Μισό χιλιόμετρο

0
302

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι nikos.jpgαπό τον Σοφοκλή Πανταζή

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η πόρτα άνοιξε και ένας άντρας δρασκέλισε το κατώφλι. Την έκλεισε πίσω του και διέσχισε το πλακόστρωτο της αυλής. Άνοιξε την καγκελωτή εξώπορτα και βγήκε στον δρόμο. Το ταχύ βήμα στο πεζοδρόμιο και η ευθυτενής κορμοστασιά του, ερχόταν σε αντίθεση με τα άσπρα μαλλιά και τις βαθιές χαρακιές δεκαετιών στο πρόσωπό του. Στον ώμο του κρεμόταν ένας μαύρος σάκος. Κι όλο περπατούσε.

Μπήκε στον φούρνο και στάθηκε μπροστά απ’ τον πάγκο. Μια κοπέλα εμφανίστηκε πίσω από μια κουρτίνα και χαμογέλασε.

«Καλημέρα. Πρωινός πρωινός πάλι, κυρ Βασίλη».

«Καλημέρα, Μαργαρίτα, ωραία μέρα σήμερα».

«Τα συνηθισμένα;» ρώτησε η κοπέλα.

«Μάλιστα», απάντησε με χαμόγελο. Η Μαργαρίτα έβαλε σε σακούλα ένα μισόκιλο ψωμί και μια τυρόπιτα. Εκείνος πλήρωσε και τα εναπόθεσε στον σάκο.

«Καλή συνέχεια. κοπέλα μου».

«Και σε σας. Να προσέχετε!» Καθώς ο ηλικιωμένος έφευγε, στο πρόσωπο τής κοπέλας φύτρωσε μια ανήσυχη συμπόνια.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φώτισαν δειλά το χωριό. Οι λιγοστοί κάτοικοι που βρέθηκαν στο δρόμο, χαιρετούσαν τον κυρ Βασίλη. Εκείνος ανταπέδιδε κι όλο περπατούσε.

Πέρασε και τα τελευταία σπίτια κι έφτασε στην μοναδική είσοδο τού χωριού. Δίπλα απ’ την πινακίδα που έγραφε Καλοχώρι, υπήρχε ένα μεγάλο πεύκο και ο Βασίλης κάθισε στον κορμό του. Άνοιξε τον σάκο και έβγαλε την τυρόπιτα. Την έφαγε με όρεξη. Ύστερα, άρχισε να κοιτά τον δρόμο. Κι όλο αγνάντευε.

Το μεσημέρι έβγαλε απ’ τον σάκο ψωμί, ντομάτες και ελιές. Έφαγε με όρεξη. Το απόγευμα έβγαλε φρούτα. Κάθε τόσο έσβηνε την δίψα του σε δροσερή πηγή λίγο πιο πέρα. Το βλέμμα του, πάντα, καρφωμένο στον δρόμο. Ανταπέδιδε με ενθουσιασμό χαιρετισμούς των ντόπιων μέσα απ’ τα αυτοκίνητα. Κι όλο αγνάντευε.

Σαν βράδιασε, σηκώθηκε σκυθρωπός και περπάτησε προς το χωριό. Σε κανέναν στον δρόμο δεν μίλησε, μήτε χαμογέλασε. Ούτε στους φίλους του που τον χαιρέτησαν απ’ το καφενείο. Το βλέμμα του σκοτεινό πάνω στο πεζοδρόμιο. Κι όλο περπατούσε.

Σαν έφτασε σπίτι, βρήκε στην πόρτα μια κρεμασμένη σακούλα. Την πήρε και μπήκε μέσα. Έφαγε ανόρεκτα μισό τάπερ γεμιστά. Φύλαξε στο ψυγείο τα αφάγωτα και κρέμασε την σακούλα με το τάπερ πάλι έξω. Πήγε στο κρεβάτι. Έκλαψε και κοιμήθηκε. Κι όλο ονειρευόταν.

Το άλλο πρωί η πόρτα του άνοιξε· αυλή· φούρνος· εγκάρδιοι χαιρετισμοί. Κι όλο περπατούσε.

Μεγάλο πεύκο· κολατσιό· φρούτα· δροσερή πηγή. Κι όλο αγνάντευε. Βραδάκι· θλιμμένη επιστροφή· σκυμμένο κεφάλι. Κι όλο περπατούσε. Σακούλα στην πόρτα· ανόρεκτο δείπνο· δάκρυα· ύπνος. Κι όλο ονειρευόταν.

Και κάθε πρωί περπατούσε χαμογελαστός. Και κάθε μέρα αγνάντευε κάτω απ’ το πεύκο. Και κάθε βράδακι γυρνούσε λυπημένος. Και κάθε νύχτα ονειρευόταν κλαμένος. Κι οι μέρες κυλούσαν.

~~

Ένα βραδάκι δυο γέροντες, που παίζαν τάβλι στο καφενείο, συζητούσαν ανήσυχοι.

«Ρε συ Κώστα, σάμπως να άργησε να περάσει ο Βασίλης σήμερα!»

«Κι εγώ αυτό σκέφτομαι, Θανάση!» είπε ο άλλος αναστατωμένος.

«Έπρεπε να ‘χει φανεί εδώ και μια ώρα», είπε κοιτώντας το ρολόι.

«Λες να πήρε άλλο δρόμο σήμερα;»

«Μπα, δεν νομίζω. Έχω κακό προαίσθημα!»  Φώναξε δυο νεαρούς από το δίπλα τραπέζι και τους έστειλε στο μεγάλο πεύκο.

«Δεν είναι και λίγο πράγμα αυτό που τού ‘λαχε», είπε ο κυρ Κώστας.

«Τι να λέμε τώρα. Κι εγώ θα τρελαινόμουν αν ήμουν στην θέση του! Να περιμένεις το μονάκριβο παιδί σου, που έχεις ένα χρόνο να το δεις, να κάνετε Πάσχα μαζί, και να σου πεθαίνει σε δυστύχημα μισό χιλιόμετρο έξω απ’ το χωριό; Να τρελαίνεσαι!»

Οι νεαροί επέστρεψαν αργότερα και πληροφόρησαν άπαντες ότι βρήκαν τον κυρ Βασίλη νεκρό, κι ότι τον παρέλαβε ασθενοφόρο. Κι όλοι δάκρυσαν στο καφενείο.

~~

Ο κυρ Θανάσης με τον κυρ Κώστα, ντυμένοι στα μαύρα, πίνανε τσίπουρο στο καφενείο.

«Πάει κι αυτό. Πολύ στενάχωρη μέρα. Μα να πάει από δάγκωμα οχιάς; Μες τον χειμώνα; Πού τρέχει ο λογισμός σου, Θανάση;»

«Στην εκκλησιά συνάντησα την γειτόνισσα του Βασίλη. Ξες, αυτή που τού ‘φτιαχνε φαγητό».

«Σας είδα που μιλάγατε. Και;».

«Μου έδωσε αυτό το σημείωμα – ήξερε πως ήμασταν καλοί φίλοι με τον Βασίλη. Διάβασε το».

“Σήμερα είδα όνειρο τον γιο μου Αντώνη καβάλα σε μεγάλο φίδι
κάτω απ’ το μεγάλο πεύκο! Κάτι μου λέει πως σήμερα επιτέλους
θα ανταμώσουμε. Πάω να τον προϋπαντήσω.” 

«Απίστευτο! Το έγραψε την μέρα που… Γι’ αυτό δεν λες κουβέντα τόση ώρα; Και πώς το εξηγείς αυτό;», είπε ο κυρ Κώστας.

«Τι να σου πω; Ήθελε τόσο πολύ να ανταμώσει με τον γιο του, που τελικά τα κατάφερε. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο!» απάντησε ο Θανάσης.

Οι δυο φίλοι σήκωσαν τα ποτήρια τους στον ουρανό και με μια φωνή είπαν: «Καλή αντάμωση με τον γιο, φίλε μας!»
Κι όλο πίνανε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Σοφοκλής Πανταζής, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής, σε μια άσκηση αφηγητής-θεατής

Η φωτογραφία είναι του Νίκου Οικονομόπουλου