Αδαμ – Οι λέξεις και οι πίθηκοι

0
311

Οι Πρόγονοι του Αδάμ

Η ιστορία του Αντώνη εδώ   –          Η ιστορία της Ελένης εδώ

Το πρώτο μέρος του Αδάμ εδώ   –  Το δεύτερο μέρος του Αδάμ εδώ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

23 Μαρτίου 1943

Στο βαγόνι των παραλόγων

Δεν ξέρω αν οι θεοί είναι παντογνώστες, αλλά οι ιερείς τους ξέρουν τα πάντα. Βρίσκουν απάντηση ό,τι και να τους ρωτήσεις, ακόμα κι αν δεν τους ρωτήσεις. Δεν έχουν καμία αμφιβολία για τον τρόπο που ερμήνευσαν τον Λόγο. Δεν έχουν κανένα ενδοιασμό. Κι αυτό τους κάνει επικίνδυνους.

Σαν τον ραβίνο στην άλλη πλευρά του βαγονιού που όλη τη μέρα και όλη την νύχτα προσεύχεται στον Γιαχβέ, τον παρακαλεί να διασώσει τον εκλεκτό λαό του, να τους οδηγήσει στη Γη της Υπόσχεσης.

Ουσιαστικά δεν χρειαζόμαστε το Θεό γι’ αυτό. Τα καταφέρνουν μια χαρά και οι ναζήδες. Μας πάνε απευθείας στην ανυπαρξία… Έχουν κι αυτοί τους δικούς τους θεούς, τις δικές τους βεβαιότητες, τη δική τους ιδεολογία.

Μόνο ένας ιδεολόγος μπορεί να σκοτώσει χωρίς να αισθάνεται τύψεις.

Μόνο όποιος υπακούει σκοτώνει.

Μόνο όποιος πιστεύει σκοτώνει.

Τα ιδανικά τους είναι πιο σημαντικά από τις ζωές μας.

Γι’ αυτό με τρομάζει και ο ραβίνος. Με τρομάζει γιατί εγώ δεν πιστεύω στον Θεό του. Με τρομάζει γιατί ξέρω πως αν υπήρχε ο θεός του, κι αν ο θεός του τού έδινε τη δύναμη, τότε ο ραβίνος θα σκότωνε πολλούς.

Με τρομάζει αυτός ο ραβίνος, γιατί ξέρω πως αν είχε τη δύναμη θα εξόντωνε όλους τους άπιστους, όλους τους μη-Εβραίους, για να εκδικηθεί για όσα πέρασε η φυλή μας, η φυλή του.

Δεν θα του έφτανε η Ευρώπη ούτε όλος ο κόσμος, δεν θα του έφταναν οι αλλόθρησκοι, οι ομοφυλόφιλοι και οι αντιφρονούντες. Δεν θα χόρταινε με τον αφανισμό των ανθρώπων. Θα προσπαθούσε να εξοντώσει και τα άλλα όντα, τα όντα της φαντασίας μας, τις λέξεις και τις ιδέες.

Και ίσως μια μέρα πράγματι να γίνει αυτός κυνηγός.

Ίσως μια μέρα να γίνουν οι Εβραίοι θύτες…

~~~~~~~~~~~~

Θα συνεχίσω να γράφω όσο υπάρχει φως. Όσο υπάρχει φως και όσο υπάρχουν άνθρωποι κάποιος θα γράφει.

Κάποιος θα προσεύχεται και κάποιος θα σκοτώνει.

Κάποιος θα ερωτεύεται και κάποιος θα αναλύει.

Κάποιος θα γεννάει και κάποιος θα ψυχορραγεί.

Κάποιος θα ζευγαρώνει και κάποιος θα μένει μόνος.

Κάποιος θα πονάει και κάποιος θα γελά.

Κάποιος θα πουλάει και κάποιος θα αγοράζει.

Κάποιος θα ονειρεύεται και κάποιος θα ξαγρυπνά.

Κάποιος θα σκέφτεται και κάποιος θα μιλά.

Κάποιος θα σπέρνει και κάποιος θα θερίζει.

Κάποιος θα φεύγει και κάποιος θα επιστρέφει.

Κάποιος θα περπατάει την οδό άνω και κάποιος την οδό κάτω.

Κάποιος θα επιτίθεται και κάποιος θα αμύνεται.

Κάποιος θα νικά και κάποιος θα ηττάται.

Και κάποιος θα γράφει.

Όσο υπάρχουμε θα υπάρχει κάποιος που θα γράφει. Έστω ένας. Ένας στο βαγόνι των αλόγων. Ένας ανάμεσα στα εκατομμύρια. Ένας ποιητής ανάμεσα στους νεκρούς… Τι βάρος έχει ένας ποιητής και τι βάρος έχουν οι λέξεις του;

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είμαστε μέσα στο βαγόνι εξήντα εννιά ζωντανοί που στηρίζουν τον έναν νεκρό ή μήπως είναι εξήντα εννιά νεκροί που στηρίζουν τον έναν ποιητή. Από ‘δω μέσα πόσοι θα βγουν ζωντανοί; Αν επιβιώσει κάποιος.

Κάποιος θα πεθαίνει και κάποιος θα επιβιώνει.

Ίσως μόνο αυτοί που θέλουν πραγματικά να ζήσουν, πάση θυσία, ίσως μόνο αυτοί να ζήσουν. Οι πιο δυνατοί, οι πιο αδίστακτοι.

Αυτοί που δεν θα πουν ποτέ: “Κουράστηκα, εγκαταλείπω”.

Αυτοί που δεν θα πουν ποτέ: “Αυτό δεν το κάνω”.

Εγώ όμως ξέρω την τύχη μου. Αν ήθελα να ζήσω, αν το ήθελα με όλη μου τη δύναμη, ίσως και να τα κατάφερνα. Αλλά δεν βρίσκω το λόγο. Το Λόγο;

Ο θάνατος φαντάζει τόσο αναπαυτικός. Και οι μύγες που θα μπαίνουν στα ρουθούνια μου θα με διασκεδάζουν σαν τις άφτερες μύγες στα πουτσοκέφαλα των ναυτικών… Ce voyageur aile, comme il est gauche et veule… Το αδέξιο άλμπατρος, που παραπατά στο κατάστρωμα ζαλισμένο από τις κλωτσιές, ο τέως φτερωτός γίγαντας των αιθέρων, ο νυν φτερωτός σαλτιμπάγκος του καταστρώματος, που οι ναυτικοί του καίνε το ράμφος με τις αναμμένες πίπες τους κι εκείνο ονειρεύεται τον ουρανό, τη λύτρωση. Σαν το πλαδαρό άλμπατρος, έτσι κι εγώ θα αφεθώ να πεθάνω.

Να κοιμηθώ όσο θέλω. Δεν θα υπάρχει πόνος, δεν θα υπάρχουν σκέψεις, δεν θα υπάρχουν ελπίδες. Θα σβήσω σαν μια νότα του Στραβίνσκι, μόνη και ατονική. Μια νότα που θα χαθεί στη φασαρία του πλήθους που ζητωκραυγάζει, που κλαίει, που…

~~~~~~~~~~~

Άλλωστε ό,τι ήθελα να γράψω το έγραψα. Έγραψα για την επιθυμία, έγραψα και για την απογοήτευση της εκπλήρωσης. Έγραψα για τη ζωή, έγραψα και για το θάνατο. Έγραψα για τον πόθο, έγραψα και για την αγάπη. Μια γυναίκα αγάπησα κι εκείνη με άφησε για να συνεχίσω να γράφω.

Δε με φοβίζει ο θάνατος. Δεν έχω τίποτα να χάσω. Είμαι ελεύθερος πια.

Γεννήθηκα Εβραίος, μα το Θεό τον σκότωσα.

Γεννήθηκα Έλληνας, αλλά δεν πίστεψα ποτέ στην πατρίδα.

Γεννήθηκα άντρας και στα μπουρδέλα σιχάθηκα τον ανδρισμό μου.

Γεννήθηκα άνθρωπος και ο άνθρωπος που αγάπησα έφυγε για να γίνω ποιητής. Έγινα ποιητής, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να την ξεχάσω…

Δεν ήταν λίγες οι φορές που μ’ άγγιζε και πεταγόμουν μακριά σαν να ηλεκτριζόμουν, που μου μιλούσε και μεθούσα, που με φιλούσε και ναρκωνόμουν, πιο πολύ και από τις πίπες του οπίου… Je suis la pipe d’ un auteur…

Δεν ήταν γυναίκα, ήταν η μοναδική γυναίκα, ήταν όλος ο κόσμος. Ήταν ελεύθερη σαν το φως και σαγηνευτική σαν δαίμονας του σκότους… Ο τρόπος που ακούμπαγε τα δάκτυλα της πάνω μου, η γλώσσα της, το δάγκωμα της το ανθισμένο στήθος της η κρήνη του αφαλού της τρίχωμα ανάμεσα στα πόδια που μοσχοβολούσε λεμόνι και φωτιά ροζ σάρκα που ανοιγόταν σαν χτένι σε κάθε μου άγγιγμα η άβυσσος που με προκαλούσε να τη γεμίσω βεντούζες που με τραβούσαν βαθιά μέσα της σπασποί και κοφτές ανάσες το κύκνειο άσμα του κορμιού της καθώς τρανταζόταν και έσβηνε από κάτω μου και γύρω μου και παντούκαιπαντούκαι…

Όχι! Δεν έχω τίποτα να χάσω πια, αφού εκείνη έφυγε, αφού εκείνη άφησε το σημείωμα: “Θέλω να γίνεις μεγάλος ποιητής, όπως σου αξίζει, κι εγώ σε εμποδίζω. Αντίο.”

Ένα σημείωμα ήταν το τέλος της ζωής μου. Ένα σημείωμα που έλεγε: “Θέλω να γίνεις μεγάλος”. Δεν με ρώτησε αν το ήθελα κι εγώ…

~~~~~~~~~~~

Ποια είναι η τελευταία λέξη που έγραψα; Εγώ… Πάντα εγώ. Εγώ κάποιος, εγώ κάπου, εγώ με φίλους, εγώ ερωτευμένος, εγώ να κάνω έρωτα, εγώ να γαμάω, εγώ να μεθώ, εγώ να ταξιδεύω, εγώ να χάνομαι, εγώ να σκέφτομαι, εγώ να πεθαίνω, ναι, σύντομα εγώ να πεθαίνω… Αλλά πάντα εγώ.

Ποτέ δεν κατάλαβα ποιος ήταν αυτός που έλεγε Εγώ.

Όταν τον πλησίαζα, όταν πλησίαζα αυτόν τον άνθρωπο, όταν νόμιζα ότι θα τον αρπάξω από τα μαλλιά και θα τον κοιτάξω κατάφατσα, εκείνος έτρεχε μακριά. Όσο πιο κοντά πλησίαζα τόσο πιο μακριά βρισκόταν. Σαν να κυνηγούσα το ουράνιο τόξο, σαν να κυνηγούσα το χρυσόμαλλο ελάφι…

Όλη μου η ζωή ήταν ένα αγώνας με τον εαυτό μου, με τον εαυτό που δεν μπορούσα να αδράξω. Αγώνας να σταματήσω να είμαι έτσι, να αρχίσω να είμαι αλλιώς, να βελτιωθώ, να γράψω, να ξεχάσω, να κάνω, να πω, πάντα εγώ, εγώ με φόντο τους υπόλοιπους και σε πρώτο πλάνο ένας άγνωστος…

Έζησα όλη μου τη ζωή σε πρώτο πρόσωπο και τώρα πρέπει να πεθάνω το θάνατο της φυλής μου.

Έζησα εγώ και θα πεθάνουμε εμείς…

~~~~~~~~~~~~

Εγώ. Εμείς… Οι λέξεις είναι ψεύτρες. Όχι, οι λέξεις είναι αδύναμες. Καλοπροαίρετες και ηλίθιες σαν πρόβατα. Πάνε όπου τις στείλεις. Τις κλείνεις στο στεγανό μαντρί σου και αισθάνεσαι ασφαλής. Είσαι ασφαλής μέχρι να μπει μέσα ένας λύκος και να αρχίσει να τρώει τα νεογέννητα.

Οι λέξεις βελάζουν, αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να προστατέψουν τον εαυτό τους. Έτσι όταν γυρνάς στο καταφύγιο σου βρίσκεις τις αιώνιες και ακλόνητες ιδέες κατασπαραγμένες από έναν θρασύ και λιγδωμένο λύκο. Ό,τι έφτιαχνες μια ζωή χάνεται σε μια νύχτα.

Ο κόσμος που έφτιαξα ήταν πολύ ονειρικός για να αντισταθεί στην πραγματικότητα. Οι κόσμοι που έπλασα με τους στίχους μου τράπηκαν άτακτα σε φυγή μπροστά στις ορδές του αληθινού κόσμου.

Οι λέξεις μου είναι μαύρα σημάδια στο λευκό χαρτί. Οι ιδέες μου είναι σαπουνόφουσκες και κάτι λιγότερο. Οι ιδέες είναι αντανακλάσεις πάνω στη σαπουνόφουσκα της Ιστορίας…

Κανείς ναζί δεν πρόκειται ν’ αλλάξει.

Κανείς χριστιανός δεν θα αναστηθεί.

Κανείς Εβραίος δεν θα γυρίσει στην Νέα Ιερουσαλήμ.

Οι νικητές πλάθουν τον κόσμο με τη δύναμη των όπλων τους και οι χαμένοι ζουν τον κόσμο τους στα μυθιστορήματα και στις προσευχές.

Κανείς νικητής δεν πρόκειται να κλάψει.

Γράφουμε γι’ αυτούς που διαβάζουν, γι’ αυτούς που νιώθουν, γι’ αυτούς που ονειρεύονται. Όχι γι’ αυτούς που σκοτώνουν. Όσοι σκοτώνουν δεν θα διαβάσουν ποτέ τις λέξεις μας, κι αν τις διαβάσουν δεν θα τις νιώσουν. Ακόμα κι αν τις νιώσουν δεν θα μπορέσουν να ονειρευτούν.

Οι δολοφόνοι ποτέ δεν ονειρεύονται. Γιατί τα θύματα τους μόνο στον ύπνο μπορούν να πάρουν εκδίκηση.

Οι λέξεις είναι κηλίδες στα πεντακάθαρα χέρια των δολοφόνων. Θα τα πλύνουν για να απαλλαγούν από την κατάρα της ποίησης, από την ενόχληση της ποίησης, και έπειτα θα πέσουν να κοιμηθούν ήσυχοι, χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες.

Δεν μπορείς να σταματήσεις έναν φονιά γράφοντας. Δεν μπορείς να σταματήσεις τον πόλεμο με λέξεις. Δεν μπορείς να αλλάξεις τη ροή του ποταμού πετώντας βότσαλα. Γιατί το ποτάμι είναι πιο μεγάλο από τις προθέσεις μας. Το ποτάμι θα συνεχίσει να κυλά κι εμείς θα αφήνουμε τα ίχνη μας στην επιφάνεια του για λίγα δευτερόλεπτα.

Κάθε στίχος είναι ένα βότσαλο που θα αφήσει θνησιγενείς ομόκεντρους κύκλους και μετά θα λιώσει στον πυθμένα, δίπλα στα βότσαλα που έριξαν οι ρομαντικοί ποιητές και οι αρχόσχολοι φιλόσοφοι.

Τίποτα δεν αλλάζει. Ο χρόνος συνεχίζει να κυλάει και τα πτώματα στοιβάζονται στις όχθες του. Όσους στίχους και να γράψουμε…

~~~~~~~~~~~

Ίσως πρέπει να μάθουμε να πολεμάμε.

Ν’ αφήσουμε την πένα και να πιάσουμε το ξίφος. Μόνο το ξίφος μπορεί να υπερασπιστεί την ελευθερία μας. Μόνο ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο. Το μόνο που θα μπορούσαμε να κάνουμε θα ήταν να πολεμήσουμε. Μόνο έτσι νικιέται η φωτιά, με ατσάλι, δεν νικιέται με το χαρτί η φωτιά. Ο αδικημένος οφείλει να γίνει φονιάς…

Αν όλοι μαζί ορμούσαμε έξω, δαγκώνοντας και χτυπώντας και κλωτσώντας και βγάζοντας μάτια και…

Δεν ξέρω να πολεμώ.

~~~~~~~~~

Παιδιά ήμασταν και ο Αντώνης με έριχνε κάτω και προσπαθούσε να με κάνει να αγριέψω. “Πολέμα ρε!”, μου έλεγε. Εγώ γελούσα. Μου φαινόταν τόσο αστείο, τόσο ανώφελο, τόσο…

Είμαι ελαττωματικός εκ γενετής. Σε έναν κόσμο σαρκοφάγων και σαπροφάγων εγώ γεννήθηκα φυτοφάγος. Και πιο χαμηλά ακόμα. Γεννήθηκα φυτό. Να τρώω ήλιο, να τρέφομαι με λέξεις.

~~~~~~~~

Δεν μπορώ να πολεμήσω.

Έχω καταλάβει, εδώ και πολύ καιρό, ότι έχω δύο επιλογές. Αν πισωδρομήσω θα πρέπει να δεχτώ να πεθάνω. Αν πάω μπροστά θα πρέπει να σκοτώσω. Και δεν μπορώ να σκοτώνω. Όσο και να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι ικανός για πόλεμο, δεν μπορώ.

Θα πρέπει να πεθάνω λοιπόν.

(η συνέχεια εδώ)