Τα παράξενα περιστατικά στην παραλία Τέρτσα

0
135

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι beach-campfire-wearing-poncho-feature-e1571785869163-1024x606.jpgαπό την Ξεκούρδιστη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μία φίλη έκανε πάρτι γενεθλίων στην παραλία Τέρτσα. Ήταν μια ακτή πελώρια, αμμώδης που χωριζόταν με ένα στενό πέρασμα από τη διπλανή παραλία γυμνιστών, την Ψαρή Φοράδα. Εκεί δίπλα σχεδόν κρυμμένη υπήρχε και μια σπηλιά. Η είσοδός της δε φαινόταν με την πρώτη ματιά.

Μετά το απογευματινό μπάνιο, στήσαμε ορισμένους πυρσούς, βάλαμε τραπεζάκια θαλάσσης στη σειρά για τα ποτά και ετοιμάσαμε το χώρο για το πάρτι. Ένας φίλος έβαλε χρωματιστά λαμπάκια που αναβόσβηναν στο βράχο μέσα στη θάλασσα και έδινε ένα εφέ ντισκόμπαλας. Όλο το υπόλοιπο τοπίο ήταν σκοτεινό, πέντε δέκα σπίτια υπήρχαν άλλωστε μόνο. Το πάρτι ξεκίνησε μόλις νύχτωσε και κράτησε μέχρι τις τέσσερις το πρωί.

Ασταμάτητος χορός, μπουγέλο και νέες γνωριμίες. Φτάνοντας στο τέλος, λοιπόν, όσοι είχαν πιει πολύ κοιμήθηκαν κάτω από τα αστέρια και μερικοί μείναμε να λέμε ιστορίες και να παίζουμε μουσική γύρω από τη φωτιά. Ελάχιστοι έκαναν και βραδινό μπάνιο. Είχε τόσα πολλά ψάρια ο βυθός το απόγευμα που κολυμπούσα με τη μάσκα που δεν θα τολμούσα να βουτήξω στον άγνωστο και πυκνό βυθό της νύχτας. Κάποια στιγμή άκουσα δίπλα τα παιδιά να μιλάνε για τη σπηλιά που υπήρχε πίσω από το βράχο και τις ιστορίες που ήξεραν για αυτή.

Δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να μπω στην κουβέντα. Εκείνη την ώρα έπαιζα με τη Βούρτσα, το σκύλο μασκότ του πάρτι. Δεν θα μπορούσα και να πάω να κοιμηθώ στο σλίπι μπαγκ μου και οι άλλοι να λέγαν τρομακτικές ιστορίες στα δυο μέτρα, ούτε να απομακρυνόμουν μες στη νύχτα. Είχαμε μείνει μόλις έξι άτομα ξύπνια να μιλάμε. Μια κοπέλα από την παρέα μας ήταν απ’ αυτό το χωριό. Ερχόταν κάθε καλοκαίρι, οπότε ήξερε όλες τις παράξενες ιστορίες. Κάτσαμε γύρω απ’ τη Τζένη και περιμέναμε να ακούσουμε.

Ξεκίνησε, λοιπόν, να λέει ότι σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή στη σπηλιά πήγαιναν κρυφά τα ζευγαράκια του χωριού, για να απομακρυνθούν από τα περίεργα βλέμματα. Το παράξενο, όμως, ήταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες από τις ντόπιες φίλες της Τζένης, ότι αν τα ζευγαράκια άνοιγαν φακό μέσα στη σπηλιά για να βλέπουν, ενοχλούσαν την «Αύρα της Σπηλιάς». Τότε, την επόμενη κιόλας ημέρα από την επίσκεψη τους στη σπηλιά, ο ήλιος άρχιζε να τους ενοχλεί υπερβολικά. Κάποιες δεν άντεχαν να βγαίνουν απ’ το σπίτι ούτε με μαύρα σκούρα γυαλιά το μεσημέρι στο φως, αναγκάζονταν να μένουν κλεισμένες μερικές φορές ακόμα και για βδομάδες.

Αυτό με το φως δεν ήταν ιδιαίτερα μετρήσιμο, αν και σύμφωνα και με τη Τζένη, μετά, τα περισσότερα άτομα τα οποία το ζήσανε, ένιωθαν ντροπή και συνήθως εγκαταλείπανε το χωριό για κάποιο καιρό. Λεγόταν ακόμα, ότι και όταν επέστρεφαν, τα μάτια τους ήταν κατακόκκινα, σαν να είχαν πάθει επιπεφυκίτιδα ή σαν να ήταν άυπνοι από καιρό. Μερικοί έλεγαν ότι έφταιγε το χόρτο και γι’ αυτό ήταν έτσι τα μάτια τους. Οι περισσότεροι, όμως, που το έπαθαν, πίστεψαν στην Αύρα της Σπηλιάς και φοβόντουσαν μη χάσουν τελείως το φως τους.

Ως ιατρός που είμαι, ποτέ δεν θα την πίστευα αυτή την ιστορία. Τα κύτταρα που προσλαμβάνουν το φως στο μάτι έχουν πολύ συγκεκριμένες πρωτεΐνες γι’ αυτή τη λειτουργία, αδύνατον η Αύρα ή κάτι να μπορούσε να παρέμβει μαγικά σε αυτές τις πρωτεΐνες και να τους προκαλέσει πρόβλημα. Οι θετικές επιστήμες δεν με άφηναν να το πιστέψω ούτε στο ελάχιστο.

Η Τζένη συνέχισε για να πει και τη δεύτερη ιστορία, αφού  ήμασταν ακόμα γύρω της κι ακούγαμε με προσοχή. Νομίζω πιο πολύ απολαμβάναμε την αφήγηση, παρά είχαμε τρομάξει. Είχε βάλει και το φακό στα πόδια της ανάμεσα καθώς καθόταν οκλαδόν και φώτιζε τα μάτια της από κάτω, προσπαθώντας να καλλιεργήσει το αίσθημα φόβου.

Μας μίλησε για μια κοπέλα, την Άιντα, μια τσιγγάνα, μελαψή με μαύρα μακριά μαλλιά, σπαστά και με φράντζα, που έμπαινε στα μάτια μερικές φορές, ίσως και επίτηδες, αφού έλεγαν ότι απέφευγε την επικοινωνία με τα περισσότερα άτομα του χωριού. Η Τζένη, μας είπε ότι την είχε δει όταν ήταν μικρή, αλλά ακόμα τότε δεν ήξερε τίποτα για εκείνη. Πολύ αμυδρά τη θυμόταν.

Μόλις που ανέφερε το όνομα της Άιντα ένα δυνατό και απρόσμενο αεράκι σχεδόν έσβησε τη φωτιά. Γελάσαμε τάχα μου ότι θα είναι η Άιντα και προσθέσαμε μερικά ξύλα ακόμα στα κάρβουνα, φυσώντας δυνατά για να αρπάξουν πιο γρήγορα. Η Τζένη συνέχισε αναφέροντας πόσο όμορφη ήταν η νεαρή κοπέλα και πως συνήθως φορούσε φλοράλ παντελόνες και ένα πλεκτό μπολερό το οποίο έδενε πάντα στην αριστερή πλευρά της μέσης της, εκτός από το Ψυχοσάββατο και στις 21 Νοεμβρίου. Έτσι, λέγαν στο χωριό.

Η Άιντα πάει καιρός που είχε να φανεί στην περιοχή. Της έκαψαν την καλύβα πριν κάμποσα χρόνια και αποφάσισε να φύγει. Δεν ξαναγύρισε ποτέ, μερικοί λέγαν ότι ακούνε τη φωνή της όταν μπαίνουν στη θάλασσα. Ενώ τα έλεγε αυτά η Τζένη έτρεμε η φωνή της και κύλησε ένα δάκρυ. Σχεδόν ψιθύριζε και παρατηρούσε τη φωτιά να αυξομοιώνεται, όταν μιλούσε για την Άιντα. Παρατήρησα πως οι αντωνυμίες άρχισαν να αυξάνονται στην αφήγησή της, δεν ήθελε να λέει το όνομά της.

Η Άιντα συνήθως περνούσε το χρόνο της φτιάχνοντας κοσμήματα στην παραλία. Τα περισσότερα τα φορούσε αυτή, μερικά τα πουλούσε σε τουρίστες τα καλοκαίρια. Αρχίσαμε να κοροϊδεύουμε και να λέμε το όνομα της κάθε φορά που ο αέρας έκανε τη φωτιά να σιγοτρέμει.

Η Άιντα κανόνιζε τελετές μέσα στη σπηλιά κάποια βράδια. Άναβε κάτι ειδικά αρωματικά κεριά, μόνο αυτά επιτρέπονταν στη Σπηλιά της Αύρας και κάτι άλλα κεριά που δημιουργούσαν μόνο καπνό. Μονάχα με γυναίκες έκανε τελετές, ίσως γιατί μόνο αυτές την εμπιστεύονταν και το τολμούσαν. Αν δεν το πίστευες άλλωστε τι νόημα θα είχε να μπεις σ’ αυτή τη διαδικασία. Και τι τελετές ήταν αυτές; Υπήρχαν πολλών τύπων. Μια απ’ αυτές ήταν σαν μάγια για να δέσουν κάποιον άντρα απ’ το χωριό και να τον παντρευτούνε.

Ο σκύλος της Τζένης, η Βούρτσα, άρχισε μόλις, δίχως λόγο να γαβγίζει μανιωδώς προς τη θάλασσα, πήγα να τον ηρεμήσω και άρχισε να τρέχει προς ανατολικά προς τη πλευρά της σπηλιάς.

Οι γυναίκες, συνέχισε η Τζένη, έδειχναν στην Άιντα με ένα γρίφο ποιος ήταν ο ενδιαφερόμενος και αυτή, άλλη μια φορά που απέφυγε να πει το όνομά της, σχεδόν ζωγράφιζε τη μορφή του στην άμμο που υπήρχε μέσα στη σπηλιά. Δηλαδή όχι ακριβώς ζωγράφιζε, αλλά τον σχημάτιζε τρισδιάστατο και ξαπλωτό στην άμμο. Κάπως σαν αυτή την τέχνη-κατασκευή που συνέβαινε στη Λατινική Αμερική (στη Βραζιλία κυρίως). Ενώ τον σχημάτιζε, έψελνε σιγανά κάτι ακαταλαβίστικα ταυτόχρονα, έμοιαζαν με μοιρολόι. Οι γυναίκες που συμμετείχαν στην τελετή έπρεπε να κάθονται στα γόνατα, σαν υποταγμένες στο χορό της και να επαναλάμβαναν κάποια συγκεκριμένα λόγια όταν η Άιντα τους πρόσταζε. Στο τέλος, όταν ήταν ήδη έτοιμες οι μορφές των επιθυμητών αντρών τους στο χώμα, τις καλούσε να τον καταστρέψουν με τρόπο που αυτός την ίδια στιγμή θα το ένιωθε. Μετά, έπρεπε να φύγουν γρήγορα από τη σπηλιά και να πηγαίναν κατευθείαν να τον βρούνε.

Ο σκύλος γύρισε με μια νεκρή νυχτερίδα στο στόμα και την πέταξε στη φωτιά. Η Τζένη σαν να μην τον πρόσεξε καν, είπε ότι ορισμένα ζευγάρια στο χωριό λέγανε ότι προέκυψαν έτσι. Βέβαια, στο καφενείο το λέγαν κεραυνοβόλος έρωτας, αλλά οι γυναίκες ήξεραν τι συνέβαινε.

Σηκωθήκαμε αηδιασμένοι και προσπαθήσαμε να βγάλουμε το πτώμα από τη φωτιά για να μην μυρίσει. Το πετάξαμε στα δέντρα πίσω και το σκεπάσαμε με άμμο. Η Τζένη μας κοίταζε με κενό βλέμμα. Μας φώναξε να μαζευτούμε και πάλι γύρω από τη φωτιά, για να συνεχίσει τις ιστορίες. Εμείς χαζολογούσαμε και πίναμε τα ποτά μας κοιτώντας τα αστέρια. Δεν θα σταματούσε τόσο απλά, πάντα της άρεσε να είναι το κέντρο της προσοχής.

Η δεύτερη τελετή, μας είπε, ήταν πιο πολύ σαν φόρος τιμής σε νεκρούς και γινόταν συνήθως από περισσότερα άτομα, γι’ αυτά υπάρχουν περισσότερες μαρτυρίες, όχι απλές αερολογίες γυναικών που θέλαν να αποκατασταθούν. Οι μέρες που πλησίαζαν στο Ψυχοσάββατο και στα Εισόδια της Θεοτόκου ήταν οι πλέον κατάλληλες γι’ αυτές τις διαδικασίες. Κανόνιζαν με την κοπέλα (την Άιντα λέγαμε κάθε φορά που το απέφευγε), τη συνάντηση και αυτή τους περίμενε έξω από τη σπηλιά, σαν να ήταν η οικοδέσποινα.

Σε απόλυτο σκοτάδι, με αρώματα μεθυστικά, με αιθέρια έλαια που χρησιμοποιούσε εκείνες τις νύχτες, τους έβαζε έναν έναν μέσα στη σπηλιά και τους κάθιζε στο νωπό χώμα. Η Άιντα περπατούσε, λέγαν, με μια σιγουριά μέσα στο πίσσα σκοτάδι σαν να μπορούσε να βλέπει. Αν και κάποιοι πίστευαν ότι ήξερε το χώρο απ’ έξω και ανακατωτά, οπότε δεν χρειαζόταν καθόλου το φως. Ο βασικός ενδιαφερόμενος της οικογένειας τοποθετούνταν απέναντι απ’ την Άιντα και ήταν αυτός που θα συνομιλούσε με τον νεκρό, μέσα απ’ το σώμα και τη φωνή της Άιντα.

Πάλι έσβησε η φωτιά, είχα αρχίσει να αγχώνομαι, αν και το έπαιζα χαλαρή. Και το απίστευτο που γινόταν ήταν ότι όντως η Άιντα μέσα στο σκοτάδι έπαιρνε τη φωνή του πεθαμένου και μιλούσε είτε με το σύζυγο, το παιδί, τον αδερφό ή το φίλο που είχε εκεί απέναντί της, σαν να ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να έκανε και αστειάκια ακόμα με το χιούμορ του νεκρού, συνήθως δεν τους ήξερε καν, μπορεί να μην είχε ούτε ακούσει για εκείνους. Ή μπορεί να μιλούσαν για πράγματα που δεν ήξερε κανείς άλλος και αυτή απαντούσε σαν όντως να επικοινωνούσε ο νεκρός.

Η Τζένη είπε ότι είχε υπάρξει σε τέτοια τελετή. Φύγε από δω της είπαμε, άσε τα σάπια που θα μας πιάσεις κορόιδα. Και μόλις το είπαμε αυτό ξεκίνησε η πιο δυνατή αμμοβολή που έχω ζήσει όσο καιρό είμαι στην Κρήτη. Ένιωθες το σώμα σου να το τρυπάει η άμμος καθώς σε χτυπούσε. Γυρίσαμε να την έχουμε πλάτη, έσβησε η φωτιά και δεν αντέχαμε να κρατήσουμε τα μάτια μας ανοιχτά από τη σκόνη. Η Τζένη μας είπε ότι θα είναι η Αύρα, δεν ήταν απλά αμμοβολή και προσπάθησε να μας πείσει να πάμε στη σπηλιά να την αντιμετωπίσουμε κατάματα. Τότε είπε θα μπορέσουμε να ανοίξουμε τα μάτια μας ξανά. Η αμμοβολή συνήθως λέει συμβαίνει το μεσημέρι. Ούτε που ήξερα τι να σκεφτώ.

Μου είχε σηκωθεί η τρίχα, τα μάγια δεν τα πολυπίστεψα, αλλά αυτό με την ξαφνική αμμοβολή είχε αρχίσει να με τρομάζει… Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ίσως να ήταν και τα σφηνάκια, αλλά σίγουρα είχα χεστεί απάνω μου από το φόβο. Δεν ήθελα να είμαι εκεί, ήθελα να φύγω, να πάω κάπου που θα ηρεμούσα – και εννοείται όχι στη σπηλιά. Ήθελα να ρωτήσω κι άλλα, αλλά φοβόμουν για τη συνέχεια που θα άκουγα. Είχε σταματήσει να μου φαίνεται πια αστείο ή διασκεδαστικό. Η Τζένη μας κοιτούσε και έλεγε να πάμε προς τη σπηλιά άμεσα, τα παιδιά σαν μαγεμένα την ακολούθησαν. Είχε χρόνια, είπε, να την πλησιάσει, πρόσφατα είχε χάσει το μπαμπά της από καρδιά και ήθελε να πάει να δει αν θα γινόταν κάτι, αν θα μπορούσε να του μιλήσει. Προσπάθησα να τους αποτρέψω, να τους κλείσω το δρόμο, όμως, ήρθε ο σκύλος της και με δάγκωσε σα λυσσασμένος.

Οι υπόλοιποι γύρω μου κοιμόντουσαν. Άρχισα να φωνάζω για να τους ξυπνήσω. Δεν ήθελα να μείνω μόνη μου στο σκοτάδι. Δεν ξυπνούσε κανείς. Έμεινα να φωνάζω βοήθεια στην παραλία, μόνη. Αποφάσισα να βουτήξω στη θάλασσα, ήθελα να ξεπλύνω την πληγή. Πέταξα τα ρούχα από πάνω μου. Άρχισα να πλένω με νερό την πληγή στο πόδι. Έμεινα γυμνή και κλείνοντας σφιχτά τα αυτιά μου, έκανα ένα μακροβούτι. Δεν πέρασε πολύ ώρα και άρχισα να ακούω τις φωνές που λέγανε μέσα στο νερό. Ήταν περίεργοι ήχοι, δεν μπορούσα να καταλάβω αν μου έκανε κάποιος πλάκα και γελούσε μαζί μου ή αν είχα αρχίσει να το χάνω. Μου έλεγε να πάω στη σπηλιά για να σώσω τη Τζένη. Και ότι αν δεν πάω, θα την πάρει ο μπαμπάς της μαζί του.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει, δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Αποφάσισα με το φως του ήλιου να βγω απ’ τη θάλασσα και να πάω με τη Βούρτσα στη σπηλιά. Δεν ήξερα που ακριβώς ήταν η σπηλιά, αλλά μάλλον ήξερε πολύ καλά η Βούρτσα. Έτρεχε μερικά μέτρα μπροστά μου και μετά από λίγο ερχόταν να με ξαναβρεί για να πάμε ξανά μερικά μέτρα μαζί και να τρέξει πάλι και πάλι πίσω. Μόλις είδα τη σπηλιά, έρχομαι φώναξα στη Βούρτσα μην ανησυχείς. Μόλις έφτασα είδα τη Τζένη κρεμασμένη από την κορυφή της σπηλιάς και ένα χελιδόνι να κάθεται στον αριστερό της ώμο. Τα άλλα παιδιά ανάσκελα κοιμισμένα γύρω της. Άρχισα να κλαίω, άρχισα να ουρλιάζω, δεν θυμάμαι τίποτα απ’ όσα έγιναν μετά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ξεκούρδιστη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής