρα αργότερα, ν’ αποδράσει απ’ τον κλοιό της Λαϊκής Αγοράς, έστριψε τη γωνία της εκκλησίας και κατηφόρισε το στενό. Το βήμα της τώρα ήταν πιο αργό. Κάθε πάτημα της παντόφλας ακολουθούσε ένα ρυθμικό Αχ και ταλαντευόταν τόσο, που σχεδόν έχανε την ισορροπία της.

Λίγα μέτρα παρακάτω κοντοστάθηκε λαχανιασμένη. Κοίταξε για λίγο τη σειρά των παρκαρισμένων αυτοκινήτων απ’ άκρη σ’ άκρη.

«Σκασμένοι!»

Προσπάθησε να χωρέσει ανάμεσα, για να φθάσει το πεζοδρόμιο. Δεν τα κατάφερε στην αρχή. Έκανε μερικά βήματα μπροστά, λίγα πίσω πάλι, μέχρι που τελικά βρήκε ένα άνοιγμα και χώθηκε. Τράβηξε το καρότσι που αρνήθηκε ν’ ανέβει το κράσπεδο του πεζοδρομίου. Το τράβηξε μερικές φορές. Το καρότσι συνέχισε ν’ αρκείται πεισματικά, βογκώντας μεταλλικά με κάθε χτύπημα στο τσιμέντο.

«Παλιόπραμα!», φώναξε, το παράτησε στο δρόμο και θρονιάστηκε σε μία από τις καρέκλες του μικρού καφενείου, ασθμαίνοντας. Σήκωσε τη ρόμπα κι άρχισε να τρίβει επίμονα τα γόνατά της, με κοφτά βογγητά.

«Αχ τα ριμάδια, με ξέραναν σήμερα. Μέρες είχαν να με πιάσουν. Δεν είναι ‘δω κι ο Κώστας να κουβαλήσει το καρότσι»

«Τι να φέρω;», τη ρώτησε ο καφετζής που σκούπιζε ένα απ’ τα διπλανά τραπεζάκια.

«Ένα ποτήρι νερό παλικάρι μου. Στέγνωσε ο στόμας μου».

Ο καφετζής κατσούφιασε.

«Σεφτέ ήρθες να μου κάνεις πρωινιάτικα;»

Αναστασία, Αναστασία, Αναστασία…

Της έφερε ένα ποτήρι νερό και το άφησε μπροστά της.

«Αναστασία… Αναστασία μου!», φώναξε η γριά και γούρλωσε τα μάτια της. Ο άντρας τρόμαξε κι έκανε ένα βήμα πίσω.

«Τι έπαθες γιαγιά;»

«Αναστασία μου!», φώναξε πάλι η γριά.

Εκείνος, ξαφνιάστηκε. Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, σα να έψαχνε κάποιον.

«Μόλις θυμήθηκα την Αναστασία μου», είπε και τα μάτια της έγιναν δύο μικρές λιμνούλες, «Το κορίτσι μου. Την κορούλα μου. Έφυγε, πάει, την έχασα για πάντα κι ούτε τ’ όνομά της θυμάμαι καλά-καλά». Τότε ξέσπασε σ’ αναφιλητά.

Ο καφετζής τη χτύπησε συγκαταβατικά στην πλάτη και μουρμούρησε κάτι χαμηλόφωνα, πριν εξαφανιστεί στο εσωτερικό του καφενείου.

«Πώς είναι δυνατό για μια μάνα να ξεχνάει το παιδί της. Που το κράτησε, τ’ αγκάλιασε και τ’ ακούμπησε στο νεκροκρέβατο. Που το παράχωσε στο χώμα», μονολόγησε και ρούφηξε τη μύτη της.

«Αγάπη μου. Αναστασία μου. Μωρό μου. Λουλούδι μου. Αχ και να μπορούσα να έρθω κοντά σου Ομορφιά μου. Κοντά στον Κώστα μου. Κοντά στην οικογένειά μου. Βοήθα με Κύριε!», συνέχισε η γριά χτυπώντας με τις παλάμες της τα γόνατα, ενώ το κορμί της πήγαινε μπρος-πίσω σαν εκκρεμές που το έσπρωξε τ’ αόρατο χέρι της μοίρας. Δάκρυα ξέπλεναν το πρόσωπο, τον λαιμό και το φθηνό ύφασμα της ρόμπας. Έτρεμε σύγκορμη και με κάθε λυγμό το κορμί της τιναζόταν, σαν από δυνατό λόξυγκα.

Προσπάθησε να πιάσει το ποτήρι. Κατάφερε να το φέρει στα χείλη της, μα δε μπόρεσε να πιει γουλιά.

Το χέρι της έπεσε στο πλάι κι ακολούθησε το ποτήρι που έσκασε στις πλάκες του πεζοδρομίου με δύναμη. Το κεφάλι της σηκώθηκε και κοίταξε τον ουρανό με τα μάτια ορθάνοιχτα. Το στέρνο της ανεβοκατέβηκε μερικές φορές με δυσκολία κι έπειτα σταμάτησε.

 

Ο καφετζής, που άκουσε τον ήχο του κρυστάλλου στο πεζοδρόμιο, πετάχτηκε έξω, για να την βρει ακίνητη. Έσκυψε από πάνω της. Έβαλε δύο δάχτυλα στην άκρη του λαιμού της. Στην συνέχεια ακούμπησε το αφτί του στα μισάνοιχτα χείλη της γριάς.

«Εδώ βρήκες να τα τινάξεις, χριστιανή μου», είπε κι έτρεξε μέσα στο μαγαζί.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Δημήτρης Λιμνιώτης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής