Ελένη – Η Κυρά των Πεθαμένων

0
219

judith 2bb

Οι πρόγονοι του Αδάμ

Η ιστορία του Αντώνη εδώ

Το πρώτο μέρος της Ελένης εδώΤο δεύτερο μέροςΤο τρίτο μέρος

~~{}~~

Είχε κάτι παράξενο η Ελένη. Περ’ απ’ όλ’ αυτά που έκανε για να προκαλέσει. Εσένα σου φαίνονται φυσιολογικές οι αντιδράσεις της, μπορεί να τη θεωρείς και αστή. Έτσι είναι. Ο χορτάτος γελά με το γουργούρισμα της κοιλιάς του πεινασμένου. Να ξέρεις όμως. Αν η Ελένη ζούσε τώρα, ως δεκαεννιάχρονη, θα τολμούσε να κάνει και να πει ό,τι ήταν απαγορευμένο… Όμως, έτσι όπως ζείτε εσείς δεν θα είχε και πολλά πράγματα να κάνει. Ίσως από αντίδραση να γινόταν καλόγρια…

Αλλά, δεν ξέρω… Όσο απελευθερωμένοι κι αν είστε, όσο κι αν προοδεύσει ο κόσμος, πάντα θα φοβάστε ένα πράγμα, πάντα θα φοβόμαστε ένα πράγμα. Το θάνατο… Η Ελένη είχε μια ανατριχιαστική εμμονή με το θάνατο και συγχρόνως τον προκαλούσε κι αυτόν. Λες να διάλεξε τον Αντώνη για να γίνει η Κυρά των Πεθαμένων; Δεν νομίζω. Κάτι άλλο θα του βρήκε. Ίσως επειδή έκανε ό,τι του έλεγε. Χωρίς να διαμαρτύρεται.

Ξέρεις ποιο ήταν το αγαπημένο τους μέρος για σουλάτσο; Που πάνε τα ερωτευμένα ζευγαράκια; Στα βουλεβάρτα; Στους κήπους; Όχι. Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας πάνε. Αν το κορίτσι είναι η Ελένη, εκεί πάνε.

Γυρνούσαν μέσα στην νεκρόπολη πιασμένοι από το χέρι. Τον τραβούσε ανάμεσα στις ταφόπλακες ως τον τάφο του Άγγλου. Εκεί κοιτούσαν το Χρόνο που ξάπλωνε ανάμεσα στις Τρεις Μοίρες. Το κουρασμένο του πρόσωπο, το βαρύ του σώμα πάνω στο ανάκλιντρο. Μέχρι και ο Χρόνος υποτάσσεται στη Μοίρα. Έπειτα διέσχιζαν το δάσος των σταυρών με τα κρίνα και, αγνοώντας τις επικλήσεις των μαρμάρινων γυναικών που γονυπετείς προσεύχονταν, έφταναν στο επιτύμβιο γλυπτό της Κυράς, που στέκεται όρθια και τραβάει το σμιλεμένο άντρα από το λήθαργο του. Αυτή ήταν η Κυρά των Πεθαμένων.

Έμεναν για λίγο εκεί αγκαλιασμένοι κι έπειτα η Ελένη τραβούσε τον Αντώνη για να γυρίσουν στην κάμαρη τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Μέχρι να βγουν χλεύαζε τα ανάγλυφα παγώνια που έταζαν την αθανασία…

Και δεν ήταν μόνο η Ευαγγελίστρια. Πήγαιναν στο εβραϊκό νεκροταφείο και στους τούρκικους τάφους του Μεχλιβανέ. Εκεί έκαναν ησυχία μήπως ακούσουν τα φαντάσματα των Δερβίσηδων που στροβιλίζονταν στον ήχο του νάι και του σύμπαντος, ίσως μουρμουρίζοντας τον αγαπημένο της στίχο, του Τζελαλαντίν Ρουμί, του Πέρση ποιητή που τόσο η Ελένη αγαπούσε.

Αν πεθάνω, ξαπλώστε με δίπλα στον Αγαπημένο.

Αν με κοιτάξει, μην ξαφνιαστείτε.

Αν με φιλήσει στα χείλη, μην ξαφνιαστείτε.

Αν ανοίξω τα μάτια μου και χαμογελάσω, μην ξαφνιαστείτε.

Κι όλα αυτά τα νεκροταφεία δεν της έφταναν. Κάποιες φορές ανέβαινε και στο σανατόριο. Ο κόσμος το ‘λεγε τότε Θανατόριο και πράγματι οι σκελετωμένοι φυματικοί σεργιάνιζαν στο προαύλιο, στην πιο μακάβρια πομπή ετοιμοθάνατων που είδε η Θεσσαλονίκη, μέχρι την ώρα των Εβραίων… Διάβαζε τις αναγγελίες των κηδειών. Άκουγε με προσήλωση τα ρέκβιεμ στο ραδιόφωνο. Πήγαινε σε κηδείες αγνώστων…

Αλλά ο θάνατος αφορούσε μόνο στην Ελλάδα. Ο Χάρος διάλεγε τους υπηκόους του από την Ανατολή. Η Ευρώπη, το Παρίσι, και η Αμερική ήταν οι χώρες της αθανασίας, της αέναης ευφορίας. Μόνο στην Ελλάδα πέθαιναν οι άνθρωποι… Δεν ξέρω τι σόι γιατρός θα γινόταν η Ελένη αν συνέχιζε τις σπουδές της. Σίγουρα πάντως θα τα πήγαινε σπουδαία στο μάθημα της ανατομίας, ειδικά όταν θα χρησιμοποιούσαν αληθινά πτώματα…

Έτοιμος ο καφές. Μνημόσυνο θυμίζει μετά από τόσες νεκρολογίες. Αλλά πιες και θα δεις που θα αναστηθείς. Χτύπα ξύλο! Μπλέχτηκα κι εγώ στη νεκροφιλία της Ελένης. Ζωή σε λόγου μας. Ρούφα σιγά γιατί καίει…

Έτσι περνούσαμε. Η Ελένη ζούσε με τον Αντώνη και τα φαντάσματα της, οι γονείς της κλειδωμένοι στο αρχοντικό και μένα με προξένεψαν τον Σωκράτη… Τότε άρχισε ο Διχασμός. Οι βενιζελικοί απ’ τη μια, οι βασιλικοί από την άλλη. Η κυβέρνηση διατυμπάνιζε την απελευθέρωση των αλύτρωτων πατρίδων και ο κοσμάκης έκλαιγε για τα παιδιά του. Εμάς, τρία κορίτσια ήμασταν, δεν μας είχε αγγίξει ακόμα ούτε η θριαμβολογία ούτε η θρηνωδία. Ώσπου… Ήταν λίγες μέρες μετά τον Ευαγγελισμό, το θυμάμαι γιατί το είχαν συνδυάσει με την εικοστή πέμπτη Μαρτίου, ξέρεις πως τα παρουσιάζουν οι πολιτικοί, για να σε πείσουν να γίνεις ήρωας κι εσύ… Κάνει κυβέρνηση ο Γούναρης και επιστρατεύει άλλες τρεις ηλικίες.

Το παράξενο ήταν ότι ενώ ο Αντώνης θα μπορούσε να μην πάει, ο πατέρας του είχε θάψει όλους τους συγγενείς των στρατηγών και των βουλευτών, είχε τις διασυνδέσεις του, ενώ θα μπορούσε να μείνει με την Ελένη, εκείνος, δεν ξέρω τι μανία τον έπιασε, κατατάχτηκε ως εθελοντής. Ήταν η πρώτη φορά που δεν υπάκουσε τη στρατηγό Ελένη. Εκείνη τον φοβέριζε, τον παρακαλούσε, τον απειλούσε και τον ικέτευε να μην πάει. Ο Αντώνης όμως είχε παρασυρθεί από τις φανφάρες των μεγαλοϊδεατών, ίσως και να ‘θελε να δείξει ότι η Ελένη δεν τον είχε ευνουχίσει εντελώς. Παρουσιάστηκε στα Έμπεδα της Τούμπας, όπου τους εκγύμνασαν στα πεταχτά και μετά τους επιβίβασαν σαν πρόβατα στα επιταγμένα καράβια για τη Σμύρνη.

Το πρωινό που έφυγε ο Αντώνης συνάντησα την Ελένη στο δωμάτιο τους. Της είχε αφήσει κάμποσα λεφτά για να τα βγάλει πέρα μέχρι να γυρίσει, θριαμβευτής και ήρωας, άντρας. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι η Ελένη έκλαψε; Όχι. Πήγε στο λιμάνι να τον αποχαιρετήσει, πιο πολύ να βεβαιωθεί ότι φεύγει, και μετά γύρισε σπίτι…

Μου άνοιξε την πόρτα με το βιβλίο της ιατρικής στο χέρι και το τσιγάρο στο στόμα. Ήταν ήρεμη, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα. Εγώ θεώρησα ότι κάτω από το ψυχρό προσωπείο κρυβόταν ο πόνος του χωρισμού και την αγκάλιασα για να κλάψει, να ξαλαφρώσει. Με αγκάλιασε χαλαρά και με ρώτησε αν ήθελα να πιω καφέ… Για να την παρηγορήσω της είπα ότι ο πόλεμος θα τέλειωνε σύντομα και ο Αντώνης θα γύριζε πίσω.

Αντώνης; Ποιος Αντώνης; με ρώτησε αυτή.

Τον είχε ξεγράψει ήδη. Αφού τόλμησε να την παρακούσει και να πάει στη σφαγή, μαζί με τους άλλους αμνούς, δεν είχε θέση στη ζωή της… Την ρώτησα τι θα κάνει, πως θα τα βγάλει πέρα, αν θα επέστρεφε στο πατρικό της… Αυτό ήταν εκτός συζητήσεως. Δεν τους ντρεπόταν ούτε -φυσικά- τους φοβόταν, αλλά δεν της άρεσε να εγκαταλείπει.

Όσο καιρό έχω λεφτά θα κάτσω εδώ και μετά θα δούμε τι θα κάνω, μου είχε πει.

Εγώ φοβήθηκα μην αναγκαστεί να κάνει πιάτσα στο Βαρδάρη και της το είπα. Ξέρεις τι μου ‘χε απαντήσει; Χαμογελώντας.

Είναι κι αυτό μια λύση. Ποτέ δεν ξέρεις…

Κάτι τέτοιο μου είχε πει. Σίγουρα θα μπορούσε να το κάνει. Ήταν προκλητικό.

Αρραβωνιάστηκα με το Σωκράτη και οι γονείς μας συμφώνησαν να παντρευτούμε μόλις θα τέλειωνε ο πόλεμος. Όταν είδα για πρώτη φορά το μέλλοντα σύζυγο μου απογοητεύτηκα. Μου φάνηκε γέρος και άσχημος, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Εγώ δεν ήμουν Ελένη… Άσε που είναι προτιμότερο να έχεις γέρο άντρα παρά νεκρό…

Εκείνο το καλοκαίρι θυμάμαι που μας ξύπνησαν μες στα μεσάνυχτα με καμπάνες και ομοβροντίες. Φοβηθήκαμε μην ήταν κι άλλη πυρκαγιά ή μήπως έκαναν επίθεση οι Βούλγαροι. Αγουροξυπνημένος ο κόσμος έβγαινε στο δρόμο με τα νυχτικά. Όσοι είχαν ραδιόφωνο το άνοιξαν στη διαπασών και μάθαμε ότι όλη η Ελλάδα πανηγύριζε για την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ… Κανείς δεν ήξερε τι ή που ήταν το Εσκί Σεχίρ. Παρά την άγνοια μας παρασυρθήκαμε από το μαζικό ενθουσιασμό και ξεκινήσαμε να αγκαλιαζόμαστε καταμεσής στο δρόμο, λες και ήταν Ανάσταση… Αυτό ήταν το τελευταίο γλέντι.

Μέσα στον Αύγουστο ήρθαν τα πρώτα άσχημα νέα. Κατάλογοι των πεσόντων στο πεδίο της μάχης και κουτσουρεμένα φανταράκια που περιφέρονταν σαν κουτσά φαντάσματα στην πόλη. Μπεκροπίναν όλη μέρα στις ταβέρνες και τους άκουγες να τραγουδούν: Εσκί Σεχίρ, με σύρματα πλεγμένο, εσύ μου πήρες τη ζωή, αναθεματισμένο.

Η κυβέρνηση ζητούσε εθελοντές για το μέτωπο και στο Λεμπέτ, στους συμμαχικούς στάβλους, βάλανε τους πρώτους Πόντιους πρόσφυγες. Το ραδιόφωνο προσπαθούσε να μας πείσει για το ακμαιότατο ηθικό των στρατευμάτων μας, αλλά τα βαπόρια με τους ανάπηρους φαντάρους και με τους πρόσφυγες μας φανέρωναν την αλήθεια… Μετά ήρθε και η διχοτόμηση.

Τι είναι αυτό; Πες ότι έχεις ένα κατοστάρικο στην τσέπη σου. Μετά τη διχοτόμηση θα έχεις πενήντα. Αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο, μικρέ μου Αδάμ. Σου είπα, ποτέ δεν ήταν ρόδινη και χωρίς σύννεφα η ζωή, άλλο πως τη θυμάσαι μετά… Πετούσαν από το αεροπλάνο προκηρύξεις για τα οφέλη της διχοτόμησης. Αλλά ποια οφέλη που ξαφνικά βρεθήκαμε όλοι με τα μισά λεφτά;

Η κακομοίρα η Ελένη σε τρεις μήνες δεν είχε φράγκο. Έτρωγε κάθε μέρα φακές και έπαιρνε τσιγάρα από τους συμφοιτητές της… Πήγαινα στους γονείς της και τους έλεγα τα νέα της. Εκείνοι μου έδιναν λεφτά να της πάω… Δεν της τα έδινα στο χέρι, ήξερα ότι δεν θα τα ‘παιρνε, και θα με κατηγορούσε και για σπιούνο… Τα έκρυβα μέσα στα βιβλία της. Εκείνη τα έβρισκε και τα κρατούσε, χωρίς να ρωτάει πολλά-πολλά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα πέθαινε απ’ την πείνα. Αλλά ποτέ δεν μιλήσαμε για τα λεφτά που ξεφύτρωναν ως δια μαγείας ανάμεσα στις σελίδες της ανατομίας…

Λίγους μήνες μετά η Σμύρνη καιγόταν…

(Η συνέχεια εδώ)