Mια αριστεροτίμονη Jaguar XJS, V12, του 1988

0
766

(Τετράδια Συνεργείου)

Η Άβα (από τη Γεωργία)

Την Άβα τη γνώρισα στα 16 μου. Τότε που άλλαξα γειτονιά κι εγώ και σχολείο. Καθόταν μόνη στο θρανίο κι εγώ πολύ φυσικά πήγα και κάθισα δίπλα της. Έτσι τελειώσαμε και το λύκειο. Δίπλα – δίπλα. Κολλήσαμε. Την επέλεξα και με επέλεξε. Μετά από χρόνια σκεφτόμουν το πώς και το γιατί. Και δεν ήταν μόνο τα ονόματά μας. Η Εύα και η Άβα.

Όταν μου μίλησε για τ’ όνομά της χαμογέλασα αμήχανα κι αυτή ξεκαρδίστηκε στα γέλια, αφού απείχε πολύ απ’ την εικόνα της γυναικάρας Γκάρντνερ. Το μόνο τους κοινό που θα μπορούσε ίσως να βρει κανείς ήταν το μαύρο χρώμα των μαλλιών τους. Κατά τ’ άλλα, της Άβας ήταν κάτι άγρια, κοντοκουρεμένα ατίθασα καρφιά.

Η Άβα, όπως τη γνώρισα εγώ, ήταν ένα πλάσμα πανέξυπνο, με κάτι μαύρα μάτια που έβγαζαν σπίθες κι ένα υπέροχο γέλιο, γεμάτο, που πλημμύριζε το χώρο. Ήταν μικροκαμωμένη, πολύ αδύνατη και με ανύπαρκτο στήθος. Σίγουρα δεν την έλεγες sex symbol. Τα ρούχα της είχαν όλες τις αποχρώσεις του μαύρου εκτός από τα πολύχρωμα χειμωνιάτικα μακριά κασκόλ της που τα έπλεκε η μαμά της, η κυρία Ασπασία.

Η Άβα δεν ήθελε να ξεχωρίζει ούτε μέσα στην τάξη, ούτε και στις παρέες.

Επέλεξε να είναι μια μέτρια μαθήτρια. Δεν απαντούσε πότε σε όλα όσα την ρωτούσαν, δεν έγραφε ποτέ όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα, ούτε και έκανε όλες τις εργασίες της. Στις παρέες, όταν εμφανιζόταν, ήταν ήσυχη και λιγομίλητη και σπάνια άφηνε να ακουστεί το γαργαριστό της γέλιο. Αυτό το προνόμιο το απέκτησα πολύ σύντομα εγώ.

Το μυστικό της το ανακάλυψα σταδιακά. Κάθε φορά που παιδευόμουν σε διαγώνισμα ή κόμπιαζα να απαντήσω σε ερώτηση, μου ψιθύριζε τη σωστή απάντηση, ολόσωστη. Κατάλαβα λοιπόν με τον καιρό ότι η Άβα τα ήξερε όλα, καλύτερα απ’ όλους, συμμαθητές και καθηγητές και απλώς επέλεγε να λέει και να γράφει ό,τι και όταν της έκανε κέφι κάθε φορά.

Είχε κάτι δικούς της κανόνες – αλγόριθμους για να επιλέγει σε τι, πότε και πώς θα απαντήσει. Ήξερε πια ότι ήξερα, αλλά δεν το συζητήσαμε ποτέ. Ήταν το μυστικό μας. Κάθε μέρα μετά το σχολείο πηγαίναμε μια στο δικό της σπίτι και μια στο δικό μου για να διαβάσουμε. Πράγματα που στο σχολείο μου φαινόταν βαρετά, ανούσια ή ακατανόητα, από τα χείλη της μετατρεπόταν σε απολαυστική περιπέτεια. Έτσι κοντά της έγινα μια άριστη μαθήτρια.

Η Άβα λοιπόν, η τόσο ξεχωριστή, είχε επιλέξει να «φανερωθεί» μόνο σε μένα, την καινούρια, μοναδική της φίλη. Λέγαμε πολλά οι δυο μας. Κι όταν δε λέγαμε, καταλαβαινόμασταν με μια ματιά.

Γενικά η Άβα δεν ξεσήκωνε μεγάλα πάθη, μάλλον προκαλούσε μέτρια συναισθήματα. Όλοι στο σχολείο εκτός απ’ την κ. Γεωργίου, τη μαθηματικό, που είχαμε για 3 μήνες μόνο, την έβλεπαν ως μια μέτρια, αδιάφορη μαθήτρια, λίγο παράξενη και μοναχική, που βρήκε επιτέλους μια φίλη. Η κ. Γεωργίου όμως την κοιτούσε πάντα με αγάπη. Προσπαθούσε να την πλησιάσει και να την ενθαρρύνει να αναδειχθεί και μόλις άρχισε να κερδίζει κάπως την εμπιστοσύνη της Άβας, αναγκάστηκε να φύγει για προσωπικούς λόγους.

Οι συμμαθητές μας δεν κυνηγούσαν την παρέα της, ούτε και την απέφευγαν. Την καλούσαν στα πάρτι, άμα βρισκόταν στο οπτικό τους πεδίο όταν συζητούσαν για αυτά, αλλιώς την ξεχνούσαν. Αυτή βέβαια δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ. Μόνο καμιά φορά μετά από πολλά παρακάλια, μου έκανε καμιά φορά το χατίρι κι ερχόταν.

Δεν μου είχε μιλήσει ποτέ για τον Άρη, μα καταλάβαινα. Ήταν ερωτευμένη μαζί του χρόνια. Ο Άρης, ήταν ένα κλειστό, μελαγχολικό αγόρι, που έπαιζε βιολί και διάβαζε βιβλία αστρονομίας. Σ’ ένα πάρτι απ’ τα σπάνια που πήγαιναν κι ένας κι ο άλλος, κάθισαν δίπλα για αρκετή ώρα κι αφού κατέβασαν κάμποσες μπύρες φιλήθηκαν. Κι από τότε δεν ξαναμίλησαν. Ο Άρης δε σήκωνε καν τα μάτια του να την κοιτάξει και η Άβα έχανε το γέλιο των ματιών της όταν τον κοιτούσε.

Η Άβα, όπως ξαναείπα, ήταν ήσυχη και λιγομίλητη. Μόνο όταν μέναμε οι δυο μας μεταμορφωνόταν. Όταν μιλούσε και μου μάθαινε με τον πιο όμορφο, απαλό κι ευγενικό τρόπο όσα ήξερε, έμοιαζε να ίπταται σχεδόν άυλη μες το δωμάτιο και με φωνή καθαρή, τρυφερή, μαγευτική, βουτούσε με μεγάλη ακρίβεια στα κατάλληλα πεδία του εγκεφάλου μου και κατέγραφε, κατέγραφε…

Στο σπίτι της επικρατούσε πάντα ησυχία. Λίγες κουβέντες πού και πού. Οι αναγκαίες. Οι γονείς της, ο κύριος Αρχέλαος και η κυρία Ασπασία, ακολουθούσαν με θρησκευτική ευλάβεια τη ρουτίνα τους. Ο κύριος Αρχέλαος να επιστρέφει κάθε μέρα στις 4 παρά 10 ακριβώς από το γραφείο. Η κυρία Ασπασία να τον περιμένει να φάνε τα άνοστα φαγητά της – άνοστα για μένα βέβαια, που η λιχουδιάρα μάνα μου μαγείρευε εξαιρετικά. Καθόταν οι δυο τους στο τραπέζι, αντάλλασσαν τις ελάχιστες, συνήθεις κουβέντες τους για το πρωινό που πέρασε και αποχωρούσαν, αφού μάζευαν μαζί τα πιάτα στο πλυντήριο. Μετά ξάπλωνε ο ένας στον έναν καναπέ διαβάζοντας την εφημερίδα του και η άλλη στον άλλο καναπέ διαβάζοντας το βιβλίο της. Κάτι σε ιστορικό μυθιστόρημα πάντα.

Ο κύριος Αρχέλαος ήταν υπάλληλος λογιστηρίου σε ένα υπουργείο, ούτε ξέρω ποιο. Αν υπήρχε υπουργείο σιωπής, θα ήταν σίγουρα υπάλληλος σ’ αυτό. Υψηλόβαθμος κιόλας. Η κυρία Ασπασία έπαψε να δουλεύει από τότε που άρχισε να δοκιμάζει την τύχη της με τις εξωσωματικές. Τότε σταμάτησε τη δουλειά της στο εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο με την ενθάρρυνση του συζύγου της. Πολύ ορθοστασία. Ο κύριος Αρχέλαος βέβαια, που γενικώς ήταν πιο ουδέτερος κι απ’ τα νετρόνια, είχε μόνο ένα θέμα στο οποίο δε σήκωνε συζήτηση κι αυτό ήταν τα θρησκευτικά θέματα. Για την ακρίβεια ήταν «αλλεργικός» σ’ αυτά. Έκανε πέτρα την καρδιά του για τη δουλειά της γυναίκας του αφού ήταν επιλογή της, μέχρι να πάρει το μέρος του η τύχη, για την ακρίβεια η ατυχία, δηλαδή οι ατυχείς απόπειρες γονιμοποίησης της κυρίας Ασπασίας και να ησυχάσει απ’ αυτό το αγκάθι. Το μόνο θρησκευτικό που ανέχονταν στο σπίτι του ήταν τα ράσα του πάτερ Ανάργυρου, του πεθερού του και μέχρι εκεί.

Την Άβα δεν την πίεζαν σε τίποτε και δεν την μάλωναν ποτέ, ούτε τη βομβάρδιζαν με πολλά λόγια σαν τους δικούς μου. Της είχαν διαβάσει άλλωστε τόσα βιβλία όταν ήταν μικρή που νομίζω ότι εξάντλησαν το απόθεμα της ομιλίας τους εκεί. Την κοιτούσαν μόνο με μια ήσυχη αγάπη και την άφηναν στην ησυχία της.

Την ησυχία του Ταρικέικου έσπαγε η φωνή της κυρίας Αλκμήνης, της γιαγιάς της Άβας, που τους επισκέπτονταν μια φορά κάθε δεύτερη Παρασκευή. Πρώτα κατέφθανε το άρωμά της, Chanel No 5 και μετά αυτή, στην τρίχα. Μιλούσε για όλους, για όλα και εκ μέρους όλων. Μόνο εκ μέρους της Άβας δε μιλούσε. Της είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Την κοίταζε με λατρεία και λύπη μαζί. Με λατρεία γιατί ήταν η Άβα της και με λύπη γιατί δεν έβλεπε καμία διάθεση απ’ την εγγονή της να επαληθεύσει την επιλογή του ονόματός της. Κάθε φορά της έφερνε κι από ένα δωράκι. Ρούχο, αξεσουάρ ή καλλυντικό. Κάτι μοδάτο κι ακριβό πάντα. «Για όταν θα βγείτε με την Εύα» έλεγε υπαινικτικά αλλά απαλά . Η Άβα το έπαιρνε, της έδινε δυο σβουριχτά φιλιά στα μάγουλα και μετά προσφερόταν να μου το χαρίσει. Όλη την ώρα δανειζόμουν κάτι, αλλά πάντα τα επέστρεφα, από φόβο κυρίως στην κυρία Αλκμήνη.

Η Άβα Γκάρντνερ είχε πεθάνει εντωμεταξύ από καιρό.

Η Άβα σύχναζε σε βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία. Ξεφυλλίζε βιβλία απ’ όλα τα τμήματα. Μόνο ξεφύλλιζε, σκάναρε και αποθήκευε με ακρίβεια το περιεχόμενό των σελίδων. Αυτό βέβαια το κατάλαβα πολλά χρόνια μετά, όταν πια είχαμε χαθεί με την Άβα. Τα πώς και τα γιατί δεν μ’ απασχολούσαν τότε.

Το σπίτι μου για την Άβα ήταν ένα είδος λούνα παρκ. Ίλιγγος από νόστιμα φαγητά με περιττές θερμίδες και φασαρία από περιττά κυρίως λόγια. Εκεί άκουγα συχνά το υπέροχο γέλιο της. Διασκέδαζε μ’ αυτήν την καταιγίδα από απόψεις κι ερωτήσεις των δικών μου στις οποίες σπάνια προλάβαινε ν’ απαντήσει έτσι που μιλούσαν όλοι μαζί.

Τα χρόνια του Λυκείου πέρασαν και οι δρόμοι μας χώρισαν. Εγώ στην Ιατρική και η Άβα στην Αμερική. Με τα χρήματα που της έδωσε η γιαγιά της έφυγε για σπουδές… Με mail που λιγόστευαν με τον καιρό, της έλεγα τα νέα μου και μάθαινα για τις δουλειές που έκανε. Από γκαρσόνα μέχρι βοηθός σε συνεργείο. Για σπουδές, ούτε λέξη… Για τα ερωτικά, κουβέντα… Δεν το συνήθιζε ποτέ άλλωστε.

Στο μεταξύ πέθανε κι ο κύριος Αρχέλαος, ένα Σάββατο βράδυ, στην αρχή της καλοκαιρινής του άδειας, αφού είχε ταχτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες του γραφείου. Πέθανε στα 61 του ξαφνικά, αλλά απολύτως ήσυχα, στον ύπνο του. Δεν ταλαιπώρησε κανέναν με αρρώστιες. Ανακοπή. Η κυρία Ασπασία τον έκλαψε ήσυχα και συνέχιζε να πλέκει κασκόλ και να διαβάζει βιβλία, ιστορικά μυθιστορήματα, ακολουθώντας κατά γράμμα τη ρουτίνα της, μόνη πια και ακόμη πιο λιγομίλητη. Η κυρία Αλκμήνη δεν άντεξε το χαμό του μοναχογιού της και πολύ σύντομα εμφάνισε το Αλτσχάιμερ που μάλλον προβλεπόταν για αργότερα.

Εγώ χάθηκα σε εξετάσεις και έρωτες και έχασα την επαφή με την Άβα. Ήταν ένα καλοκαίρι που συνειδητοποίησα τι ήταν αυτό το πλάσμα που γνώρισα και κολλήσαμε τόσο πολύ και τόσο όμορφα. Βουτούσα το κεφάλι μου ξανά και ξανά σε μια θάλασσα μαγεία, με τον ήλιο να καίει, σε μια ερημική παραλία της Νάξου και μέσα στην απόλυτη ησυχία της βουτιάς, θυμήθηκα την ησυχία της οικογένειας Ταρίκου και την μαγεία της Άβας και όλα μπήκαν στη θέση τους. Η Άβα ήταν κάτι άλλο. Κάτι πολύ άλλο. Ήξερα πόσο άλλο ήταν αλλά δεν μπορούσα να το ονοματίσω αλλιώς. Μόνο Άβα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Ευγένιος (από τον Τάσο)

Τον Ευγένιο τον γνώρισα σε μια βραδινή έξοδο πριν περίπου τρία χρόνια. Είχαμε βγει όλη η παρέα για να γιορτάσουμε τα γενέθλια της Ειρήνης, πίνοντας ρακή. Ο Ευγένιος ήταν ξάδερφός της. Δεν σου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση με την πρώτη ματιά. Μέτριο ύψος, κανονικά κιλά, μέτρια ομορφιά, ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Κάθισα δίπλα του, στη μόνη άδεια καρέκλα που είχε μείνει στο τραπέζι. Συστηθήκαμε και όρμηξα να χωθώ στη συζήτηση των άλλων. Είχα να τους δω αρκετές μέρες και είχα ανάγκη τα συνήθη πειράγματα. Είπαμε τα νέα μας, τα οποία δεν διέφεραν ιδιαίτερα από εκείνα που είπαμε την τελευταία φορά, ίσως και να ήταν κι ακριβώς τα ίδια. Στο ενδιάμεσο λέγαμε κάποιες κουβέντες με τον Ευγένιο. Παρ’ όλο που δεν έλεγε πολλά, απαντούσε με πολύ καλή διάθεση και ρωτούσε κι ο ίδιος με τρόπο που έδειχνε αληθινό ενδιαφέρον. Είχε έρθει πριν λίγες εβδομάδες στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη και δούλευε λογιστής σε μια εταιρεία.

«Ευχαριστημένος;», τον ρώτησα και την ίδια στιγμή μετάνιωσα για την κοινότοπη ερώτηση που μόνο κοινότοπες απαντήσεις μπορεί να φέρει.
«Ναι, μια χαρά», απάντησε χαμογελώντας, δείχνοντας να καταλαβαίνει την τελευταία μου σκέψη.

Η συζήτηση στην παρέα προχώρησε σε πιο γενικά θέματα: επικαιρότητα, πολιτική, αμπελοφιλοσοφίες. Λίγο πολύ γνωρίζαμε τι θα πει ο καθένας, μια συζήτηση που επαναλαμβανόταν κάθε φορά με μικρές διαφοροποιήσεις. Ο Ευγένιος συμμετείχε με κάποια συγκαταβατικά νηφάλια νεύματα, μιλώντας πού και πού, κυρίως με την ξαδέρφη του. Έπινε και κάπνιζε πιο πολύ απ’ όλους, δίχως να δείχνει καθόλου βαρεμάρα. Το βλέμμα του ήταν διεισδυτικό, παρατηρούσε τα πάντα με προσοχή. Ένιωθες πως κατέγραφε τα χαρακτηριστικά και τις εκφράσεις όλων των προσώπων, άλλοτε τα ρούχα τους κι άλλοτε τα διακοσμητικά αντικείμενα που κρέμονταν στους τοίχους. Το βλέμμα του δεν ήταν χαμένο ούτε κολλούσε για πολύ ώρα, δεν ήταν ρεμβασμός. Φαινόταν σαν να εργαζόταν εντατικά για κάποιο σκοπό. Ένιωθα την ανάγκη να του πιάσω κουβέντα, όχι από ευγένεια, αλλά από μια διψασμένη περιέργεια.

«Εσύ Ευγένιε τι γνώμη έχεις για όλα αυτά;»
«Ποια εννοείς;»
«Για τους παπάδες ας πούμε, για τη θρησκεία»
«Έπαψε να μ’ απασχολεί εδώ και πολύ καιρό. Απ’ ότι κατάλαβα κι εσένα το ίδιο»
Άναψε ένα τσιγάρο συνεχίζοντας να με κοιτάει, σαν να περιεργαζόταν ένα σχέδιο. Ήμουν σε αναμονή για κάποια δευτερόλεπτα.
«Τι σ’ απασχολεί στ’ αλήθεια;», μου είπε.
«Γενικά;»
«Ναι, γενικά στη ζωή, τι σ’ απασχολεί;»
«Με βάζεις στα βαθειά και με πιάνεις απροετοίμαστο. Δεν… Θες να μου πεις εσύ;»

Αυτός μόνο απροετοίμαστος δεν ήταν γι’ αυτήν την απάντηση. Χαμογέλασε ελαφρώς, πήρε μια βαθιά τζούρα και κατέβασε βιαστικά την υπόλοιπη ρακή απ’ το ποτήρι του.

«Με απασχολούν τα πάντα γύρω μου και κυρίως αυτά που βλέπω. Ψάχνω το όμορφο σε κάθε πιθανό σημείο. Μια κρυφή ρυτίδα που εμφανίζεται με μια μόνο συγκεκριμένη έκφραση, οι πτυχώσεις της μπλούζας στην περιοχή των ώμων την ώρα που κάποιος μιλάει έντονα, τα σκαλιστά λουλουδάκια στην κορνίζα ενός, κατά τ΄ άλλα αδιάφορου, πίνακα στον τοίχο. Αφήνω τα πράγματα να μου μιλήσουν. Μου διηγούνται ιστορίες, εγώ προσθέτω τις δικές μου και γεννιούνται νέες. Πολλές φορές τις καταγράφω. Να, όταν γυρίσω σπίτι αργότερα θα γράψω μερικές αράδες.»

Έμεινα λίγο να τον κοιτάω καθώς επεξεργαζόμουν αυτά που άκουσα.
«Μου ακούγεται παράξενο αλλά… ωραίο. Αν και δεν καταλαβαίνω πώς το κάνεις και κυρίως γιατί το κάνεις.»
«Όσο γι’ αυτό… Οι φίλοι σου φαίνεται να ζητούν την παρέα σου. Θα σου πω την επόμενη φορά που θα βρεθούμε. Έτσι κι αλλιώς φεύγω.
Ακουγόταν σίγουρος ότι θα τα ξαναπούμε, όσο σίγουρος ήμουν κι εγώ.
«Ναι οπωσδήποτε»

Ξανασυναντηθήκαμε μετά από δυο εβδομάδες σε ένα μπαράκι. Αυτή τη φορά ήμασταν λιγότεροι, τέσσερις στο σύνολο. Αφού χαιρετηθήκαμε και τσουγκρίσαμε τα πρώτα ποτά, διασπαστήκαμε σε δυάδες. Η Ειρήνη και ο Μιχάλης άρχισαν να φλερτάρουν, όπως συνήθιζαν συχνά το τελευταίο διάστημα. Ο Ευγένιος δεν έκανε καμία εισαγωγή.
«Πλήξη»
Τον κοιτούσα με απορία περιμένοντας.
«Η μεγαλύτερη αρρώστια του ανθρώπου μετά τον θάνατο, αν μπορούμε να εκλάβουμε το θάνατο ως αρρώστια. Γι’ αυτό θέλω να γράφω ιστορίες και παραμύθια, γι’ αυτό θέλω να κουράζω το μυαλό μου παρατηρώντας τα πράγματα, για να διώξω την πλήξη»
«Η πλήξη, ναι… Πάντα τη θεωρούσα εχθρό, αλλά δεν την υπολόγιζα τόσο σοβαρά»

«Οτιδήποτε κάνουμε, πέρα από την επιβίωση, το κάνουμε για να ξεγελάσουμε την πλήξη. Όμως τίποτα δεν αρκεί, είναι πάντα εκεί. Τη διώχνουμε προσωρινά, αλλά επιστρέφει πάντα δυνατή. Εθιζόμαστε σχεδόν στα πάντα και καταλήγουμε στο έγκλημα γι’ αυτήν. Εγώ ήμουν τυχερός και βρήκα έναν τρόπο να την κρατάω σε απόσταση. Έπλαθα παραμύθια με πρώτες ύλες που μου προσέφεραν τα μάτια μου. Αυτό κράτησε για πολλά χρόνια ώσπου η καθημερινότητα και τα προβλήματα μ’ έκαναν να ξεχάσω αυτήν την τέχνη. Όλα έγιναν συνήθεια και αριθμοί.»

Είχε μείνει τζιν μέχρι τη μέση στο ποτήρι του και το κατέβασε όλο.
«Στα 22 μου έχασα τη μητέρα μου και σχεδόν αυτόματα επανήλθε αυτή μου η ανάγκη. Ξαναθυμήθηκα… Έκτοτε δεν έχω σταματήσει να γράφω, να κοιτάω και να γράφω, να γράφω και να κοιτάω. Καταπολεμάω μια αρρώστια με μιαν άλλη, καλύτερη!»
«Και δεν κουράζεσαι;»
«Κουράζομαι, κάποιες φορές κουράζομαι πολύ. Όμως…»
«Παιδιά αφήστε τις φιλοσοφίες, ελάτε να τα πούμε όλοι μαζί!»
Η συζήτηση διακόπηκε απότομα. Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε με αρκετό κέφι, λίγο χορό και πολύ ποτό.

Από τότε έχουμε βρεθεί πολλές φορές με τον Ευγένιο, είτε με παρέα είτε μόνοι. Πάντα βρίσκουμε κάτι να πούμε, σαν να κάνουμε μια και μόνο συζήτηση με μεγάλα διαλείμματα. Αυτό που δεν μου είχε πει είναι ότι η αρρώστια του είναι μεταδοτική. Ξεκίνησα να γράφω, να κοιτάω και να γράφω!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στη Τζάγκουαρ (Από τη Γεωργία)

Η Άβα ήρθε τελευταία φορά στην Ελλάδα πριν 3 χρόνια, για την κηδεία του πατέρα της, του κυρίου Αρχέλαου που πέθανε ξαφνικά και ήσυχα στον ύπνο του. Τον κράτησαν στο ψυγείο για λίγες μέρες μέχρι να φτάσει η μοναχοκόρη του και να τον κηδέψουν. Έμεινε κοντά στους τρεις μήνες τότε και δεν βγήκε και πολλές φορές απ’ το πατρικό της. Δύσκολοι μήνες. Κενό, λύπη, σιγή, αμηχανία, πάγωμα, αδυναμία, θυμός, κράτημα, ευθύνη, δυσκολία, πόνος, βάρος.

Η κυρία Ασπασία, παράλληλα με τον πόνο της για την απώλεια του συζύγου της, ένιωθε ξεκάθαρα και το βάρος των συναισθημάτων της κόρης της. Δεν είχαν μάθει να λένε πολλά κι έτσι δεν ήξερε πώς να την παρηγορήσει με λόγια, όμως ήξερε στα σίγουρα πώς έπρεπε να την «διώξει» σύντομα μακριά απ’ το σπίτι. Κι όχι μόνο για χάρη της Άβας, αλλά και για την ίδια την Ασπασία. Μέχρι που άρχισε να βγαίνει η ίδια της απ’ το σπίτι, πολύ πιο τακτικά απ’ ό,τι στο παρελθόν. Παράτησε το πλέξιμο και άρχισε τον κινηματογράφο. Πήγαινε και με τον Αρχέλαο σινεμά, αλλά όχι και πολύ συχνά.

Η φίλη της η Λίτσα, άρρωστη κινηματογραφόφιλη, ήταν πάντα διαθέσιμη κι ευχάριστη παρέα. Στην αρχή το έκανε για να δείξει στην Άβα ότι είναι καλά και μπορεί να ξαναγυρίσει πίσω στις σπουδές της χωρίς την έννοια της μητέρας της. Μετά άρχισε να της αρέσει. Έτσι πείστηκε η Άβα κι αναχώρησε ξανά για την Αμερική λίγο πιο ήσυχη. Όχι όμως πολύ ήσυχη γιατί ήταν κι η γιαγιά της που δεν έδειχνε καθόλου καλά σημάδια για τα μέλλον της.

Στο διάστημα των τριών αυτών μηνών η Άβα, ταυτόχρονα με το πένθος για τον πατέρα της, συνέχιζε να κάνει αυτό που έκανε πάντα. «Ξεφύλλιζε» τα βιβλία. Το έκανε πιστεύοντας ότι θα λειτουργήσει αγχολυτικά, σαν ένα τρόπο απόδρασης απ’ τα συναισθήματά της. Πίστευε ότι θα γύριζε στον κόσμο που τόσο καλά ένιωθε μέσα του και θα ξεχνιόταν «ζώντας» τις ζωές των ηρώων. Θα χανόταν και θα χαιρόταν. Αντί γι’ αυτό όμως το μόνο που κατάφερνε ήταν ν’ αποτυπώνει αυτόματα σελίδες με την ίδια ευχαρίστηση που ένας Gastarbeiter προσθέτει φλάντζες σε κορδέλα παραγωγής εργοστασίου που κατασκευάζει βρύσες – μπαταρίας, στο Μόναχο της Γερμανίας.

Το κεφάλι της ετοιμαζόταν για το big bang. Συσσώρευε, συσσώρευε, συσσώρευε χωρίς εκτόνωση, χωρίς παραγωγή εικόνων, ονείρων, σεναρίων. Και το βάρος, παρέμενε βάρος.

Μ’ αυτή την καινούρια αίσθηση των βιβλίων, επέστρεψε η Άβα στις σπουδές της που είχαν θέμα φυσικά «Library and Information Science»… Όλα είχαν αλλάξει. Τα βιβλία έπαψαν να είναι συνεργοί μαγείας και κατέληξαν απλά σύνεργα καταναγκασμού. Οι light δουλειές που έκανε part time, όπως το επέτρεπε η βίζα της ως φοιτήτρια δηλαδή, άρχισαν να γίνονται harder και πιο full time, ασχέτως βίζας δηλαδή, όσο έβλεπε πως δεν άλλαζε το νέο status επαφής με τα βιβλία. Η αλήθεια είναι ότι το βάρος της απώλειας του πατέρα της έφυγε σιγά – σιγά και αντικαταστάθηκε από το βάρος 6 κιλών λίπους και μυϊκής μάζας. Η Άβα επιτέλους κατάφερε να φτάσει τα 50 κιλά.

Κάπως έτσι, μετά από 3 χρόνια, προσπαθώντας να δραπετεύσει απ’ τις σελίδες των βιβλίων, άφησε πίσω της την αμερικανική ήπειρο κι επέστρεψε στην ευρωπαϊκή, με το Queen Mary 2, το υπερπολυτελές κρουαζιερόπλοιο που ξεκινούσε απ’ τη Νέα Υόρκη και έφτανε στο Σαουθάμπτον διασχίζοντας τον Ατλαντικό σε 8 μέρες, ξοδεύοντας μεγάλο μέρος του καθόλου αξιοκαταφρόνητου ποσού που της είχε διαθέσει η γιαγιά της η Αλκμήνη για πολλά χρόνια σπουδών. Η γιαγιά της που όλα αυτά τα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα της, κατάφερε να της μιλήσει ελάχιστα, χαμένη στον κόσμο της άνοιας του Αλτσχάιμερ.

Μέσα στο πλοίο ήταν που γνώρισε και την Άννα που της άρεσε να ταξιδεύει μόνο πάνω στην επιφάνεια της γης, ξηράς ή θαλάσσης, και που θα την περίμενε στο λιμάνι ο ξάδερφός της ο Ευγένιος για να την βοηθήσει να φορτώσει τις 7 βαλίτσες της στο τρένο για το Λονδίνο. Ο Ευγένιος έμενε τους τελευταίους 6 μήνες στο Σαουθάμπτον, για κάτι προγράμματα της ναυτιλιακής εταιρείας στην οποία δούλευε ως λογιστής στην Ελλάδα. Εκεί στο λιμάνι του Σαουθάμπτον θα προλάβαινε να δει για λίγο την Άννα και να την βοηθήσει με τα πράγματά της. Μετά από δυο μέρες θα εγκατέλειπε κι αυτός αυτή την πόλη του Τιτανικού.

Η Άβα και η Άννα κατέβηκαν μαζί απ’ το καράβι και καθώς έμεναν 2 ώρες ακόμη μέχρι την αναχώρηση του τρένου για το Λονδίνο, η Άννα πρότεινε στην Άβα να πιει έναν ακόμη καφέ μαζί της, στη στεριά τώρα και με την ευκαιρία να γνωρίσει και τον ξάδερφό της.

Έτσι η Άβα γνωρίστηκε με τον Ευγένιο που σε δυο μέρες θα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα, δια ξηράς, αφού οι αγορές που έκανε δεν του επέτρεπαν να ταξιδέψει με αεροπλάνο. Κάπως έτσι το είπε ο Ευγένιος και η Άβα φαντάστηκε ότι το οικόσημο της οικογένειας Ραδινού – έτσι λεγόταν η Άννα κι ο Ευγένιος που ήταν παιδιά δυο αδερφών – ήταν η βαλίτσα. Όμως η αγορά του Ευγένιου ήταν ένα αυτοκίνητο, όχι οποιοδήποτε αυτοκίνητο, αλλά μια αριστεροτίμονη Jaguar XJS, V12 του 1988, που βρήκε σε τιμή ευκαιρίας. Της Άβας της έτρεξαν τα σάλια, στο άκουσμα της Jaguar και χωρίς να το καταλάβουν καλά – καλά, με την βοήθεια της Άννας φυσικά, βρέθηκαν να δίνουν ραντεβού για να μοιραστούν από κοινού το μακρύ ταξίδι της επιστροφής.

Ο Ευγένιος, στις 7 η ώρα ακριβώς, το πρωί της Παρασκευής, πάρκαρε μπροστά στην είσοδο του ξενοδοχείου. H Άβα αντίκρισε την φρεσκοπλυμένη σκουροπράσινη Jaguar να την περιμένει με ορθάνοιχτες τις δυο της πόρτες και τον Ευγένιο να έρχεται ντροπαλά χαμογελαστός προς το μέρος της και έβγαλε ένα από εκείνα τα υπέροχα γέλια που συνήθιζε να μοιράζεται με την Εύα χρόνια πριν. Ο Ευγένιος λίγο αμήχανος απ’ το γέλιο της αλλά με μια ευγένεια που ταίριαζε απόλυτα με το αυτοκίνητό και τ’ όνομά του, της πήρε τα πράγματα απ’ τα χέρια και τα έβαλε σ’ ένα κάπως αεροδυναμικό πορτμπαγκάζ που άνετα χωρούσε 2 – 3 πτώματα.

Η Άβα πηγαίνοντας ν’ ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού πρόσεξε μια μεγάλη τρύπα από σκουριά στο τελείωμα της λαμαρίνας του πίσω δεξιού καθίσματος και ξαναγέλασε, πιο συγκρατημένα αυτή τη φορά και συνειδητοποιώντας ότι οι δυο τους είχαν την ίδια ηλικία, αναρωτήθηκε αυτόματα για τις δικές της σκουριές… Αντικρίζοντας και το εσωτερικό της σιγουρεύτηκε πως ο Ευγένιος είχε διαθέσει πολλές ώρες περιποίησης στο φθαρμένο απ’ το χρόνο αυτοκίνητο. Τα καθίσματα και το εσωτερικό απ’ τις πόρτες που ήταν φτιαγμένα από δέρμα στο χρώμα του ηλιοκαμένου ξανθού κι είχαν εμφανή τα σημάδια της φθοράς, αποκαλύπτοντας σε κάποια σημεία και το εσωτερικό υλικό τους, είχαν καθαριστεί με επιμέλεια, πρόσφατα, προσθέτοντας μια διακριτική γυαλάδα.

Η Άβα πήγε να μπει αλλά κάτι παράξενο την έκανε να πισωπατήσει. Οι ζώνες ασφαλείας ήταν βαλμένες ήδη και ξεκινούσαν δίπλα απ’ το παρμπρίζ. Ο Ευγένιος την καθησύχασε και της είπε να μπει και να κλείσει την πόρτα. Μόλις το έκανε η ζώνη πήγε αυτόματα προς τα πίσω, στην γνωστή δηλαδή θέση και ακούμπησε επάνω της.

Το ταμπλό λαμποκοπούσε αν και δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τι ήταν περισσότερα, οι γρατζουνιές ή τα νερά που έκανε το ξύλο φτελιάς με το οποίο – όπως έμαθε αργότερα – ήταν φινιρισμένο το αυτοκίνητο. Ανάμεικτες μυρωδιές έφτασαν στα ρουθούνια της. Την απαλή γλύκα απ’ τα καθίσματα διέκοπτε η λίγο έντονη μυρωδιά του ταμπλό που της θύμιζε το σαλόνι της γιαγιάς της που μύριζε Pronto για το παρκέ και μια δόση τσιγάρου με άρωμα μέντας.

Ο Ευγένιος βλέποντάς την να χαζεύει το ταμπλό θεώρησε καλό να σπάσει την αμηχανία της καινούριας γνωριμίας, εξηγώντας της με κάθε λεπτομέρεια και ιδιαίτερο ενθουσιασμό τι έκανε ή τουλάχιστον τι θα έπρεπε να κάνει, ο καθένας απ’ τους πολλούς πραγματικά διακόπτες του ταμπλό, καθώς και τι σήμαιναν, όποτε λειτουργούσαν οι ενδείξεις των οργάνων. Της έδειξε πώς λειτουργεί το αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων και επίσης πού βρίσκεται κρυμμένο το χειρόφρενο, δηλαδή στην αριστερή μεριά του οδηγού, ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Η Άβα ενθουσιάστηκε με τον ενθουσιασμό του για το απόκτημά του και το 80’s style της Jaguar. Ο ενθουσιασμός της όμως μειώθηκε αισθητά όταν ο Ευγένιος έβαλε μπρος κι έσπρωξε την κασέτα προς το κασετόφωνο.

Sweet dreams are made of this.
Who am I to disagree?
I travel the world
and the seven seas,
everybody’s looking for something…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Autostop (από τον Τάσο)

Βγήκε από την είσοδο της πολυκατοικίας με μια τσάντα στον ώμο, σχεδόν βράδυ ακόμα. Το αυτοκίνητο τον περίμενε στη γωνία, ιδρωμένο από την αφόρητη χθεσινή υγρασία. Έβαλε την τσάντα στο πορτ παγκάζ και άφησε την πόρτα του οδηγού ανοιχτή για να ξεθολώσουν τα τζάμια. Διάλεξε τυχαία έναν σταθμό στο ραδιόφωνο – πάντα τυχαία τους διάλεγε καθώς είχε χαλάσει το φωτεινό καντράν. Έπαιζε κάποια χαλαρά ροκ τραγούδια. Για τη συνέχεια του ταξιδιού υπήρχαν κάποια cd στο ντουλαπάκι. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω, άναψε τσιγάρο και περίμενε.

—-

Ήταν κοντά στο ύψος του Αυλώνα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, με την ομίχλη να πυκνώνει όλο και περισσότερο. Θυμήθηκε τη θητεία του σ’ εκείνο το στρατόπεδο , κάτι που του προκάλεσε μια απρόσμενη νευρικότητα. Αυτό που δεν άντεχε εκεί μέσα ήταν ότι δεν έβρισκε την ομορφιά πουθενά και σε τίποτα. Ακόμα και τα δέντρα, αυτά τα πελώρια πεύκα που υψώνονταν τώρα περήφανα από μακριά, τότε του φαίνονταν σαν φοβισμένες κολώνες, υποταγμένες στις διαταγές γελοίων ανθρωπάκων. Καθώς άναβε τσιγάρο, είδε να βγαίνει λευκός καπνός από το μπροστινό αυτοκίνητο, που έκοψε ταχύτητα αισθητά. Έκοψε κι ο ίδιος ταχύτητα, ακολουθώντας τον καπνό. Σε 500 μέτρα το καπνισμένο αυτοκίνητο μπήκε σε ένα πάρκινγκ κι αυτός το ακολούθησε. Δεν είχε ιδέα από μηχανολογικά και δεν θα έλυνε κάποιο πρόβλημα, ίσως όμως μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι άλλο.

Από το αμάξι βγήκε μια νεαρή γυναίκα, κοντά στα 25, αρκετά αδύνατη, με κατάμαυρα κοντά μαλλιά. Φορούσε ένα μαύρο κοντό φουστάνι. Άνοιξε το καπό και έκανε δυο βήματα προς τα πίσω μέχρι να αραιώσει ο καπνός. Αυτός την πλησίασε. Κοντοστάθηκε για λίγο.

«Είσαι καλά; Έπαθες τίποτα;»
«Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ.»
«Θα ταράχθηκες, δεν συμβαίνει και συχνά αυτό»
«Ναι όντως. Πάντως είμαι ήδη καλύτερα, τουλάχιστον έγινε κοντά στο πάρκινγκ»
«Δεν έχω ιδέα από αυτοκίνητα για να βοηθήσω»
«Το βλέπεις αυτό το ροζ υγρό κάτω; Νομίζω τρύπησε το ψυγείο, δεν θα μπορούσες να κάνεις κάτι. Χρειάζεται συνεργείο.»
«Να καλέσουμε οδική βοήθεια, θες να πάρω εγώ;»

Δεν του απάντησε, έστρεψε το σώμα της προς το δρόμο, με το ένα χέρι στη μέση, κοιτάζοντας τον ορίζοντα. Η ατμόσφαιρα έγινε λίγο πιο καθαρή και μια κόκκινη λωρίδα χαμηλά στον ουρανό προμήνυε την άνοδο του ήλιου. Παρ’ όλο που το πρόσωπό της ήταν σχεδόν παιδικό, του φαινόταν ότι το βλέμμα της κουβαλούσε όλη την εμπειρία του κόσμου.

«Θες ένα τσιγάρο;», της είπε εκτείνοντας το χέρι του με το πακέτο στο χέρι.
«Ναι, ευχαριστώ»

Έμειναν για λίγο αμίλητοι να συνοδεύουν το αμάξι που συνέχιζε κι αυτό να καπνίζει.
«Πού πας αν επιτρέπεται;», τον ρώτησε
«Αλεξανδρούπολη»
«Αλήθεια;», του είπε με έναν συγκρατημένο ενθουσιασμό.
«Εγώ πάω στην Ξάνθη, δεν είναι μια περίεργη σύμπτωση;»
«Ναι, είναι!», της είπε εκδηλώνοντας την έκπληξή του.

Αυτή δίστασε για μια στιγμή, αλλά σύντομα τον κοίταξε με αυτοπεποίθηση.
«Να έρθω μαζί σου; Δεν θέλω να γυρίσω πίσω»
«Ευχαρίστως, αλλά να ξέρεις ότι και το δικό μου το αμάξι δεν είναι καλύτερο. Μου είπαν κάτι για κάποιο πρόβλημα του θερμοστάτη ή του βερμπιλατέρ, πάντως πρέπει να κάνουμε συχνές στάσεις γιατί ανεβάζει εύκολα θερμοκρασία»
«Κανένα πρόβλημα, δεν βιάζομαι και τόσο»
«Και το αυτοκίνητο;»
«Θα το αφήσω εδώ, θα το πάρω κάποια άλλη στιγμή. Λοιπόν, παίρνω τα πράγματά μου και φύγαμε! Δεν το ‘χω ξανακάνει αυτό…»
«Ούτε κι εγώ. Με την ησυχία σου.»

Πήρε μαζί της ένα σάκο και μια μικρότερη τσάντα, έβαλε το σάκο στο πορτ μπαγκάζ και την τσάντα στο πίσω κάθισμα. Κάθισαν και έκλεισαν τις πόρτες ταυτόχρονα. Της ήρθε μια γνώριμη μυρωδιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να την αναγνωρίσει καλύτερα. Ήταν η μυρωδιά χαρτιού αναμεμειγμένη με αυτή του τσιγάρου. Όλα ήταν αρκετά καθαρά και τακτοποιημένα, με εξαίρεση κάποια σημάδια από καύτρα στα καθίσματα και στο πλαϊνό της πόρτας.

«Με λένε Άβα»
«Ευγένιος, χάρηκα»
«Κι εγώ»
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~