Η χαμένη διμοιρία της Αλμυράς Ερήμου (4ο και τελευταίο)

0
216

Οι πρόγονοι του Αδάμ

(Το πρώτο μέρος  εδώ  –  το δεύτερο μέρος εδώ –   το τρίτο μέρος εδώ )

Αρκεί να μη σκέφτεσαι. Να κινείσαι, να δουλεύεις, να σκοτώνεις, να συνηθίζεις… Όσο καιρό προελαύναμε, όσο καιρό πολεμούσαμε όλα ήταν μια χαρά. Μια χαρά! Αστείο ακούγεται, μακάβριο, να είναι η χαρά ανάμεσα σε τόσα πτώματα, αλλά έτσι ήταν, γιατί δεν σκεφτόμασταν. Έφτανε το βράδυ και πέφταμε εξαντλημένοι στα αντίσκηνα, χωρίς να έχουμε υποψίες σκέψης. Έπρεπε να περπατάμε, να σκοτώνουμε, να επιβιώνουμε. Δεν προλαβαίναμε να σκεφτούμε. Όταν έχεις απέναντί σου τον τουρκαλά δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς. Αν το κάνεις πέθανες…

Μόνο σαν μας αφήσανε εδώ και δεν είχαμε τι να κάνουμε ξεκινήσαμε πάλι να σκεφτόμαστε. Μέχρι να φτάσουμε εδώ ήμασταν στρατιώτες. Μετά ξαναγίναμε άνθρωποι. Και οι άνθρωποι βασανίζονται, οι άνθρωποι αναρωτιούνται. Κοιτούσαμε τα πρόσωπα μας, τα πρόσωπα Ελλήνων στρατιωτών, και διαβάζαμε την απάτη. Δεν ήρθα εδώ για να πεθάνω, έλεγα στον Αντώνη, κι εκείνος γελούσε. Γιατί ήρθες; με ρωτούσε. Και προσπαθούσα να επαναλάβω τα ωραία λόγια του Νέστορα, για τις αλύτρωτες πατρίδες και την Αγιά Σοφιά. Όμως οι λέξεις χρειάζονται νερό για να γλιστρήσουν από το στόμα. Κολλούσαν μέσα μου και σάπιζαν, όπως το πόδι μου. Οι ιδέες γίνονταν τουμπανιασμένα πτώματα και μου μολύναν το μυαλό…

Σε λίγες μέρες κανένας δεν μίλαγε. Βουτάγαμε την κουραμάνα στο ζωμό και βλέπαμε τα παραμορφωμένα πρόσωπα. Οι πιο πολλοί τρόμαζαν, μα κάποιοι έγλυφαν τις φάτσες τους και γελούσαν σαν να γαργαλιούνταν. Σαν τέλειωσε και ο ζωμός κάποιοι ολιγόπιστοι έφυγαν. Οι υπόλοιποι μείναμε να περιμένουμε τη μεραρχία. Ο καθένας στο αμπρί του. Βγαίναμε για λίγο και μυρίζαμε τον αέρα. Κοιτούσαμε για σύννεφα βροχής, για σύννεφα καβαλαραίων, για σύννεφα καπνού.

Το τελευταίο του τσιγάρο ο λοχίας πήγε να το καπνίσει πενήντα μέτρα από το χαράκωμα. Απορώ που βρήκε τη δύναμη. Το έκανε μάλλον για να γλιτώσει την τράκα. Έκατσε κάτω, κοίταζε τον ήλιο που έδυε, κάπνιζε και αναστέναζε. Έλεγε κι ένα όνομα, ένα γυναικείο, και γελούσε. Μετά έκλαιγε… Εμείς βγήκαμε από τα λαγούμια μας όταν μυριστήκαμε τον καπνό, οι σκορπιοί λέει μυρίζουν τον καπνό από χιλιόμετρα, και κοιτούσαμε. Κάποιοι έκλαιγαν, μάλλον γιατί ήξεραν ότι αυτό ήταν το τελευταίο τσιγάρο, η τελευταία επιθυμία… Ο λοχίας φουμάρισε μέχρι που να καούν τα δάχτυλα του. Μετά το έβαλε στην καρφίτσα και ρουφούσε μέχρι που να καούν τα χείλη του. Όταν σηκώθηκε για να γυρίσει στο αμπρί του κανά δυο πήγανε και σνιφάρανε τις στάχτες…

Το νερό τέλειωσε δυο μέρες μετά. Όλοι είχαμε έξω από το λαγούμι τους ένα τενεκεδάκι όπου φυλάγαμε τα κάτουρα. Δεν είναι δύσκολο να τα πιείς. Αρκεί να περιμένεις να κρυώσουν. Ειδικά το βράδυ, που είναι παγωμένα, μπορείς να τα πιείς μονορούφι. Όμως καλύτερα να κάνεις οικονομία, μέχρι να στερέψουν κι αυτά…

Αστείο ήταν κι αυτό και είναι παράξενο πως μπορεί να μου φαίνεται κάτι αστείο εδώ που είμαστε… Τριάντα τρύπες στη σειρά και κάθε τόσο να βλέπεις ένα κεφάλι να βγαίνει αργά, να κοιτάει δεξιά-αριστερά-τον ορίζοντα, να πίνει μια γουλιά κάτουρα και να ξαναμπαίνει μέσα. Δυο θέσεις παρακάτω άλλο κεφάλι. Τρεις θέσεις παρά ‘κει άλλο. Όλα αργά, σαν σαλιγκάρια… Όσο είχα ακόμα δυνάμεις καθόμουν λίγο πιο έξω και τους έκανα χάζι. Θα ήθελα να είχα τα πινέλα μου να τους ζωγραφίσω. Το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης, έτσι θα τον έλεγα τον πίνακα… Μετά έμενα μέσα για να αποφεύγω τον ήλιο και το κρύο. Τους άκουγα απ’ έξω να τσακώνονται για δυο σταγόνες κατρουλιά…

Μετά ήταν κι εκείνος ο γυφταράς που με είδε να έχω βγάλει τον κώλο από το λαγούμι και νόμιζε ότι ήμουν… Ούτε που ξέρω τι είδε στο λυκόφως και μου τη σβούριξε. Δεν πόνεσα, ήταν σαν τράνταγμα, σαν κάποιος να με ‘σπρωξε και νομίζω ούτε αίμα δεν έτρεξε, αφού δεν έχουμε αίμα πια μέσα μας, μόνο άμμο… Τέλειωσα την ανάγκη μου και πριν ανεβάσω το σώβρακο είδα ότι είχα μια μεγάλη πληγή στη γάμπα μου, λίγο πιο μεγάλη από την κουράδα μου. Πιο πολύ χαρούμενος ήμουν, που είχα καταφέρει να χέσω μετά από τόσο καιρό, παρά…

Μερικές μέρες μετά έφυγαν άλλοι τρεις, οι τελευταίοι που έφυγαν. Μας έλεγαν κι εμάς να πάμε μαζί τους. Πάρτε ‘το απόφαση, λέγανε, η Ενάτη δεν θα γυρίσει, πάρτε ‘το απόφαση. Εμείς δεν μιλούσαμε… Πήγανε και βρήκανε το λοχία. Είχε γίνει λιαστός. Τα τσακάλια φάγανε όσο μπορούσαν όσο ήταν φρέσκος. Μετά τον έψησε ο ήλιος. Κόψανε οι τρεις κρέας με τις ξιφολόγχες τους. Και φύγανε…

Δεν νομίζω να είμαι ο τελευταίος επιζώντας. Ούτε πιο δυνατός ούτε πιο έξυπνος ούτε πιο πιστός είμαι από τους άλλους. Γιατί να έχω μείνει μόνο εγώ, μόνος, ο έσχατος άνθρωπος; Μάλλον είναι όλοι εδώ, όσοι δεν φύγανε τουλάχιστον, είναι όλοι εδώ, κλεισμένοι στα λαγούμια τους και κάνουν ό,τι μας διέταξε ο δεκανέας. Οικονομία δυνάμεων. Γι’ αυτό δεν ακούγεται τίποτα…

Στην αρχή ακούγονταν οι κραυγές τους μες στη νύχτα, φωνές που ζητούσαν την επιστροφή, γυναικεία ονόματα και η μάνα, αυτή κάθε τόσο ακουγόταν, φωνές που έμοιαζαν να έρχονται από τα βάθη πηγαδιού, λέξεις χωρίς νόημα και άναρθρες επικλήσεις, μουρμουριστές προσευχές και άπατοι αναστεναγμοί, δεήσεις χαμηλόφωνες στο θεό, κάποιες φορές και στο διάολο, βαρύθυμα τραγούδια από τα βουνά και σκερτσόζικοι σκοποί από τα νησιά, συνομιλίες χωρίς συνομιλητή και ερωτικές εξομολογήσεις χωρίς αποδέκτη, χριστουγεννιάτικα κάλαντα και νανουρίσματα, ο ήχος της θάλασσας και το μπεμπέκισμα των προβάτων, κλάματα μωρών, ψαλμοί και βλαστήμιες, κατάρες και παρακάλια, τις πρώτες νύχτες ακούγονταν από τα διπλανά αμπριά οι φωνές αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, σιγά-σιγά κουράστηκαν να μιλάνε, να ζητάνε, να προσεύχονται. Ή συνήθισαν τη σιωπή…

Είναι βάλσαμο και φαρμάκι η σιωπή. Αν την πάρεις μια κι έξω θα τα τινάξεις, θα τρελαθείς, προπάντων αυτό. Πρέπει να συνηθίσεις σιγά-σιγά, να εξοικειωθείς βαθμιαία, σαν τον Μιθριδάτη, να πάρεις μικρές δόσεις ώσπου να μάθει ο οργανισμός σου να την ανέχεται. Μετά σε καταπραϋνει, σου λύνει τα μπουρδουκλωμένα σου νεύρα, σε βοηθάει να ταξιδεύεις όπου θες, όσο μακριά θες, όσο πίσω θες. Αρκεί να τη συνηθίσεις.

Τώρα πια αισθάνομαι πιο άνετα στη σιωπή. Κάποιες φορές μάλιστα μου φαίνεται αστείο που πριν έπρεπε να μιλάω. Να μιλάω καθαρά και δυνατά για να μ’ ακούνε, να προσέχω τι λέω για να μην προσβάλλω κάποιον, να είμαι σαφής και έξυπνος και όλο να λέω σημαντικά πράγματα. Ναι, μάλιστα, ανυπερθέτως, εξεναντίον…

Ενώ τώρα… Κουβεντούλα χαμηλόφωνη με τον εαυτό μου. Έχω αρχίσει να ξεχνάω και πως είναι να ακούς. Και δεν με πειράζει που ξεχνάω. Όπως ο εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να δει τα σύννεφα και τα λουλούδια. Αλλά δεν μπορεί να δει και τα πτώματα και τα σκουλήκια… Ίσως η λήθη να προηγείται του θανάτου. Πρώτας ξεχνάς τα αγαπημένα σου τραγούδια και τη θωριά της αγαπημένης σου, ύστερα τα πρόσωπα και τα ονόματα των φίλων, έπειτα τους γονείς και τ’ αδέλφια σου και στο τέλος τα όνειρα και τις ελπίδες σου. Έτσι, μες στη λησμονιά, χάνεις τον εαυτό σου και αφήνεσαι να πεθάνεις, χωρίς εαυτό, μόνο τότε αφήνεσαι, η λησμοσύνη η λυσίπονος σου αλαφρώνει την καρδιά και τα δάκτυλα παρατάνε το σβώλο γης που σε κράταγε στη ζωή… Και φεύγεις…

Εγώ θα ζήσω. Δεν έχω ξεχάσει τίποτα. Θυμάμαι τα πάντα. Το χρώμα των ματιών της, τη γεύση των φιλιών της, το μέρος που κρύβαμε τα τσιγάρα με τον Αδάμ, τα απογεύματα που πηγαίναμε στην Αρετσού για να βουτήξουμε, τα φαγητά που έφτιαχνε η μάνα μου και τις σφαλιάρες που μου έριχνε ο πατέρας μου όταν με έπιανε να γαβανίζομαι… Θα ζήσω πολύ ακόμα, αφού θυμάμαι τόσα πολλά.

Ναι, δεν πρέπει να αποθαρρύνομαι. Όπου να ‘ναι, ίσως και μόλις ξημερώσει, θ’ ακουστούν ποδοβολητά από το βορρά. Θα έρθουν να μας σώσουν. Δεν μπορεί να μας ξέχασαν, ο Μαύρος Καβαλάρης δεν ξεχνάει, θα έρθουν… Αρκεί να μην τους προλάβουν οι τουρκαλάδες. Αν μας βρουν εδώ είτε θα μας σφάξουν είτε θα μας πάνε στα… στα αμελέ ταμπουρού. Έτσι δεν τα ‘λεγε ο δραγουμάνος; Αυτός είχε ζήσει στον πρώτο πόλεμο και έλεγε πως τα τάγματα εργασίας είναι η κόλαση η ίδια. Δουλεύανε όλη μέρα στα χωράφια και στις αποθήκες και τους έδιναν ένα κομμάτι ψωμί και μια χούφτα νερό…

Ας είχα τώρα μια χούφτα νερό και ό,τι ήθελες θα έκανα. Μέχρι και Έλληνα θα σκότωνα… Η Κόλαση. Καθένας βαφτίζει κόλαση ό,τι τον βολεύει… Κι εγώ έτσι έλεγα στον πατέρα μου, ότι το κιβουρτζίδικο του είναι κόλαση για μένα. Δεν είμαι εγώ για εμπόριο και κιβούρια, εγώ είμαι ζωγράφος, του έλεγα, κι αυτός κουνούσε το κεφάλι απαξιωτικά. Αλλά οι φίλοι μου συμφωνούσαν, αυτοί ήξεραν. Που να καταλάβουν οι γέροι; Εμείς είμαστε οι καινούριοι άνθρωποι, εμείς θ’ αλλάξουμε τον κόσμο… Και η μάνα μου. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βρω μια καλή κοπέλα και να μπω στο μαγαζί. Κι εγώ γελούσα. Και έβριζα. Καλύτερα να πεθάνω, της έλεγα, καλύτερα να πεθάνω τώρα, και της ράγιζα την καρδιά… Κακόμοιρη μάνα, πόσο σε καταλαβαίνω τώρα… Γιατί είναι τόσο σκληρή η νεότητα; Άκου τι λέω… Ποια νεότητα; Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που άφησα το λιμάνι; Κάπου εκεί ήταν και η μάνα μου, αλλά εγώ είχα μάτια μόνο για την Ελένη…

Όταν γυρίσω πίσω κανείς δεν θα με γνωρίσει. Δεν θα φταίει το πόδι, ίσως και να το σώσω, δεν κάνανε πολύ ζημιά τα σκουλήκια. Ίσως και να ‘μαι κουτσός, δε με πειράζει. Ζωντανός αρκεί να είμαι και όλα τα άλλα θα τα συνηθίσω… Αλλά κανείς δεν θα με γνωρίσει. Έφυγα παιδί και θα γυρίσω άντρας. Δε θα γελάω όσο γέλαγα, πως θα μπορούσα να γελάω μετά απ’ όσα έκανα και είδα; Ίσως να μην μπορώ πια να κουβεντιάζω με τον Αδάμ. Τι να μου πει για επανάσταση και για ανθρώπους; Νομίζει ότι όλοι είναι παριζιάνοι ζωγράφοι που πίνουνε αψέντι στις όχθες του Σηκουάνα.

Δεν είναι έτσι οι άνθρωποι, Αδάμ. Οι άνθρωποι είναι θηρία. Οι δικοί σου είναι καρικατούρες, σαν αυτές που βάζουν στις εφημερίδες. Καρικατούρες ανθρώπων είναι οι άνθρωποι που έχεις στο μυαλό σου… Οι δικοί μου είναι ζωντανοί. Σε σφάζουν χωρίς να σε ξέρουν, σου κλέβουν το νερό ακόμα κι αν σε ξέρουν, σε τρώνε, σε τρώνε Αδάμ… Τους νοιάζει μόνο να ζήσουν, μόνο να επιβιώσουν, και κάνουν ό,τι μπορούν γι’ αυτό. Δεν είναι οι άνθρωποι καλοπροαίρετοι και αθώοι, Αδάμ. Αυτά τα γράφουν οι ποιητές σαν του λόγου σου, για να κοροϊδεύουν τον εαυτό τους. Μα δεν είναι έτσι. Οι άνθρωποι είναι τέρατα, Αδάμ, είναι θεριά ‘μοβόρα. Δεν τους ξέρεις… Τι ξέρουν οι ποιητές για τους ανθρώπους;

Χριστέ μου, πόσα χρόνια πέρασαν από τη μέρα που έφυγα; Αισθάνομαι γέρος. Είμαι γέρος. Πόσο χρονών είμαι; Είκοσι τρία; Είκοσι τέσσερα; Και γιατί είμαι τόσο γέρος; Είναι η απογοήτευση; Είναι η αλήθεια; Τι την θέλουμε την αλήθεια; Όποιος προσθέτει γνώση προσθέτει πόνο… Ας μην είχα φύγει. Ας ζούσα ευτυχισμένος στην τύφλα μου, εκ γενετής τυφλός και ευτυχισμένος. Τίποτα άλλο δεν έχει αξία. Μονάχα να είσαι ευτυχισμένος. Να έχεις να φας και να πιείς νερό, να έχεις τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου, να έχεις τα πόδια σου… Τι τις ήθελα τις μεγάλες ιδέες;

Μη σκέφτεσαι άλλο, Αντώνη, βάλε φρένο. Όλα θα πάνε καλά, μη σκέφτεσαι. Τώρα ξέρεις, τώρα δεν θα ξανακάνεις τα ίδια λάθη. Έλα, ησύχασε… Σε λίγο θα έρθουν να σε πάρουν, δεν σε ξεχάσανε… Δεν πρόκειται να χάσουμε τον πόλεμο. Θα νικήσουμε και θα γυρίσεις πίσω στην Ελένη ήρωας και θα σε περιμένει στο λιμάνι. Θα ξεχάσεις, θα συνηθίσεις και θα γίνεις άνθρωπος πάλι… Έλα, ησύχασε…

Άκου! Το ακούς το καστροπούλι; Τι δουλειά έχει αυτό στην έρημο; Και σε ποιο μιλλέτι ανήκει; Να ‘ναι άραγε Τούρκος ή μήπως να ‘ναι πατριώτης; Λες να ‘ναι Εβραίος, σαν τον Αδάμ; Ή μήπως είναι ποιητής; Μόνο τα πουλιά και οι ποιητές τραγουδάνε μέσα στην έρημο. Δως τους θάνατο και θα τραγουδήσουν. Δως τους πόνο και θα τραγουδήσουν. Δως τους σκοτάδι…

Άκου ‘το πως πλέκει τις ρίμες του. Άκου ‘το πως θρηνεί… Θρηνεί; Για ποιον θρηνεί; Όχι για μένα. Εγώ θα γυρίσω πίσω. Απόψε είναι η τελευταία μου νύχτα στο λαγούμι. Αυτό το πουλί είναι καλό σημάδι, δεν είναι… ψυχοπομπός…

Το πρωί θα ‘ρθουν οι δικοί μας να μας πάνε πίσω. Το πρωί. Είναι κάμποσες μέρες δρόμος και με το άλογο, αλλά θα τα βγάλω πέρα. Ίσως να είναι καλύτερα να με πάνε στο Γενί λιμάνι. Είναι πιο κοντά από τη Σμύρνη. Εκτός κι αν με πάνε στο νοσοκομείο, στην Άγκυρα. Όμως δεν θέλω. Θέλω να γυρίσω πίσω όσο πιο γρήγορα μπορώ, δεν είναι το σπίτι μου στην Άγκυρα.

Θα βγω στο κατάστρωμα και θα κάνω το σταυρό μου. Θα κάνω το σταυρό μου και μόλις ακούσω το φουγάρο να σφυρίζει θα φωνάξω, Γυρνάμε πίσω αδέλφια. Πάμε στις γυναίκες μας. Πάμε στις μανάδες μας. Πάμε. Τελειώσαν όλα αδέλφια. Μείναμε ζωντανοί. Μη σαν νοιάζει πια, γυρνάμε στην πατρίδα, θα γίνουμε πάλι άνθρωποι.

Και θα βάλουν μπρος οι μηχανές και θα καπνίζουν τα φουγάρα. Θα στρίψω κι εγώ ένα τσιγάρο και να μείνω σε όλο το ταξίδι έξω, να κοιτάω προς βορρά. Η Σαλονίκη, η Ελένη, η πατρίδα. Έφτασε η ώρα. Γλυκειά που είναι η ζωή… Και θα με περιμένουν όλοι στο λιμάνι. Δεν θα ξέρω ποιον να πρωταγκαλιάσω. Όχι, ξέρω. Την Ελένη μου, τη μητέρα των παιδιών μου. Τέρμα ο πόλεμος, θα της πω. Τέρμα ο πόλεμος, Ελένη… Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς τίποτα. Τώρα θα ζήσουμε. Δεν θέλω να θυμάμαι το θάνατο. Τέρμα ο θάνατος, Ελένη. Τώρα είναι καιρός για ζωή.

~~{}~~

(Οι “Πρόγονοι του Αδάμ” θα συνεχιστούν με την ιστορία της Ελένης.)

Η ιστορία της Ελένης εδώ