Ιρλανδέζικη μπαλάντα αρ. 3, για φωνή, πνευστά και κύκνο

0
1435

Ο γερο-Σήμους ξεκίνησε να σφυρίζει μια μπαλάντα. Μετά από δυο στροφές σταμάτησε.

“Να το! Τ’ ακούς;”
“Ποιο;”
“Το τρίξιμο! Δεν τ’ ακούς το τρίξιμο; Το κάνουν τα καινούρια δόντια. Δεν μπορώ να σφυρίξω πια. Τρεις φορές είχα βγει πρώτος στον διαγωνισμό. Όταν είχα δόντια.”
“Διαγωνισμός σφυρίγματος;”
“Σφυρίγματος. Τον κάνουμε κάθε χρόνο, τη μέρα του Άγιου Πατρίκιου. Τρεις χρονιές είχα βγει πρώτος.”

Γύρισε από την άλλη και έβγαλε τα δόντια του. Ένα λεωφορείο πέρασε μπροστά απ’ το hostel. Ο Αδάμ το ‘δειξε με τον αντίχειρα.

“Έχει συγκοινωνία για το χωριό;”
“Όχι. Αυτό πάει στο Κορκ. Δεν είναι μακριά το χωριό. Μισή ώρα περπάτημα αν πας απ’ το δάσος.”
“Απ’ το δάσος; Δεν θα είναι… επικίνδυνο; Βράδυ θα γυρίσω.”

Ο Σήμους γέλασε.
“Τι φοβάσαι; Τα λέπρεκον;”

Του εξήγησε. Τα λέπρεκον είναι κάτι σαν τα ξωτικά ή σαν τους καλικάντζαρους. Κάθε περιοχή έχει διαφορετικούς μύθους. Στο Cahir ήταν μοχθηρά κι αιμοβόρα. Με κυνόδοντες, κόκκινα μάτια και νύχια εννιά ίντσες .

“Και τα πιστεύετε;”
“Τα παιδιά μου δεν τα πιστεύουν. Πήγαν πανεπιστήμιο, έμειναν στην πόλη. Εγώ όμως έζησα όλη μου τη ζωή στο Cahir. Εδώ βλέπεις πράγματα. Να, δες τον Πάρνελ!”

Του ‘δειξε μια γάτα με φουντωτή ουρά που τριγυρνούσε στην αυλή του hostel.
“Είναι κουναβόγατος. Αλήθεια! Διασταύρωση κουναβιού και γάτας.”

Ο Πάρνελ νιαούρισε σαν κανονική γάτα.

~

Ο Αδάμ σηκώθηκε κι είπε ότι έπρεπε να ξεκινήσει για το χωριό. Ο Σήμους τον πήγε ως την πόρτα.

“Πάρε το κλειδί. Θα ‘σαι μόνος σου. Τέλη Μαΐου αρχίζει να ‘ρχεται ο κόσμος. Θα το ‘χεις όλο δικό σου απόψε.”

Kοίταξε το youth hostel. Ήταν ένα διώροφο παλιό κτίριο. Παλιότερα ήταν σχολείο ή ορφανοτροφείο ή κάτι παρόμοιο. Το κλειδί ήταν μεγάλο και βαρύ, ένας μεταλλικός αναχρονισμός, σαν να προοριζόταν για ν’ ανοίξει την πόρτα του Κάμελοτ.

Χαιρέτησε και κατέβηκε τον λόφο.

~~{}~~

Για να πάει ως το χωριό έπρεπε ν’ ακολουθήσει το ποτάμι. Σαν έφτασε στην όχθη του ήταν ήδη γητευμένος. Το τοπίο θύμιζε το Σάιρ, το χωριό του Μπίλμπο Μπάγκινς. Τα πάντα ήταν πράσινα, ακόμα και το νερό. Μόνο ένα μοναχικό δέντρο ξεχώριζε, φορτωμένο με κόκκινα άνθη. Το ποτάμι κυλούσε αθόρυβα, λες και κάποιος είχε κλείσει τον ήχο.

Η μυθική σκηνογραφία ολοκληρώθηκε λίγα μέτρα παρακάτω. Εφτά κύκνοι ανέβαιναν το ποτάμι, πάλλευκοι και αλαζόνες.

Ο Αδάμ περίμενε ν’ ακουστεί το “ΣΤΟΠ” και να φανερωθεί ο Πήτερ Τζάκσον, μετά να δει τις κάμερες -και τους εκπαιδευτές που θα μάζευαν τους κύκνους. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Οι κύκνοι απομακρύνθηκαν κι εκείνος συνέχισε να περπατάει. Μουρμούριζε εκείνο το κομμάτι της εφηβείας του: “Σαν ταινία η ζωή σου να κυλά”.

Είκοσι λεπτά αργότερα είδε ν’ αναδύεται μέσα απ’ τις πρασινάδες, με την αντανάκλαση ολοκάθαρη στο ποτάμι, το Κάμελοτ. Ήταν το κάστρο όπου είχε γυριστεί το “Εξκάλιμπερ”. Θυμήθηκε τους ιππότες. Το Καρμίνα Μπουράνα. Και το δέος, που είχε νιώσει τότε, σαν παιδί.

Στάθηκε να θαυμάσει. Το Κάμελοτ, το ειρηνικό ποτάμι, οι κύκνοι. Κι όλα τριγύρω πράσινα. Ο κόσμος μύριζε αγριολούλουδα και σκατά γυρίνων. Μόνος ήχος το κελάηδημα της τσίχλας, the deception of the thrush: Go, go, go, said the bird. Human kind cannot bear very much reality.

Τότε μόνο κατάλαβε τι εννοούσε ο Σήμους. Αν έχεις ζήσει όλη σου τη ζωή σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό είναι δύσκολο να μην πιστεύεις στα λέπρεκον και στα ξωτικά.

~~{}~~

Περπάτησε το Κάμελοτ, έκατσε στον θρόνο του Αρθούρου, κι έπειτα πήγε στην Joyce’s Pub. Σχεδόν σ’ όλα τα χωριά είχε βρει μια παμπ με τ’ όνομα του συγγραφέα. Δεν ήταν δύσκολο. Τόσες πολλές παμπ στην Ιρλανδία.

Όπως του είπε κάποιος στα νησιά Άραν: “Υπάρχουν χωριά που έχουν δυο σπίτια, τρεις εκκλησίες και τέσσερις παμπ”.

Οικογένεια, θρησκεία και stout. Το τρίπτυχο των Ιρλανδών.

~

Έφαγε χοιρινό με λάχανο κι ήπιε τρεις πίντες ζεστής και πικρής μαύρης μπύρας. Όταν σηκώθηκε για να γυρίσει στο hostel είχε ήδη νυχτώσει.

Το δάσος ήταν πολύ διαφορετικό την νύχτα. Μόλις χάθηκαν τα φώτα του χωριού κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει όλη τη διαδρομή μέσα σε μαύρο σαν Guinness σκοτάδι. Ξεκίνησε να περπατάει γρήγορα.

Στην αρχή σκέφτηκε να φωτίζει τον δρόμο του με τον αναπτήρα, όμως σύντομα κάηκε το δάκτυλο του. Έπειτα ξεκίνησε να τον χρησιμοποιεί σαν στροβοσκόπιο, δίνοντας στιγμιαίες λάμψεις με το τσακμάκι, σε τακτά διαστήματα, κι αυτό έκανε το σκηνικό να μοιάζει με ταινία τρόμου, λίγο πριν επιτεθεί ο δολοφόνος.

Είχε τρομάξει. Ίσως να ‘φταιγε κι η μπύρα. Φανταζόταν ότι ορμούσε πάνω του, αλαλάζοντας, κάποιος παρανοϊκός serial killer που συνήθιζε να γευματίζει με τα αμελέτητα των απερίσκεπτων τουριστών.

Ήξερε ήδη ποιος ήταν. Ο πιο αγαθός, ο πιο άκακος, ο λιγότερο επικίνδυνος… Ο Σήμους!

Κάθε θόρυβος τον τρόμαζε. Ίσως να ‘ταν μια αγέλη από άγρια σκυλιά ή μια κουκουβάγια που θα του έβγαζε τα μάτια ή ένας λέπρεκον ή ένα φίδι.

Ήταν αδύνατον να σκεφτεί λογικά και ψύχραιμα, η λογική είναι προνόμιο των κατοίκων της πόλης, όλα είναι λογικά εκεί, στην πόλη, με τα φώτα τ’ αυτοκίνητα τις τηλεοράσεις και τους ανθρώπους τα λεωφορεία τις πολυκατοικίες την αιθαλομίχλη τον πολιτισμό το μποτιλιάρισμα τα σπασμένα νεύρα τα χημικά στις διαδηλώσεις τα φανάρια τα κορίτσια με τα στενά παντελόνια τα περιπολικά τα ασθενοφόρα τα πυροσβεστικά κι εκείνον τον τύπο που μιλάει μόνος του στη στάση.

~

Περπατούσε διστακτικά κι αργά μέχρι που είδε έναν φράκτη στα αριστερά του. Σκαρφάλωσε, έσκισε λίγο το παντελόνι του και ξεκίνησε να τρέχει προς το μέρος όπου βρισκόταν ο δρόμος. Ούτε εκεί υπήρχαν φώτα, αλλά είχε την ασφάλεια της ασφάλτου.

Άσφαλτος. Πολιτισμός!

Ένα αυτοκίνητο που πέρασε γρήγορα κόντεψε να τον χτυπήσει. Ο δρόμος ήταν πολύ στενός και δεν είχε πεζοδρόμιο, αφού δεξιά κι αριστερά ήταν οριοθετημένος με πετρότοιχους. Επιπλέον, αντιλήφθηκε με τρόμο, φορούσε μαύρα ρούχα.

Το τέλειο θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος.

~~{}~~

Κατάφερε να φτάσει στο hostel χωρίς να τον χτυπήσει αυτοκίνητο. Όμως έτσι όπως το είδε μπροστά του, σκοτεινό, παλαιϊκό, τεράστιο και σιωπηλό, δεν του φάνηκε καθόλου, ασφαλές. Στην αυλή ένα κουνάβι ζευγάρωνε με μια γάτα.

Άνοιξε την πόρτα, που έτριξε λες και δεν την είχε περάσει κανείς ζωντανός τα τελευταία εκατό χρόνια. Μέσα σκοτάδι. Και ησυχία.

“Είναι κανείς εδώ;”

Δεν πήρε απάντηση.

Με τον αναπτήρα έψαξε για τον διακόπτη. Άναψε το φως, αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ο Σήμους, με εννιά ίντσες νύχια και μεταλλικά δόντια, τον περίμενε κρυμμένος κάτω απ’ τις σκάλες.

Στον χώρο όπου στεκόταν, στην κοινόχρηστη τραπεζαρία, υπήρχε μόνο η κουζίνα, τα τραπέζια, το σβηστό τζάκι κι ένα ραδιόφωνο. Ήταν προπολεμικό, θα μπορούσε να ήταν διακοσμητικό. Πλησίασε και γύρισε το κουμπί.

“Let us go then, you and I, when the evening is spread out against the sky,
like a patient etherized upon a table.
Let us go, through certain half-deserted streets, the muttering retreats
Of restless nights in one-night cheap hotels.”

Ήταν μια γυναικεία φωνή που έλεγε αυτά τα λόγια. Μετά ξεκίνησε η τρομπέτα, το άλτο σαξόφωνο και το μπάσο. Έπαιζε το “God bless the child” και τραγουδούσε η Billie Holiday.

Ο Αδάμ έκατσε στο τραπέζι κι ευχήθηκε να είχε κάτι να πιεί. Άναψε τσιγάρο, περιμένοντας ν’ ακούσει ξανά τη φωνή. Σαν τελείωσε το τραγούδι έγινε μια μεγάλη παύση, μια εισπνοή, και η φωνή συνέχισε.

“And I have known the arms already, known them all—
Arms that are braceleted and white and bare
(But in the lamplight, downed with light brown hair!)”

Ήταν η πιο αισθησιακή φωνή που ‘χε ακούσει. Του θύμιζε τη Μέριλιν Μονρόε, να τραγουδάει “happy birthday, mr president”, αλλά ταυτόχρονα είχε τον πόνο και το μέταλλο της Holiday.

Είχε ξεχάσει τα λέπρεκον και τους κατ’ εξακολούθηση δολοφόνους. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν εκείνη η υπέροχη φωνή, εκείνη η υπέροχη γυναίκα, εκείνη.

~

Στις 12 τα μεσάνυχτα η φωνή καληνύχτισε χωρίς ν’ αφήσει πίσω της γυάλινο γοβάκι. Ο Αδάμ πήγε να κοιμηθεί κι είδε ερωτικά όνειρα.

Ονειρεύτηκε ότι ήταν ο Λάνσελοτ και συναντούσε την Γκουίνεβιρ σε μια μυστική αίθουσα του κάστρου.

“Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Ο Αρθούρος, ο άντρας μου, ο βασιλιάς μας, είναι υπεράνω όλων.”
“Τίποτα δεν είναι πάνω απ’ τον έρωτα που νιώθω για σένα, πάλλευκη Γκουίνεβιρ.”
“Το βασίλειο;”
“Τίποτα! Μόνο εσύ.”

Κι η Γκουίνεβιρ εάλω.

~~{}~~

Το μεσημέρι, σαν σηκώθηκε, βρήκε τον Σήμους στην κουζίνα, να λαδώνει την πόρτα σφυρίζοντας. Έφτιαξε καφέ, ενώ μιλούσαν για το κύμα καύσωνα. Τρίτη μέρα ηλιοφάνειας, αρχές Μαΐου. Δήθεν αδιάφορα, δήθεν νυσταλέα, τον ρώτησε για την εκπομπή.

“Άκουγα έναν σταθμό, το A νιρ, κάτι τέτοιο, στους 92”
“Ainnir-radio. Του χωριού ο σταθμός είναι.”
“Μιλούσε μια γυναίκα.”
“Η Μόλλυ”.

Ο Σήμους συνέχιζε να λαδώνει την πόρτα.

“Την ξέρετε;”
“Φυσικά και την ξέρω. Όλοι γνωριζόμαστε εδώ. Νεκροί και ζωντανοί”.

Γέλασε, κι ο Αδάμ άκουσε το τρίξιμο απ’ τα ψεύτικα δόντια του. Είχε αρχίσει να τους μαθαίνει.

“Ξέρετε πού θα τη βρω;”
“Τη Μόλλυ; Ίσως να είναι στο σταθμό, απέναντι από την παμπ του O’ Marbh. Ή στην παμπ, απέναντι απ’ τον σταθμό.”

~~{}~~

Αυτή τη φορά προτίμησε να πάει απ’ τον δρόμο. Κάποιος σταμάτησε και τον πήρε ως το χωριό. Εκεί στάθηκε έξω από τον σταθμό. Δεν ήξερε τι θα ζητούσε ούτε τι θα έλεγε. Ότι έχει ερωτευτεί τη φωνή της; Ακουγόταν τόσο…

Γύρισε για να φύγει, αλλά τότε είδε μπροστά του το Κάμελοτ.

Ένα όνειρο ζούμε, ας το πάμε ως το τέλος.

Και μπήκε στον σταθμό.

~

Στο γραφείο καθόταν μια κοκκινόμαλα με στρογγυλό πρόσωπο και πράσινα μάτια. Φουσκωτά μάγουλα με φακίδες. Άσπρο δέρμα και μια ελιά να επιπλέει ανάμεσα στις ροζ (έτσι τις φαντάστηκε) θηλές της.

“Η Μόλλυ;”

Της χαμογέλασε. Την αγαπούσε ήδη. Εκείνη ανταπόδωσε το χαμόγελο πριν μιλήσει.

“Είναι στην… Να ‘την! Κυρία Μπάρνακλ, σας ζητάνε.”

Η κοκκινομάλλα είχε μια πολύ ένρινη κι αστεία φωνή, σχεδόν σαν να βλέπεις κινούμενα σχέδια.

Ο Αδάμ γύρισε είδε την Μόλλυ να βγαίνει από την τουαλέτα. Ήταν μικρόσωμη, σαν ξωτικό. Φορούσε ένα ελαφρύ φόρεμα με τιράντες και καουμπόικες μπότες. Στο στήθος της κρεμόταν το σήμα της ειρήνης.

Ήταν, το λιγότερο, εβδομήντα χρονών.

“Παρακαλώ.”

Στη φωνή της αναγνώρισε το ηχόχρωμα της Μέριλιν και της Μπίλυ, το ενύπνιο φάντασμα της Γκουίνεβιρ.

“Άκουσα… την εκπομπή σας… χθες.”
“Ελπίζω να σας άρεσε. Το The Love Song of J. Alfred Prufrock είναι το πιο ερωτικό ποίημα του Έλιοτ.”
“Ναι… Έχετε υπέροχη φωνή.”
“Ήταν πολύ καλύτερη, αγόρι μου”.

Τον κοίταξε καλά και μετά τον ρώτησε από που είναι. Μίλησαν λίγο για την Ελλάδα και τον Καβάφη, “τον πιο μοντέρνο αρχαίο ποιητή ή τον πιο αρχαίο μοντέρνο ποιητή”, όπως τον χαρακτήρισε η Μόλλυ.

“Έχετε υπέροχη φωνή.”

Η Μόλλυ γέλασε.
“Μου το είπες αυτό.”

~

Ο Αδάμ δεν είχε τίποτα άλλο να πει. Κατάλαβε ότι είχε χάσει, ότι είχε αργήσει, πενήντα χρόνια.

For god’s sake! Όσο και να έπινε δεν θα μπορούσε να, δε θα μπορούσε, όχι, δεν μπορούσε.

Την ευχαρίστησε, χαιρέτησε και την κοκκινομάλλα και πήγε στην παμπ για να θάψει την απογοήτευση του στη Guinness.

~

Το βράδυ άκουσε την εκπομπή. Η Μόλλυ διάβαζε ποίηση του Αλεξανδρινού κι έπαιζε τις μουσικές του Λέοναρντ Κοέν.

“As if long prepared, as if courageous, bid her farewell, the Alexandria that is leaving”.

Η ποίηση δεν μεταφράζεται. Η φωνή της Μόλλυ του φάνηκε γέρικη.

~~{}~~

Το επόμενο πρωινό ο Αδάμ ανέβηκε το ποτάμι.

Συνάντησε την κοκκινομάλλα με την αστεία φωνή και το άσπρο δέρμα. Περπάτησαν μαζί, έφαγαν μαζί. Το βράδυ κοιμήθηκαν μαζί.

Κι είχε, πράγματι, ροζ θηλές.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~