Καταχανάδες

0
240

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1000_F_323083872_30OUAQZYyxT5X7WCSUhHM0gFN8gk8lu1.jpgαπό τον Δημήτρη Λιμνιώτη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η νύχτα μ’ υποδέχεται σιωπηλή και τ’ Άγιο φεγγάρι κυκλωμένο ένα τεράστιο φωτοστέφανο. Ο κόσμος, μισός κρυμμένος στην αχλή, ησυχάζει. Όλος ο κόσμος εκτός από μένα. Στέκω παράμερα, πίσω απ’ τη γωνιά του παλιού μπαρμπέρικου και περιμένω καρτερικά να Την συναντήσω. Είναι μέρες τώρα που βλέπω να σουλατσάρει και να παίζει μ’ αγνώστους. Πότε με τον ένα και πότε με τον άλλον. Έπειτα φεύγει για ώρες μαζί του, ώσπου να επιστρέψει ξανά στο ίδιο δρομολόγιο. Δε γνωρίζω ποιος είναι ο σκοπός της, για ποιον λόγο εμφανίζεται κι εξαφανίζεται ανεξήγητα. Σήμερα όμως θ’ απαιτήσω τις απαντήσεις που δικαιούμαι. Αυτές που έπρεπε να μου ‘χει δώσει καιρό πριν, όταν έγινε καπνός και…

Την ψάχνω ένα χρόνο και σαν λαγωνικό κυνηγάω τ’ άρωμά της απ’ άκρη σ’ άκρη στον γαμημένο αυτόν τόπο. Την βρήκα δυο-τρεις φορές, μα χάθηκε ξανά. Τώρα βρίσκεται εδώ κι είμαι αποφασισμένος να της μιλήσω, να καταλάβω.

Μένω ακίνητος κι αφουγκράζομαι τον ρυθμικό ήχο των τακουνιών στα πλακάκια. Το βήμα της λίγο βιαστικό, λίγο ξέγνοιαστο. Σε τσάκωσα!

«Καιρό έχουμε να τα πούμε, Αγγέλα».
«Εσύ;»
«Τι υποδοχή είν’ αυτή;»
«Πώς με βρήκες;»
«Ακολούθησα τα πρωτοσέλιδα. Δεν ήταν εύκολο και δε στο κρύβω, αρκετές φορές είπα να τα παρατήσω. Συνέχισα όμως και να!»
«Τελοσπάντων, με βρήκες, τι θέλεις;»
«Θέλω την αλήθεια Αγγέλα! Εδώ κι έναν ολόκληρο χρόνο γυρίζω σαν χαμένος. Δεν έχω άλλον να ρωτήσω. Πρέπει, τ’ ακούς, πρέπει να με βοηθήσεις να καταλάβω!»
«Σσσσς, μη φωνάζεις γαμώτο! Καλύτερα να τα παρατήσεις. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει κάτι να κάνεις. Στο λέω, καλύτερα να φύγεις».
«Με διώχνεις;»
«Δεν έχω χρόνο, πρέπει να επιστρέψω».
«Σ’ Αυτόν;»
«Μη με πιέζεις!»
«Σ’ Αυτόν;»
«Ναι λοιπόν, σ’ Αυτόν. Φύγε!»
«Δε σ’ αφήνω μέχρι να μάθω την αλήθεια, Αγγέλα. Πες μου για χάρη του παλιού καλού καιρού».
«Νομίζεις πως συνάντησή μας ήταν δική μου απόφαση; Πόσο αφελής είσαι; Εκείνος μ’ έβαλε να ψάξω, να βρω έναν κατάλληλο. Έτυχε να είσαι συ. Καταλαβαίνεις; Έτυχε».

«Μάλιστα…» Χαμήλωσα το βλέμμα. Αυτό περίμενα ν’ ακούσω τόσο καιρό; Πως είμαι αποτέλεσμα τύχης; Κι όμως, θα ορκιζόμουν, πως το βράδυ που πέρασα μαζί της νιώσαμε τα ίδια πράγματα. Το πάθος της, εκείνη η λύσσα είναι αδύνατο να ήταν ψεύτικη.

«Δε σε πιστεύω!», της είπα κι άρπαξα το χέρι της.
«Άφησέ με σε παρακαλώ», μου λέει κι όμως, η αντίστασή της μειώνεται.
«Όχι!»
«Παράτα με!»

Την κοιτάζω στα μάτια. Όχι, δε θα υποχωρήσω. Άλλωστε, τι έχω να χάσω μετά από τόσο καιρό; Εκτός από Εκείνη δε μου ‘χει μείνει τίποτα. Αν κι Αυτή είναι ένα τίποτα τότε τα ‘χω χάσει όλα μια και καλή. Την τραβάω κοντά μου, αντιστέκεται, δοκιμάζω ξανά. Για μία ακόμη φορά τα χείλη μας έρχονται μια ανάσα απόσταση και κοιτάζω βαθιά στα μάτια της, για να καταλάβω, αν λέει αλήθεια ή όχι.

Το φιλί της είναι βαθύ και υγρό. Όπως τότε. Μυρίζει μάνγκο, όπως τότε και η σάρκα της καίει το ίδιο.

Πώς πέρασε τόσος καιρός κι όμως, μοιάζει μια στιγμή, μια στιγμή μονάχα από τότε που πάτησα το πόδι μου στο νησί.

~~{}~~

Ένα χρόνο νωρίτερα.

Μ αρέσουν οι δρόμοι που τρέχουν, το νόστιμο φαγητό κι οι όμορφες γυναίκες. Λίγες ώρες μόνο στην Κρήτη και βρήκα τα δύο πρώτα. Ο χρόνος ήταν λιγοστός κι η σαγήνη θέλει, αυτό που λέμε, σιγανό μαγείρεμα.

Από τη στιγμή που φορτώθηκα στο παλιό αγροτικό του Μανώλη, εκείνος μιλάει ακατάπαυστα, χωρίς να καταλαβαίνω πολλά απ’ όσα λέει, κι εγώ κοιτάζω τον ανηφορικό δρόμο που φιδογυρίζει στον Ψηλορείτη. Προορισμός μας το χωριό Βενί. Ένας ορεινός οικισμός με λίγους κατοίκους, που ζουν τον τελευταίο καιρό μέσα στον τρόμο.

Κάθε φορά η ίδια ιστορία· κάπου, κάπως εμφανίζεται κάτι και κάποιοι τρέμουν στην ιδέα, πως αυτό το Κάτι θα τους κάνει κακό. Άλλοτε τον φόβο εξαφανίζει ένας παπάς, λέγοντας τα μαγικά του, αφού η πίστη είναι πανάκεια για τους χειρότερους εφιάλτες. Άλλες πάλι φορές, ο φόβος χάνεται με τον ίδιο τρόπο που ήρθε, ξαφνικά κι αναίτια. Σε κάποιες ελάχιστες όμως περιπτώσεις, ένας άγνωστος σηκώνει το τηλέφωνο καλεί με αγωνία έναν άλλον, προκειμένου να λυτρωθεί απ’ τη μαλακία, που είναι καρφωμένη στο φτωχό του μυαλό.

Εγώ είμαι ο Άλλος. Ο τύπος που σηκώνει το τηλέφωνο κι απαντάει στον τρομαγμένο. Κάποιοι αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τον θάνατο, άλλοι τις γεννήσεις, τους γάμους ή τα παιδικά γενέθλια. Εγώ, τον φόβο και τη γελοιότητα της ανθρώπινης φύσης. Είναι και τα δύο ανεξάντλητα και μου προσφέρουν μία εξαιρετική ευκαιρία να με τον τρόπο που γουστάρω.  Ο ανθρώπινος φόβος έχει πάντα τις ίδιες αιτίες· την αφέλεια και την αμορφωσιά και τη γελοιότητα της ανθρώπινης φύσης. Ο φόβος για το μεταφυσικό. Εκείνο που είναι αδύνατο να εξηγηθεί και κάνει κάθε χωριάτη να χέζεται πάνω του. Στοιχειωμένα σπίτια και παλιά νεκροταφεία. Σπηλιές, γκρεμοί, ποτάμια και ναυάγια ξερασμένα σ’ απόμερες παραλίες. Ο θρύλος του Μπαμπούλα υπάρχει και θα υπάρχει παντού. Είναι ο ίδιος που παραφιλάει τις νύχτες μέσα απ’ την μισάνοιχτη πόρτα της ντουλάπας. Είναι ο ίδιος, που γεμίζει τις τσέπες μου με γλυκό, ζεστό κι εύκολο παραδάκι.

«Καταχανάς! Βρουκόλακας!», μουρμούρισε ο Μανώλης δίπλα μου.
«Τι;»
Έσβησε τη μηχανή του οχήματος και τράβηξε χειρόφρενο.

Στο καφενείο του χωριού είναι όλοι μαζεμένοι και με περιμένουν. Ο Μεσσίας τους, ο άνθρωπος που θα τους γλιτώσει απ’ την αγωνία. Κούνια που τους κούναγε.

Η ιστορία είναι σύντομη, περιεκτική κι επαρκώς γελοία για να την αναλάβω αμέσως. Στο χωριό κυκλοφορεί ένας βρυκόλακας. Ένας που έχει καταχανέψει, όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τους νεκροζώντανους. Καταχανάδες, λένε και ξαναλέν κι η ρακί, παρέα με μπόλικους μεζέδες, ρέει άφθονη. Οι Καταχανάδες είναι άνθρωποι που θάφτηκαν σε χώμα ελαφρύ, αδιάβαστο. Ξυπνάν τα βράδια και βγαίνουν απ’ τους τάφους τους, μήπως και βρουν το επόμενο θύμα. Πίνουν μόνο αίμα. Το στραγγίζουν απ’ το κορμί όσων τυγχάνει να βρεθούν στο δρόμο τους. Για κάποιον περίεργο λόγο, έχουν μεγάλη αγάπη στα νιόπαντρα ζευγάρια και δε διστάζουν να επιτεθούν και να τα κομματιάσουν. Δεν κάνουν όμως διακρίσεις κι έπρεπε να μάθω αναλυτικά για τον χαμό όσων πήρε ο Διάολος.

Ο Γιώργης, ένα νεαρός βοσκός, χάθηκε, εξαφανίστηκε πριν ένα χρόνο απ’ αυτά τα κορφοβούνια και δε βρέθηκε ποτέ. Γελάω μέσα μου! Πόσο περίεργο είναι γι’ αυτά τα μέρη να χαθεί κάποιος που γυρίζει μόνο στα γκρέμια της περιοχής;

Έπειτα ακολούθησε ο Πετρής. Αυτός τα κοπάνησε στο Ρέθυμνο κι επέστρεφε σπίτι. Δε γύρισε ποτέ. Τ’ αμάξι του βρέθηκε άδειο στη μέση του δρόμου και πάλι δίπλα στις απόκρημνες πλαγιές του Ψηλορείτη. Περνάω τις ώρες της ζωής μου. Τα τρομαγμένα βλέμματα των χωριανών με διασκεδάζουν αφάνταστα. Σκέφτομαι αν είναι δυνατό να βγάζω μία μικρή περιουσία απ’ την αφέλεια αυτών των ανθρώπων.

Ακολούθησε ένας πιτσιρικάς, που δε θυμάμαι τ’ όνομά του και πολλά κατσίκια. Αν, λένε, ο Καταχανάς δε βρίσκει ανθρώπινο αίμα, το ρίχνει έξω πίνοντας των ζώων.

Τι αστειότητα, Θεέ μου!

Μιλάω μίλησα με τον Δάσκαλο του χωριού, τον Πρόεδρο και τον Παπά. Όπως ακριβώς συμβαίνει στις παλιές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Τους ξεκαθαρίζω πως δουλεύω μόνο με τα μισά μπροστά και με βεβαιώνουν, ότι θα έχω τα τρία χιλιάρικα την επομένη πρωί-πρωί. Υπόσχομαι να τους βοηθήσω και φεύγω για το δωμάτιό μου.

~~{}~~

Είναι τρεις τα ξημερώματα και πετάγομαι απ’ το κρεβάτι με κομμένη ανάσα. Ο ιδρώτας έχει μουσκέψει τα σεντόνια κι ανασαίνω, σα να έτρεξα μόλις κατοστάρι. Το μόνο που θυμάμαι είναι τα μάτια. Εκείνα τα κόκκινα, γουρλωμένα μάτια γεμάτα αίμα και μίσος. Βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες ενός αποστεωμένου κρανίου, γεμάτο ουλές και μεγάλα αποστήματα.

Το παράθυρο είναι ανοιχτό και η κουρτίνα ανεμίζει.

Το είχα κλείσει, είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Το τελευταίο που έκανα πριν πέσω για ύπνο, ήταν να κλείσω καλά το παράθυρο. Δε μπορεί να κάνω λάθος. Ποιος τ’ άνοιξε; Γαμώ την πουτάνα μου, ποιος τ’ άνοιξε; Σύνελθε! Απλά είσαι κουρασμένος. Ένας εφιάλτης ήταν. Μ’ όλες αυτές τις μαλακίες που ακούς, έχει πάθει το μυαλό σου. Σύνελθε!

Έχει τύχει κι άλλες φορές, παλιότερα. Ο τρόπος που ζω, η δουλειά, είναι μοιραίο να μ’ επηρεάζουν. Δε δίνω άλλη σημασία και πέφτω για ύπνο.

~~{}~~

Στο νεκροταφείο του χωριού δεν έχει πάνω από εκατό τάφους όλους κι όλους.

«Τι κάνουμε τώρα;», με ρωτά ο Μανώλης, που πλέον έχει γίνει κάτι σαν συνοδός μου.
«Περιμένετε!»

Σκύβω κι ανοίγω την τσάντα με τα σύνεργα θανάτωσης βρυκολάκων. Το περιεχόμενό της απλό. Ένα γυάλινο δοχείο, ένα κουτάκι με ταινίες μέτρησης ζαχάρου, έναν μεγεθυντικό φακό, μία ξύλινη σφήνα, ένα σπρέι σκόρδου από το Σέιν, ένα σπρέι με, δήθεν, αγιασμό, μία συσκευή εντοπισμού φαντασμάτων, κινέζικο παιχνίδι κι αυτό απ’ το ίντερνετ. Επίσης, ένα ζευγάρι ακουστικά, έναν μεταλλικό σταυρό, ένα τετράδιο μ’ εξορκισμούς στα λατινικά απ’ το Μοναστηράκι και… μία Βίβλος, απ’ τη βιβλιοθήκη της μάνας μου.

«Διάλε τσ’ απολυμάρες σου!», φωνάζει ο Μανώλης, βλέποντας το περιεχόμενο της τσάντας.
«Επαέ!», φωνάζει κι ο Παπάς, που στεκόταν με τον Δάσκαλο πάνω από έναν τάφο.

Αν κι ο μόνιμος κάτοικος του ακινήτου έχει πεθάνει εδώ και δέκα χρόνια, το χώμα μοιάζει φρεσκοσκαμμένο.

«Απομακρυνθείτε παρακαλώ κι αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου».
«Ίντα;», με ρωτάει ο Παπάς μ’ ενδιαφέρον.
«Αυτό είναι δικό μου θέμα Πάτερ. Απομακρυνθείτε παρακαλώ».
«Κοίτα να τον ξεκάμεις τον Καταχανά».
«Θα προσπαθήσω».

Πρώτα βάζω λίγο απ’ το χώμα στο γυάλινο βαζάκι και καρφώνω πάνω του μία απ’ τις ταινίες μέτρησης. Περιεργάζομαι προσποιητά το περιεχόμενο με τον φακό κι έπειτα στάζω μερικές σταγόνες, δήθεν, αγιασμό και ψεκάζω σκόρδο. Ανοίγω σε μία τυχαία σελίδα τους λατινικούς εξορκισμούς και διαβάζω μερικές σειρές. Η ησυχία έκανε τη φωνή μου πιο δυνατή κι απόκοσμη. Πρώτος κανόνας του εξορκιστή· δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.

Η παράσταση συνεχίζεται μέχρι που γονατίζω κι ακουμπώ τις παλάμες μου στο φρέσκο χώμα. Το μυαλό μου αστράφτει, σαν φλας φωτογραφικής μηχανής.

Τρέχω νύχτα σ’ έναν έρημο δρόμο και μπορώ ξεκάθαρα ν’ ακούσω την ανάσα μου. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή στον λαιμό. Σκοντάφτω, πέφτω και σηκώνομαι ξανά. Ένα διαρκές κι αγωνιώδες τρεχαλητό.

Πίσω μου!
Κάτι βρίσκεται πίσω μου!
Κάτι με κυνηγά!
Θα με πιάσει!

Μία στιγμή μόνο γυρνάω το κεφάλι μου και τον βλέπω. Μία σκιά μέσα στις σκιές. Το μόνο που λάμπει στο πρόσωπό του είναι εκείνα τα φοβερά ματωμένα μάτια. Δεν πατά στη γη, τα πόδια του κυλάν πάνω της, σα να τον σπρώχνει ο αέρας του βουνού. Με πλησιάζει όλο και περισσότερο και ‘γω παλεύω να ξεφύγω τρέχοντας σαν τρελός στην πλαγιά, μέσα στις πέτρες και τα δέντρα. Κάποια στιγμή δεν αντέχω, τα πνευμόνια μου καιν, ξεμένω απ’ αέρα κι πέφτω κατάχαμα. Κοπανάω με δύναμη το κεφάλι μου κι αμέσως γεύομαι τη μεταλλική γεύση του αίματος. Κοιτάζω προς τα πάνω.

Η σκιά στέκεται εκεί και με κοιτάζει. Είμαι σίγουρος πως χαμογελάει, μα δε θέλω να δω το χαμόγελό. Μία σκέψη έχει κυριεύσει την ψυχή μου κι είμαι βέβαιος πια, Απόψε θα πεθάνω!

Σκύβει αργά πάνω μου και, μα τον Θεό, με καλύπτει ολόκληρο. Ανοίγει τα χέρια του διάπλατα και με γραπώνει με δύναμη. Τότε, όταν πλησιάζει, αποκαλύπτεται η μορφή του· γεμάτη πληγές, με γουρλωμένα μάτια κι ένα πελώριο στόμα, απ’ το οποίο εξέχουν τεράστιοι, δύο μυτεροί κυνόδοντες. Το ανοίγει ακόμα περισσότερο κι η ανάσα του βρωμάει ψοφίμι.

Ετοιμάζεται να με καταβροχθίσει.

«Ξύπνα, ξύπνα κουζουλέ, ξύπνα μη σε πάρ’ ο Διάολος!», άκουσα τον Μανώλη να μου φωνάζει.

Άνοιξα τα μάτια μου και τους είδα όλους από πάνω.

«Τι, τι έγινε;», κατάφερα να ψελλίσω.
«Έπεσες χάμω τσε γύρισαν τα μάτια σου καημένε!», φώναξε ο Δάσκαλος.
«Τι έπαθα;»
«Έπεσες, πώς το λεν, ξεράθηκες τσε άρχισες να σπαρταράς ως σαν το ψάρι».
«Φέρτε του λίγο νερό μωρέ!», φώναξε κι ο Πρόεδρος.
«Αφήστε μόνο λίγο να ηρεμήσω».

~~{}~~

Αν πιστεύω στον Θεό; Όχι! Ο Θεός κι ο Σατανάς υπάρχουν ακριβώς με τον τρόπο που υπάρχει κι ο Άγιος Βασίλης. Αυτός ο Αμερικανός της Κόκα-Κόλα. Πιστεύω στο μεταφυσικό; Όχι φυσικά! Έχω βγάλει αρκετά γυρίζοντας τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη και κάθε, μα κάθε φορά αντιμετωπίζω την ίδια ιστορία. Κάθε φορά, μερικοί αφελείς κι αμόρφωτοι θέλουν να πιστέψουν στο μεταφυσικό. Σ’ αυτό που τους είναι ανεξήγητο κι αλήθεια, πόσα είναι ανεξήγητα σε κάποιον που πιστεύει στα μάγια, στο μάτι, στο φρύδι, στα χαρτιά, στους καφέδες, τα κόκαλα του κοτόπουλου και πάει λέγοντας…

Βγαίνω απ’ το δωμάτιο όταν είναι πια αργά τ’ απόγευμα κι μαθαίνω για το σούσουρο που έχει γίνει, εξαιτίας των συμβάντων στο νεκροταφείο. Δεν αντιδρώ. Έτσι κι αλλιώς μια ευκαιρία ψάχνουν για το ρίξουν στα πνεύματα και τις δυνάμεις του κακού. Όσο για μένα, η κατάσταση με βολεύει απίστευτα!

Νιώθω κομμάτια και με το ζόρι σέρνω τα πόδια μου. Δε θα πω ψέματα, οι πρωινές εικόνες μ’ έχουν στοιχειώσει. Θα πρέπει οπωσδήποτε, μετά απ’ αυτή τη δουλειά, να κάνω ένα μεγάλο διάλειμμα. Έχω μαζέψει αρκετά για να πάω σ’ έναν ηλιόλουστο παράδεισο και να την βγάλω με πολυτέλεια, μόνος, χωρίς να με πρήζει κανείς για ξωτικά και δαίμονες και μάγια.

Σήμερα δε θα κάνω τίποτα. Θα καθίσω στον γάμο να τα πιω και μετά νανάκια. Όσο για τους νεκρούς και τους ζωντανούς, να πάνε όλοι να γαμηθούν!

Υποχρεωτικά κάθομαι στο τραπέζι μαζί με τους υπόλοιπους της παλιάς ελληνικής ταινίας και τις οικογένειές τους. Ο ήλιος κρατάει ακόμα κι η πλατεία έχει στρωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη. Μερικοί μουσικοί κουρδίζουν τα όργανα, κορίτσια κι αγόρια στήνουν τα τελευταία τραπέζια. Στην μία άκρη ψήνονται μερικά αντικριστά κατσίκια και στην άλλη σιγοβράζουν τεράστιες κατσαρόλες.

Το κεφάλι μου βουίζει σα μελίσσι και δε μπορώ ν’ ακούσω τη σκέψη μου, ούτε και τη φωνή του Δασκάλου, του Προέδρου και των υπολοίπων γύρω. Μου μιλάν συνέχεια, δίχως να μπορώ να τους απαντήσω. Νιώθω καταβεβλημένος, με μία αίσθηση, που ’χει τη γεύση του μακάβριου.

Μόνον όταν αρχίζω να πίνω καθαρίζει λίγο το μυαλό μου και νιώθω τον οισοφάγο μου καθαρό απ’ την στυφή γεύση του θανάτου. Ο γαμπρός κι η νύφη χορεύουν στη μέση και τριγύρω τους γυναίκες κι άντρες με παραδοσιακές στολές, κινούνται κυκλωτικά στους ρυθμούς του πεντοζάλη. Μοιάζει με τίποτα να μην έχει συμβεί. Ακόμα κι η παρέα μου διασκεδάζει με φωνές και γέλια. Ευτυχώς μ’ έχουν αφήσει στην ησυχία μου, ν’ ασχολούμαι αποκλειστικά και μόνο με το πιοτό, μέχρι που το βλέμμα μου θολώνει και βυθίζομαι σε μία βολική μακαριότητα.

Θα πρέπει να έμεινα σ’ αυτή την κατάσταση για ώρες, αφού τώρα πια βλέπω το ζευγάρι ν’ αποχωρεί μέσα σε τυμπανοκρουσίες και χειροκροτήματα. Πηγαίνουν στο σπίτι για την πρώτη νύχτα του γάμου, για το πρώτο μεταγαμιαίο, τρικούβερτο γαμήσι. Τυχερός ο τύπος, η νύφη είναι κούκλα. Τυχερός ο πούστης. Σήμερα θα ήθελα να ‘ μουν στη θέση του. Ένα καλό πήδημα θα ήταν ότι πρέπει για να πάρω τα πάνω μου, που τέτοια τύχη όμως εδώ, στη μέση του πουθενά.

«Εσείς είστε ο άνθρωπος που θα μας γλιτώσει;»
«Από τι;» την ρωτώ με αφέλεια.
«Μα απ’ τα τέρατα φυσικά!», λέει και μου χαμογελάει περιπαιχτικά.

Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά.

«Αγγέλα», λέει και σηκώνει το ποτήρι της. Απαντάω με τσούγκρισμα και χαμόγελο.
«Σας αρέσει ο τόπος μας;»
«Ναι, όμορφος είναι».
«Ξέρετε…»
«Μπορείς να μου μιλάς στον ενικό».
«Ξέρεις, εδώ οι άνθρωποι είναι πολύ προληπτικοί. Φταίει η απομόνωση. Το χωριό είναι πλέον γεμάτο γέρους, που φτύνουν τον κόρφο τους όταν βλέπουν μαύρη γάτα. Νομίζω τζάμπα ήρθες».
«Τι εννοείς;»
«Είναι μάλλον αδύνατο να βρεις το τέρας που ψάχνεις. Όχι εδώ τουλάχιστον. Βλέπεις, ο τόπος είναι γεμάτος θρύλους για τους παλιούς. Οι νεότεροι δε δίνουμε την παραμικρή σημασία σ’ αυτά τα παραμύθια».
«Και είσαι σίγουρη πως πρόκειται για παραμύθια;»
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Χάνεις τον χρόνο σου ψάχνοντας μάγισσες με σκουπόξυλα».
«Μήπως είσαι μάγισσα και προσπαθείς να με πείσεις πως δεν υπάρχεις;»
«Σου μοιάζω για μάγισσα;»
«Είσαι;»
«Είμαι!» γελάει με την ψυχή της.
«Ας πιούμε σ’ αυτό!», τσουγκρίζω ξανά το ποτήρι μου και κατεβάζουμε ταυτόχρονα, μονορούφι τη ρακί.

Η Αγγέλα, είναι μια γυναίκα από διπλανό χωρίο, φίλη της νύφης. Ξανθιά με παράφορο βάψιμο στο πρόσωπο και κατακόκκινα χείλη. Δεν ξέρω αν φταίει το πιοτό, μα φαίνεται πολύ όμορφη. Τουλάχιστον ομορφότερη απ’ τις περισσότερες χωριάτισσες στην πλατεία.

Μιλάμε για ώρα. Μου λέει την ιστορία της, χωρισμένη μ’ ένα παιδί πέντε χρονών, το άφησε απόψε στη μάνα της. Χορεύουμε για ώρα, αντικριστά. Ο κόσμος όλος στροβιλίζεται γύρω μας. Κοιτάζω τα στήθια της ν’ ανεβοκατεβαίνουν μέσα απ’ το ντεκολτέ του μαύρου φορέματος και τα πόδια της να χτυπάν τα ψηλά τακούνια στα πλακάκια.

Επιστρέφουμε στο τραπέζι και συνεχίζουμε το πιοτό. Τώρα μόλις παρατηρώ, πως οι περισσότεροι έχουν αποχωρήσει. Μόνο λιγοστές παρέες έχουν μείνει, οι γονείς του ζευγαριού κι οι μουσικοί. Η παρέα της παλιάς ελληνικής ταινίας είναι άφαντη.

«Μάλλον πρέπει να φύγω», μου λέει η Αγγέλα.
«Πού θα πας;»
«Στο σπίτι μου φυσικά! Πού αλλού;»
«Δεν πας πουθενά!»
«Και τι θα κάνω εδώ;»
«Θα μείνεις μαζί μου».
«Μαζί σου; Με τι δικαιολογία;»
«Μόνο εγώ μπορώ να σε προστατέψω απ’ τα τέρατα, δεν είπαμε; Θα ήταν κρίμα να σε φάει ο Μπαμπούλας».
«Αυτό είναι αδύνατο! Οι μπαμπούλες δεν αγγίζουν τις μάγισσες. Οι μάγισσες είναι πιο δυνατές».
«Αυτό μπορούμε να το δούμε».
«Με ποιον τρόπο;»
«Ξέρεις, πρέπει να σου αποκαλύψω κάτι», της ψιθυρίζω στ’ αφτί.
«Τι;», γυρίζει και με κοιτάζει. Τα χείλη μας βρίσκονται μία ανάσα απόσταση.
«Είμαι ο Μπαμπούλας».

~~{}~~

Το δέρμα της με καίει έτσι που τρίβεται με μανία πάνω στο δικό μου. Μυρίζει κάτι εξωτικό, μάνγκο; Δεν υπήρξε στιγμή τρυφερότητας ανάμεσά μας. Είμαι πνιγμένος με τα στήθια της, καθώς εκείνη ανεβοκατεβαίνει δυνατά πάνω μου, τόσο που με πονάει. Είναι ο πόνος όμως ευχάριστος, λυτρωτικός, ένα υπέροχο μαρτύριο, μία χαρούμενη κάθοδος ίσαμε τις πύλες της Κόλασης. Μου ζητά να της σφίξω δυνατά τον κώλο, να δαγκώσω τις ρόγες της, να την πηδήξω πιο δυνατά. Κι εγώ υπακούω σαν υπνωτισμένος και κάνω ακριβώς όσα με διατάζει. Είμαι δικός της τώρα, μόνο για τώρα, είμαι αποκλειστικά δικός της. Τελικά είναι μάγισσα. Μια γαμημένη μάγισσα, που μ’ έκανε να την υπηρετώ. Να την γαμάω ξανά και ξανά, μέχρι να μη μπορώ άλλο και να πεθάνω.

Αγγέλα, άγγελος, τι ειρωνεία!

Πέφτουμε σχεδόν αναίσθητοι στο κρεβάτι και μας παίρνει ο ύπνος αμέσως.

~~{}~~

Τα μάτια, τα ματωμένα μάτια με κοιτάζουν. Είμαι ξαπλωμένος στο χώμα κι Αυτός πάνω μου. Σκύβει κι αρχίζει να τρέφεται απ’ τις σάρκες μου, να γλύφει και να ρουφάει από μέσα μου. Νιώθω το αίμα να λιγοστεύει και το κορμί να μουδιάζει. Σήμερα θα πεθάνω!

Τινάζομαι τρομαγμένος απ’ τους χτύπους στην πόρτα.

«Ξύπνα, ξύπνα, έλα γρήγορα, έγινε κακό!», ακούω τον Μανώλη να φωνάζει. Τρέχω και ανοίγω γυμνός.
«Τι έγινε ρε μαλάκα νυχτιάτικα;»
«Έγινε το κακό σου λέω! Ντύσου και φύγαμε. Μας περιμένουν!»
«Τι έγινε ρώτησα».
«Θα στα πω στο δρόμο!»

Ντύνομαι αλαφιασμένος, σε χρόνο ρεκόρ. Παίρνω την τσάντα με τ’ άχρηστα και…

Το κρεβάτι είναι άδειο. Θα ορκιζόμουν πως, όταν ξύπνησα η Αγγέλα ήταν δίπλα μου. Την άγγιζα, μ’ αγκάλιαζε. Ίσως πάλι να κάνω λάθος. Μάλλον έφυγε πριν ξυπνήσω. Χέστο!

Το ζευγάρι δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Αφού οι νιόπαντροι έφυγαν απ’ την πλατεία, εξαφανίστηκαν, έτσι απλά, χάθηκαν και μόνο ένα κομμάτι του νυφικού βρέθηκε, μέσα στα αίματα. Τώρα, όλο το χωριό ήταν στο πόδι. Με φακούς και καραμπίνες οι περισσότεροι έψαχναν για κάποιο ίχνος, που θα οδηγούσε στους χαμένους νέους.

«Πάμε στο νεκροταφείο», λέω στον Μανώλη χωρίς να ξέρω τον λόγο. Το τελευταίο μέρος που θα ‘θελα να βρίσκομαι ήταν εκεί.

Η μηχανή του παλιού αγροτικού έβηξε λίγο και σταμάτησε, με τα λάστιχα να σέρνονται πάνω στο χαλίκι.

«Έναν φακό γαμώ τη μάνα του!», στριγκλίζω στον Μανώλη κι αυτός μου δίνει τον δικό του.
«Θα μείνω εδώ να προσέχω. Πάνε μέσα τσε κάνε τα δικά σου»

Φεύγω αφηνιασμένος και χώνομαι στο νεκροταφείο απ’ τη σκουριασμένη καγκελόπορτα. Ξέρω που πάω. Πρώτη φορά ξέρω που πάω, που να κοιτάξω και… αλίμονο, είμαι βέβαιος γι’ αυτό που θ’ αντικρίσω. Είμαι τόσο σίγουρος πια, που ο τρόμος μουδιάζει το σαγόνι μου. Όλα γίνονται αστραπιαία και δεν προλαβαίνω να σκεφτώ. Η φθηνή μου τσάντα ανοίγει κι όλα τα σκουπίδια σκορπίζουν γύρω. Γάμα τα, έτσι κι αλλιώς είναι παντελώς άχρηστα.

Πλησιάζω το μνήμα και τα μάτια μου παγώνουν μπροστά στο θέαμα. Μπροστά στη μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, στο κεφάλι του τάφου.

Κοιτάζω το πρόσωπό Tου και δε μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος που γνωρίζω, για να εξηγήσω την κατάσταση, μα ως πιστός σκεπτικιστής, ακόμη και τώρα, παλεύω μέσα μου να την εξορθολογίσω. Η μάχη αυτή μου κάνει μεγαλύτερο κακό κι οι δυνάμεις μου μ’ εγκαταλείπουν, όσο Εκείνος στέκεται ακίνητος και με κοιτάζει σιωπηλός με το φοβερό του βλέμμα. Ίσα που διακρίνω μία ξανθιά, γυναικεία φιγούρα πίσω του. Είναι εκείνη. Η γυναίκα που μυρίζει μάνγκο. Δε με νοιάζει τώρα. Στ’ αρχίδια μου τα τροπικά φρούτα όλου του κόσμου, αφού η ύπαρξη μου είναι στραμμένη σ’ Αυτόν. Στρίβω το κεφάλι για να δω τριγύρω, μα τότε καταλαβαίνω, αλίμονο, πως είμαι μόνος! Ο Μανώλης έμεινε πίσω, ο αγιασμός ήταν νερό βρύσης κι ο σταυρός, άχρηστο παιχνίδι. Γαμημένα κινέζικα σκουπίδια. Ξαναγυρνώ γρήγορα μπροστά, στα ματωμένα μάτια, που νιώθω να βελονιάζουν σαν καρφιά το είναι μου.

Εμπρός στα πόδια του, πιστοί προσκυνητές, ίδιοι με σπασμένες κούκλες, το νιόπαντρο ζευγάρι. Μακελεμένο και πνιγμένο στο αίμα, που πηχτό στάζει σε βαριές σταγόνες κι απλώνεται αργά στο ξερό χορτάρι.

Καταφέρνω να ψελλίσω μόνο ένα τρεμάμενο Θεέ μου κι έπειτα σωριάζομαι χάμω, δίχως να το θέλω, σαν κάποιος να μου έκοψε τα πόδια με πριόνι.

Σήμερα θα πεθάνω! 

Προτού όλα χαθούν νιώθω ένα γλυκό δάγκωμα στον λαιμό και την αναπνοή του τέρατος, που τώρα μ’ έχει αγκαλιάσει και στραγγίζει τη ζωή από μέσα μου. Είμαι τόσο ανήμπορος ν’ αντισταθώ στον θάνατο. Αφήνομαι και στρέφω το κεφάλι μου στην Αγγέλα, που στέκει και με κοιτάζει, ολόγυμνη μέσα στο σκοτάδι. Μοιάζει μ’ άγαλμα. Κλείνω τα μάτια μου. Σκοτάδι

~~{}~~

Ο ήλιος έχει απ’ ώρα δύσει. Ήταν όλα ψέματα, παραμύθια; Παραισθήσεις ενός άρρωστου μυαλού; Αυτό είμαι τελικά, τρελός; Συνέβηκε κάτι απ’ όσα θυμάμαι ή όλα είναι δημιούργημα της φαντασίας μου; Πως βρέθηκα εδώ, μπροστά σ’ αυτό το ρυάκι και γιατί είμαι γυμνός; Που άφησα τα ρούχα μου;

Με κυκλώνει το φως ενός εκτυφλωτικού φεγγαρόφωτου κι όλα γύρω λάμπουν. Τα ήρεμα νερά, οι πέτρες κι οι κορμοί των δέντρων με τις πυκνές φυλλωσιές. Κοιτάζω τα χέρια και τα πόδια μου. Που είμαι; Ποιος είμαι; Πονάω, πόσο πονάω! Στρίβω τον λαιμό μου αριστερά και δεξιά. Ο πόνο χειροτερεύει. Ακουμπάω με την παλάμη μου τη μεγάλη, ανοιχτή πληγή στα δεξιά. Πότε χτύπησα;

Ένα θρόισμα ανεπαίσθητο. Σιγανό σύρσιμο, βήματα.

Γυρίζω ξαφνικά το κεφάλι μου! Ναι, το βλέπω, τ’ ακούω, το μυρίζω, σχεδόν το γεύομαι. Μπορώ ν’ ακούσω τους χτύπους της καρδιάς του. Μπορώ να δω τη φλέβα που χτυπά στον λαιμό του. Μπορώ ν’ μυρίσω το αίμα που κυλάει μέσα του. Άμοιρο ζώο, απονήρευτο, γεμάτο βραδινή δίψα και ήρθε να τη χορτάσει εδώ, δίπλα μου. Θα το λυπόμουν μα δε μπορώ. Θα έφευγα, θα χανόμουν όσο πιο γρήγορα γίνεται για να μην το ενοχλήσω, μα δε μπορώ. Υπάρχει πια κάτι άλλο που μ’ ορίζει, κάτι πιο δυνατό. Κάτι πανίσχυρο, που θα μπορούσα και να σκοτώσω για να το ξεδιψάσω.

Ορμάω άγρια πάνω του με το στόμα ορθάνοιχτο και τους δύο μυτερούς μου κυνόδοντες έτοιμους!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

το διήγημα έγραψε ο Δημήτρης Λιμνιώτης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.