Ελένη – Πόλη των φαντασμάτων

0
221

121212

Οι πρόγονοι του Αδάμ

Η ιστορία του Αντώνη εδώ

Το πρώτο μέρος της Ελένης εδώΤο δεύτερο μέροςΤο τρίτο μέροςΤο τέταρτο μέρος

~~{}~~

Η Ιστορία δεν περιμένει, μικρέ μου Αδάμ. Τρέχει πολύ πιο γρήγορα από τους ανθρώπους…

Εγώ παντρεύτηκα μέσα στον πόλεμο, γιατί πιστεύαμε ότι θα αργήσει να τελειώσει. Λίγους μήνες μετά η Σμύρνη καιγόταν. Από το στρατό μας μόνο η μεραρχία του Μαύρου Καβαλάρη κατάφερε να γυρίσει εν τάξει. Οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή μπρος στη λύσσα των Νεότουρκων. Τους ακολούθησαν οι πρόσφυγες. Έπρεπε να τους δεις. Ξεκληρισμένες οικογένειες, όλο γέροι και γυναικόπαιδα στριμωγμένοι στο λοιμοκαθαρτήριο της Καλαμαριάς, να εκλιπαρούν για λίγο νερό. Αυτοί που ήταν άρχοντες και μεγαλοαστοί στον τόπο τους έπρεπε να ζητιανεύουν…

Όλοι δίναμε ό,τι μπορούσαμε. Μέχρι και η Ελένη μαγείρευε φασόλια και ρεβίθια, οι φακές της έφερναν αναγούλα και μόνο που τις μύριζε, και τους πήγαινε. Με τον ερχομό των προσφύγων, σε δύο μήνες, η Θεσσαλονίκη διπλασιάστηκε. Ερχόντουσαν οι Έλληνες και έφευγαν οι Τούρκοι. Όλοι έκλαιγαν… Τι να λέμε τώρα; Δύσκολοι καιροί…

Ο Αντώνης δεν γύρισε ποτέ. Ούτε και βρέθηκε στους καταλόγους των νεκρών. Την Ελένη δεν την ένοιαζε, αλλά ο πατέρας του ήλπιζε επί ματαίω, για πολύ καιρό. Μόνο μετά από καμιά δεκαριά χρόνια το πήρε απόφαση και του έφτιαξε το πιο πολυτελές φέρετρο. Το ‘θαψαν άδειο στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστρας, εκεί όπου ο Αντώνης έκανε κάποτε τους ερωτικούς και μακάβριους περιπάτους του…

Έτσι είναι, μικρέ μου. Μην ακούς τους γέρους που λένε για τα ευτυχισμένα χρόνια του παρελθόντος. Έχουν ξεμωραθεί και θυμούνται μόνο τα πανηγύρια και τα γλέντια. Τα αδικοσκοτωμένα αδέλφια τους δεν τα σκέφτονται. Κι αν τα σκεφτούν δεν είναι για να καταλάβουν κάτι παραπάνω. Τις πταίει; Οι Βούλγαροι, οι Τούρκοι, οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, οι Εβραίοι, οι κομμουνιστές, οι Αμερικάνοι, οι χουντικοί, ο Θεός και το κρασί. Το κακό τους κεφάλι δεν το κατηγορούν ποτέ..

Και βλέπω νέα παιδιά να μισούν τους Τούρκους, να μισούν τους Εβραίους, να μισούν τους Αλβανούς, να μισούν τους άλλους, όλους τους άλλους. Δεν θέλω να σε απογοητεύσω, τίποτα δεν πρέπει να σε απογοητεύσει, αλλά δεν νομίζω ότι τα πράγματα, οι άνθρωποι, έχουν αλλάξει. Ούτε προς το καλύτερο ούτε προς το χειρότερο. Η επιφάνεια έχει αλλάξει, αλλά η ουσία μένει ίδια…

Άκουσε με, αν θες. Μη με πιστεύεις, αλλά άκουσε με. Είμαι γριά, έχω περάσει σχεδόν εκατό χρόνια πάνω σ’ αυτά τα χώματα. Ξέρεις τι κατάλαβα; Οι άνθρωποι κουβαλάνε πάντα μια λαχτάρα για αίμα. Ηδονίζονται με το θάνατο. Δεν σου λέω ότι τους αρέσει να σκοτώνουν, αλλά όταν βλέπουν έναν νεκρό ή μια εκατόμβη θυμάτων, κάπου μακριά, χαίρονται, μέσα βαθιά τους, χαίρονται. Χαίρονται γιατί είναι ζωντανοί, χαίρονται γιατί είναι ζωντανά τα παιδιά τους, χαίρονται γιατί έχουν την περιουσία τους, χαίρονται λες και ο Χάρος διάλεξε ανάμεσα σε αυτούς και στους άλλους και πήρε τους άλλους. Κι αν δεν χαίρονται αδιαφορούν. Και δεν τα λέω αυτά βγάζοντας τον εαυτό μου απ’ έξω. Είμαι πολύ μεγάλη για να έχω τέτοιες αυταπάτες… Ξέρεις πότε αηδίασα με τον εαυτό μου; Ήταν το σαράντα τρία…

Είχα δυο παιδιά τότε. Οι ναζήδες μάζευαν τους Εβραίους. Ο Σωκράτης μου έλεγε να μη μιλάω και να κάνω το σταυρό μου που ήμασταν χριστιανοί. Και τον έκανα. Προσευχόμουν να ζήσουν τα παιδάκια μου. Ο γιος μου είχε ανέβει στα βουνά τότε, αλλά η κορούλα μου ήταν δέκα χρονών… Ένα μεσημέρι πήγαμε στην αγορά μήπως και βρούμε λίγο αλεύρι να αγοράσουμε. Η Σοφία μου πρώτη είδε την πομπή των Εβραίων.

Χωρίς να κλαίνε τα εβραιόπουλα πηγαίναν, κρατώντας τις άκρες από τα ρούχα των γονιών τους, για το στρατόπεδο Χιρς. Οι ναζί τους είχαν υποσχεθεί να τους πάνε στην Κρακοβία. Αλλού τους πήγανε τελικά… Ανάμεσα τους ήταν κι η Σάρα, μια φίλη της Σοφίας μου. Έμεναν στην Ουζιέλ και κάποιες φορές έπαιζαν. Καλοί άνθρωποι ήταν… Η Σοφία έδειξε τη φίλη της και ύστερα ξεκίνησε να τη φωνάζει. Της έδωσα ένα γερό χαστούκι και τη γύρισα από την άλλη, μέχρι να περάσει η πομπή. Η Σοφία έκλαιγε, εγώ έτρεμα… Η Σάρα ακολούθησε τη μοίρα του λαού της. Εμείς πήγαμε σπίτι και κάτσαμε να φάμε νεροφάσουλα… Τι θα μπορούσα να κάνω; Όταν κινδυνεύει η ζωή σου, η ζωή του παιδιού σου δεν σε νοιάζει κανένας άλλος…

Πάμε να κάτσουμε μέσα, να πιω κι εγώ λίγο κρασάκι γιατί δεν αισθάνομαι καλά… Θα μου πεις τώρα, εσύ Διοτίμα δεν ντρέπεσαι; Πέθαναν τόσοι νέοι, πεθαίνουν κάθε μέρα τόσοι νέοι, σχεδόν όλα τα παιδιά σου πέθαναν κι εσύ είσαι ακόμα ζωντανή, δεν ντρέπεσαι; Ντρέπομαι και κλαίω και λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να πεθάνω. Μπορεί να προσποιούμαι ότι είμαι σοφή και ότι έχω αποδεχτεί τη θνητότητα μου, αλλά σαν έρθει εκείνη η στιγμή ξέρω ότι θα δειλιάσω και θα ζητάω λίγο χρόνο ακόμα, ένα μήνα, μια μέρα, μια ώρα. Κανείς δεν πεθαίνει οικειοθελώς… Ναι, έχεις δίκιο, είναι και οι αυτόχειρες… Αυτούς ποτέ δεν μπόρεσα να τους καταλάβω…

Αλλά τι σου λέω τόση ώρα; Εσύ έχεις πολύ χρόνο ακόμα, μόλις τώρα ξεκίνησες να ζεις. Ήρθες να με ρωτήσεις για τη γιαγιά σου την Ελένη κι εγώ χάνομαι στις δικές μου ιστορίες. Δώσε με ένα τσιγάρο και θα σου πω τι έγινε μετά. Ε, καπνίζω κι εγώ που και που. Περιστασιακά και σπάνια…

Λοιπόν, τι σου έλεγα; Όχι για τους Εβραίους… Ναι! Για τους Εβραίους. Για τους Σεφαραδίμ… Άκου να δεις τώρα. Θα σου πω κάτι σημαντικό που δεν νομίζω να το γνωρίζεις. Γιατί σε λένε Αδάμ; Ναι, έτσι λέγανε τον παππού σου, αλλά γιατί αυτόν τον έλεγαν Αδάμ, ξέρεις; Χαχαχα, δεν ξέρεις τίποτα, μικρέ μου… Είναι αστείο, πως νομίζουμε ότι μας καθορίζουν τα γονίδια μας και η ιστορία μας και λέμε γι’ αυτό είμαι έτσι και γι’ αυτό είμαι αλλιώς και μετά ανακαλύπτουμε ότι δεν είμαστε αυτό που νομίζαμε. Σε μπέρδεψα, ε;

Λοιπόν, η Ελένη έμεινε μόνη της, στο είπα. Ουσιαστικά τη συντηρούσαν οι γονείς της, αλλά αυτό ήταν κοινό μυστικό. Εγώ είχα παντρευτεί, αλλά συνέχιζα να είμαι η μοναδική της φίλη. Και ο Σωκράτης τη συμπαθούσε, έτσι συχνά πηγαίναμε μαζί να της αφήσουμε το μηνιάτικο. Τους γονείς της είχε αρχίσει να τους επισκέπτεται, ειδικά αφότου αρρώστησε η μητέρα της και μέχρι να πεθάνει κι εκείνη. Αλλά λεφτά από τα χέρια του πατέρα της δεν έπαιρνε. Εκείνος της ζητούσε να γυρίσει πίσω, αλλά η Ελένη έκανε τη δύσκολη. Έκανε τη δύσκολη, αλλά έπεσε με ευκολία στην αγκαλιά του Αδάμ. Ωπ, θα πεις τώρα, ποιος είναι αυτός;

Από που να ξεκινήσω; Ο Αδάμ ήταν Εβραίος. Ή μήπως ήταν ποιητής; Και τα δύο σίγουρα, και τα δύο. Η ποίηση του έδωσε ζωή, η καταγωγή του θάνατο… Ήταν και φίλος του Αντώνη. Ο καλύτερος φίλος του Αντώνη… Ο Αδάμ είχε πάει στο Παρίσι για να σπουδάσει νομική, αλλά ποτέ δεν πάτησε το πόδι του στο πανεπιστήμιο. Το Παρίσι τότε ήταν άλλος κόσμος. Ήταν η παγκόσμια πρωτεύουσα της πρωτοπορίας.

Εμείς ακόμα δεν γνωρίζαμε και πολλά. Διαβάζαμε τις εφημερίδες και νομίζαμε ότι το Μονπαρνάς ήταν ένας απέραντος καφενές. Τίποτα άλλο. Μην νομίζεις ότι ξέραμε ποιος είναι ο Πικάσο και ποιος ο Μπρετόν. Τη Ζοζεφίν Μπέικερ την ξέραμε. Είχε βγει στη σκηνή ντυμένη μόνο με μια αρμαθιά μπανάνες. Αυτό ήταν πικάντικο.

Νταντά, σουρεαλισμός, Μίλερ και Χέμινγουεϊ, αυτά τα έμαθα μετά από είκοσι χρόνια. Όταν έγιναν ευρέως αποδεκτά. Τότε ο ποιητής μας ήταν ο Παλαμάς. Τον Καβάφη και τον Έλιοτ τους γνώριζαν μόνο οι λογοτεχνικοί κύκλοι. Εμείς είχαμε άλλα προβλήματα… Και φαντάσου τώρα, να σου ‘ρχεται ο Αδάμ από το Παρίσι και να σου μιλάει για μοντέρνα ποίηση και Ρεμπώ. Για ζωγράφους που έφτιαχναν πίνακες όπου τα χρώματα κυνηγιόντουσαν σαν άγρια θηρία και τα προφίλ είχαν δύο μάτια.

Η Ελένη, που δεν είχε πάει ακόμα με τον Αντώνη, ερχόταν στο σπίτι και μου διηγιόταν τα παθήματα των μεγάλων ζωγράφων. Ο ένας είχε κόψει το αυτί του και μετά είχε αυτοπυροβοληθεί, ο άλλος είχε πάει να ζήσει στη ζούγκλα. Μεγάλων… Εμένα πιο πολύ για τρελοί μου έμοιαζαν τότε. Όμως η Ελένη είχε γοητευτεί. Ειδικά άμα πέθαινε και κανείς, εκεί να δεις πως έκανε…

Το Παρίσι ήταν το κέντρο του κόσμου και ο Αδάμ ο πρεσβευτής του. Ο Αντώνης άκουγε το φίλο του και ονειρευόταν τους πίνακες που θα ζωγράφιζε αν θα βρισκόταν εκεί, η Ελένη ονειρευόταν την ελευθερία, την αθανασία της Ευρώπης. Κανείς δεν πραγματοποίησε τα όνειρα του. Θα μπορούσαν, αν το ήθελαν αρκετά, αν τολμούσαν, αν τα πράγματα ερχόντουσαν αλλιώς. Όμως ανέβαλλαν και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή. Και αν περιμένεις η ζωή σε προσπερνά…

Είμαι σίγουρη ότι η Ελένη προτιμούσε τον Αδάμ εξαρχής. Όμως εκείνος ήταν πολύ συνεσταλμένος. Δεν θέλω να πω δειλός, ας πούμε ότι ήταν ντροπαλός. Μιλούσε όμορφα, αλλά δεν έκανε τίποτα. Όταν η Ελένη διάλεξε τον Αντώνη και έγιναν ζευγάρι ο Αδάμ κλείστηκε στο σπίτι του στο Κάραγατς, στη συνοικία των Εβραίων. Έγραφε σουρεαλιστική ποίηση πολύ πριν επιχειρήσει να το κάνει ο Εμπειρίκος. Όμως ο Αδάμ νόμιζε ότι οι ποιητές είναι άγιοι και φύλαγε τα ποιήματα του στο συρτάρι για να τα βρουν οι επόμενοι.

Όταν έμαθε για την Καταστροφή, όταν έμαθε ότι ο Αντώνης ήταν αγνοούμενος, πήρε σβάρνα τους καφενέδες, τα ζυθεστιατόρια και τις ταβέρνες για να συναντήσει την Ελένη. Βρήκε εμένα, κατά τύχη. Είχε αφήσει τα μαλλιά του να μακρύνουν, φόραγε κόκκινο φουλάρι και αμπέχωνο και έμοιαζε με παλαίμαχο φάντασμα. Εγώ του την είπα, τη διεύθυνση της Ελένης… Ξέρεις τι σκέφτηκα τώρα; Αν δεν με συναντούσε εκείνη τη μέρα μπορεί και να μην υπήρχες. Παράξενο δεν είναι; Υπάρχουμε κατά τύχη.

(Η συνέχεια και το τέλος εδώ)