Ο κήπος της λησμονιάς

0
61

από τον Δημήτρη Λιμνιώτη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τους απέναντι λόφους πλακώνει μία πέτρινη σιωπή, βαριά και συμπαγής, σαν απρόσμενο πένθος και θαρρείς πως, κατάπιε αργά το τελευταίο φως, που παλεύει απελπισμένο να γλιτώσει απ’ τα σαγόνια της. Όλα τριγύρω υποφέρουν και υπομένουν καρτερικά τον ερχομό της νύχτας, μ’ έναν τρόπο, που τα κάνει να μοιάζουν το ίδιο ακίνητα, παγωμένα με τον ορίζοντα. Τα σπαρτά, το χώμα, τα λιγοστά λουλούδια και τα δέντρα, αιώνιες στήλες που βαστούν στην πλάτη τους τον ουρανό. Μόνο, αν κάποιος μπορέσει να προσέξει, να προσέξει καλά, με τα μάτια μισόκλειστα και την αναπνοή κρατημένη στα πνευμόνια, θ’ ακούσει τον ψίθυρο των εντόμων ανάμεσα στα φύλλα και τα γερμένα καλαμπόκια. Μόνο, αν κάποιος μπορέσει να προσέξει, θα δει την Απουσία να στέκει στη μέση των χωραφιών, σαν σκιάχτρο, που διώχνει τη ζωή. Μόνο αν κάποιος μπορέσει να προσέξει, θα καταλάβει μ’ απογοήτευση, πως μέσα στο Τίποτα μπορεί να χωρέσει ο κόσμος όλος.

Στο μικρό καλύβι, στη μέση εκείνης τη σιωπής, αχνοφέγγει απ’ το σπασμένο τζάμι, ένα τρεμάμενο και λυπημένο φως, που ίσαμε φθάνει να λερώσει το σκοτάδι και τα σπασμένα σανίδια της βεράντας. Της βεράντας εκείνης, που η μοναξιά κάθεται βαριεστημένα στην παλιά κουνιστή καρέκλα και κάνει παρέα στον γέρο. Ήταν νέος κάποτε, παιδί, προτού ο μάγος Χρόνος γεμίσει ρυτίδες το δέρμα του, σκούρες φακίδες τα χέρια του και κάνει τα γόνατά σκληρά, άκαμπτα, σαν σκουριασμένες σιδερόβεργες σε παρατημένο εργοτάξιο.

Θυμάται τα νιάτα του, μα οι μοναχικές σκέψεις μοιάζουν μ’ όνειρα. Όνειρο το παιδί, όνειρο ο έφηβος, όνειρο ο άντρας. Ζωή που δε μοιράζεται, όνειρο κι αυτή. Μόνο να μπορούσε να πάει μέχρι τα καλαμπόκια. Να καθίσει κάτω απ’ τη σκιά της μεγάλης λεύκας και να μαζέψει λίγο νερό απ’ την πέτρινη στέρνα. Να περπατήσει μέχρι τη μέση του Χρόνου και ν’ αγαπήσει ξανά. Να μυρίσει για τελευταία φορά τα μαύρα μαλλιά της, που έτρεχαν σαν σκοτεινό ποτάμι ίσαμε την καμπύλη της μέσης. 

Θυμάται τα νιάτα του, μα οι μοναχικές σκέψεις μοιάζουν μ’ όνειρα. Και η ζωή, όνειρο. Ανοίγεις τα μάτια σου και ξυπνάς στον Θάνατο. Τώρα πια τι άλλο να περιμένει, πάνω στην καρέκλα που τρίζει, μέσα στο σκοτάδι που τρίζει, πλάι στο μνήμα, στο μνήμα όσων πέρασαν και χάθηκαν για πάντα.

Προσπαθεί να σηκωθεί μα δεν τα καταφέρνει. Δοκιμάζει ξανά, είναι αδύνατο. Χύνεται στην παλιά, κουνιστή καρέκλα, που τον αγκαλιάζει μ’ ένα σιγανό τρίξιμο. Μοιάζει μοιρολόι.

Κοιτάζει τους απέναντι λόφους, πλακωμένους από μία πέτρινη σιωπή.

Η νύχτα έφθασε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το πεζοποίημα έγραψε ο Δημήτρης Λιμνιώτης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής