Ο θεός στο Άγιο Όρος

0
601

Το πρώτο μέρος εδώ Ένας εξωγήινος στο Άγιο Όρος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πέρα από τον σερ Γκίνσμπεργκ, τον καλόγερο που εξαρχής καταλάβαινες ότι ανήκει στο τρίτο φύλο (ας τον ονομάζουμε Γρηγόριο) και τον Παοκτζή (αυτόν θα τον λέμε έτσι), την παρέα συμπλήρωσαν άλλοι δύο καλόγεροι, όχι τόσο εντυπωσιακοί όσο οι δύο πρώτοι, κι ένας ακόμα πολίτης, ο οποίος όταν είδε τον Αδάμ είπε χαμογελώντας ερωτικά: «Α, πάτερ, δε μας είπατε ότι θα είχαμε παρέα.»

Βολευτήκανε όλοι στην τραπεζαρία και ο Γρηγόριος ξεκίνησε να σερβίρει. Η κουβέντα δεν είχε να κάνει με θεολογικά ζητήματα ούτε με κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Αφορούσε κυρίως στις δουλειές τους (κάθε καλόγερος κάνει κάποια εργασία) και κακεντρεχή σχόλια για άλλους μοναχούς (ελληνιστί κουτσομπολιό). Φυσιολογικοί άνθρωποι, με άλλα λόγια.

Κάποια στιγμή ο Αμβρόσιος είπε στον Αδάμ την ιστορία του σερ. Εκείνος ήταν ψυχολόγος που ζούσε και εργαζόταν στην Αγγλία. Σε μεγάλη ηλικία (σαράντα χρονών ήταν μεγάλη ηλικία για τον εικοσάχρονο Αδάμ) τα παράτησε όλα και μπήκε στο Άγιο Όρος.

Τότε ο Αδάμ, που όπως έχετε καταλάβει έκανε συνέχεια ηλίθιες ερωτήσεις, ρώτησε τον σερ:
«Και πώς αποφασίσατε να απαρνηθείτε τα εγκόσμια;»

Εκείνος απόρησε.

«Δεν τα απαρνήθηκα», είπε. «Άμα ήξερα πόσο ωραία είναι εδώ στο Όρος θα είχα έρθει πολύ νωρίτερα.»

Μόνο τότε ο Αδάμ συνειδητοποίησε ότι περνούσαν καλά εκεί. Είχαν όλοι δουλειά και σπίτι, μαζεύονταν για να πίνουν το κρασάκι τους, δεν ανησυχούσαν για την οικονομική κατάσταση της χώρας (αν και τότε κανείς δεν ανησυχούσε, πέρα από τους διορατικούς ανθρώπους που έβλεπαν τον τυφώνα να έρχεται.)

Κι αν το δούμε λίγο φαλλοκρατικά δεν είχαν να ανησυχούν για το πώς θα γοητεύσουν μια γυναίκα, πώς θα βρουν τα χρήματα για να φτιάξουν τη φωλιά τους, πώς θα καταφέρουν ν’ αναθρέψουν τα μικρά τους.

Ήταν έξω από τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα κανείς δεν μπορούσε να τους κατηγορήσει ότι ήταν απολιτικοί και φιλοτομαριστές, ούτε αντικοινωνικοί και μισάνθρωποι, αφού είχαν αφοσιωθεί στο θεό.

Φυσικά όταν υπηρετείς το θεό αδιαφορώντας για τους ανθρώπους που πεθαίνουν εκεί έξω δεν είσαι ακριβώς χριστιανός –όσο κι αν θες να το πιστεύεις.

~~

Μην τους πετάτε πέτρες. Όλοι ξέρουμε ότι τα κατοικίδια μας τρώνε καλύτερα από πολλούς ανθρώπους. Και τώρα πια όχι μόνο σε εκείνον τον μακρινό πλανήτη που λέγεται Τρίτος Κόσμος, αλλά και λίγα τετράγωνα πέρα από το σπίτι μας.

Ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ανθρωπιστές (κάποιοι από εμάς, άλλοι είναι πιο κυνικοί), αλλά ο ανθρωπισμός μας τελειώνει εκεί που αρχίζει το τσόφλι του αυγού μας.

Γιατί είμαστε μέσα στο Αυγό –Σόλων, μωρό μου, Λουκά, μωρό μου- και τρεφόμαστε από τις σάρκες των πεποιθήσεων μας. Πολύ συχνά και από τις σάρκες των συνάνθρωπων μας. Εθελοτυφλώντας.

~~

Το κρασί (ένα μπρούσκο που ο Αδάμ βλέπει ακόμα στα όνειρα του) έρεε άφθονο και η παρέα είχε γίνει λαλίστατη. Ο πολίτης απέναντι από τον Αδάμ τον κοιτούσε τρυφερά. Ο Παοκτζής μονοπολούσε το ενδιαφέρον του Αμβρόσιου και ο σερ έλεγε αστεία.

Ο Γρηγόριος δεν είχε κάτσει ούτε για ένα λεπτό. Σέρβιρε, μάζευε πιάτα, έτρεχε στο γέροντα όταν ακουγόταν ο βήχας του, γύριζε και συνέχιζε το συμμάζεμα.

Όταν ξεκίνησε να πλένει τα πιάτα ο Αμβρόσιος του είπε να κάτσει λιγάκι κι εκείνος απάντησε:
«Δεν μπορώ να τα βλέπω έτσι βρώμικα».

Ο Αδάμ θυμήθηκε την ψυχαναγκαστική γιαγιά του.

Κάποια στιγμή ο Γρηγόριος εξαφανίστηκε και όταν γύρισε… Έκπληκτος τον είδε να μπαίνει στην κουζίνα με μια βελούδινη ελαστική πιτζάμα, σε μωβ χρώμα.

«Σας αρέσουν οι καινούριες μου πιτζάμες;» ρώτησε γελώντας.

Σε όλους άρεσαν, εκτός από τον Αδάμ, που προσπαθούσε να μη δείχνει τη σαστιμάρα του.

Ο Αμβρόσιος τεντώθηκε και προσπάθησε να πιάσει το Γρηγόριο που ξέφυγε σαν το χέλι.

«Κάτσε να την πιάσω λίγο, μωρή», του είπε και όλοι γέλασαν.

~~

Μετά από λίγο οι τρεις καλόγεροι  ευχαρίστησαν και έφυγαν τρεκλίζοντας.

Ο Αδάμ αποφάσισε ότι είχε δει αρκετά για μια μέρα και ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε για ύπνο (προς μεγάλη απογοήτευση του πολίτη που τον μάτιαζε όλη την ώρα).

Καθώς περνούσε έξω από το δωμάτιο του γέροντα άκουσε εκείνον τον περίεργο ήχο, που κάποτε ήταν φωνή ανθρώπου. Έβαλε λίγο το κεφάλι του και κοίταξε.

Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας χιλιόχρονος γέρος, πιο λευκός και από τα πεντακάθαρα σεντόνια. Δεν έμοιαζε με καλόγερο, ήταν απλά ένας γέροντας που ψυχορραγούσε.

Δεν μπορούσες να διακρίνεις στο πρόσωπο του κάποια ιδιαίτερη αγιοσύνη ή κάτι που να έδειχνε ότι είχε φωτιστεί, ότι είχε καταλάβει κάτι παραπάνω από τους υπόλοιπους γέροντες που ψυχορραγούσαν.

Ήταν μόνο ένας άνθρωπος λίγο πριν το τέλος.

~~

Ο Αδάμ κλείδωσε (σιγά) την πόρτα του δωματίου του και ξεκίνησε να γράφει στο ημερολόγιο του. Ήταν απογοητευμένος, γιατί περίμενε να βρει κάτι το μεγαλειώδες, κάτι το ιερό, και είχε βρει μόνο… ανθρώπους.

~~

Το επόμενο πρωινό σηκώθηκε αργά. Το κελί ήταν άδειο, πέρα από το γέροντα, που ουσιαστικά δεν υπήρχε πλέον. Έφτιαξε καφέ, πήρε τη Βίβλο και προχώρησε για να βγει στο μπαλκόνι. Για λίγο στάθηκε στην εσωτερική εκκλησία. Ήταν μικρή, ένα δωματιάκι, σαν ξωκλήσι.

Ο Αδάμ ένιωσε να γλυκαίνει η ψυχή του. Ποτέ δεν συμπάθησε τους υπέρλαμπρους ναούς, αυτά τα μαυσωλεία του θεού που συνήθως χτίζονται με την «ενίσχυση προς ανέγερση του ιερού ναού».

Είναι πολύ μεγάλα για να χωράνε το θεό.

Αλλά –προς απογοήτευση όλων των άθεων αναγνωστών- τον συγκινούσαν εκείνα τα μικροσκοπικά ξωκλήσια, ασβεστωμένα και υψιπετή, στους βράχους και στα βουνά.

Αυτά που τα είχαν χτίσει «είκοσι χρονών γομάρια» που σήκωσαν «ολόκληρα νταμάρια».

Αυτά που φιλοξενούσαν τις πιο προσωπικές προσευχές των ανθρώπων, χωρίς γάμους, βαφτίσια, κηδείες –και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις.

Όπως το ξωκλήσι Θεολογάκι στην Νάξο, σκαμμένο μες στο βράχο, δαρμένο από τους ανέμους, που έχει μπροστά του το θεϊκό Αιγαίο, ενώ το ίδιο είναι πιο μικρό από τις μεγάλες λύπες μας.

Θεολογάκι, όχι του Θεολόγου, όχι του Υψίστου, κάτι υποκοριστικό, κάτι μικρό, λες και ο θεός είναι μικρός σαν τον άνθρωπο.

Κάτι μικρό, φτιαγμένο από ανθρώπους που πίστευαν σε κάτι μεγάλο.

~~

Ο Αδάμ έκατσε να πιει τον καφέ του στο μπαλκόνι. Δεν ήταν εξοργισμένος ή απογοητευμένος πια. Κατάλαβε ότι αυτό που έψαχνε δεν ήταν ο θεός, αυτός ο μικρός ο μέγας, αλλά κάτι ανθρώπινο.

Μετά από λίγο ήρθε και ο Αμβρόσιος.
«Δε διαβάζεις;» τον ρώτησε.
«Κοιτάζω», του απάντησε ο Αδάμ.

Μπροστά τους ήταν το δάσος και η θάλασσα. Δεν ακουγόταν τίποτα, πέρα από μικρούς φευγαλέους ήχους πουλιών και ζώων.

Ο Αμβρόσιος έκατσε δίπλα στον Αδάμ.
«Δε σε φοβάμαι εσένα», του είπε.

Κι έμειναν να απολαμβάνουν τη θέα. Χωρίς να μιλάνε, χωρίς ηλίθιες ερωτήσεις.

~~

Λίγο μετά πήγαν στο κελί του Γρηγορίου. Εκείνος ήταν ντυμένος με τη φόρμα εργασίας: Τα ράσα του.

Ζωγράφιζε. Άφησε το πινέλο για να τους κεράσει. Δίπλα στα καβαλέτα και στις αγιογραφίες ήταν σωροί από βιβλία, ακουμπισμένα στο πάτωμα, χωρίς βιβλιοθήκες ΙΚΕΑ. Ο Αδάμ έσκυψε για να διαβάσει τους τίτλους στις ράχες.

Δεν είδε την Ασκητική, αλλά υπήρχε η Αναφορά στο Γκρέκο, ο Ζορμπάς και το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.

«Καζαντζάκης;» ρώτησε το Γρηγόριο χαμογελώντας. «Δεν είναι άθεος;»
«Ο Καζαντζάκης πίστευε πολύ περισσότερο από πολλούς άλλους», του είπε ο Γρηγόριος.
Και μετά: «Ούτως ή άλλως έγραφε υπέροχα.»

Ο Αδάμ τον ζήλεψε. Το κελί του έμοιαζε πιο πολύ με σπίτι απομόνωσης καλλιτέχνη. Ζωγράφιζε και διάβαζε. Ίσως να φρόντιζε και κάποιο ετοιμοθάνατο γέροντα, αλλά αυτόν δεν τον είδε –ούτε τον άκουσε.

~~

Γυρίσανε στο κελί, όπου τους περίμεναν ο Παοκτζής με τον άλλο πολίτη. Είχαν βγει από το Όρος για να βρούνε ένα ζαχαροπλαστείο και μια τούρτα. Ο Αδάμ είχε τα γενέθλια του και κάποια στιγμή το είχε αναφέρει στον Αμβρόσιο. Έκαναν εκείνα τα απροσδόκητα γενέθλια και ο Αδάμ δεν νοιαζόταν να γράψει στο ημερολόγιο του. Ο γέροντας ψυχορραγούσε στο διπλανό δωμάτιο.

~~

Την επόμενη μέρα έφυγε από το Όρος, με το όχι και τόσο φρεσκοπλυμένο αυτοκίνητο του Παοκτζή. Από το σπίτι του έστειλε στο Αμβρόσιο, ταχυδρομικά, ένα τόσο ακατάλληλο δώρο για καλόγερο: Ένα μπουκαλάκι με αιθέριο έλαιο από γιασεμί που είχε αγοράσει στην Αίγυπτο.

Δεν ξαναείδε τον Αμβρόσιο ούτε ξαναβρέθηκε στο Άγιο Όρος. Δε χρειαζόταν.

Κατάλαβε ότι το θεϊκό δεν είναι κάτι το απόμακρο ή κάτι το υπερβατικό. Θεϊκό είναι μόνο το ανθρώπινο, αυτό που χωράει σε ένα ποτήρι κρασί, αυτό που φοράει βελούδινες πιτζάμες και γελάει, αυτό που ψυχορραγεί χωρίς να έχει φωτιστεί, αυτό που σβήνει κεράκια γενεθλίων.

Τα υπόλοιπα είναι πεποιθήσεις.