Αδιόρατες κλωστές στο χαλί του πεπρωμένου

0
704

(Τετράδια Συνεργείου)

Η Κασσάνδρα (από τον Αντώνη)

Κατέβαινα χαράματα τρέχοντας της σκάλα της πολυκατοικίας, γιατί είχε χαλάσει πάλι το ασανσέρ, και βιαζόμουν να προλάβω το αστικό για το πανεπιστήμιο – εξεταστική γαρ, χωρίς ύπνο όλο το βράδυ, ‘θεωρία αριθμών’. Έμενα στον τέταρτο, αλλά το μόνο φως που άναβε ήταν στο ισόγειο, δεν πτοήθηκα, δυό-δυό τα σκαλιά για να προλ–

ΑΧ!

Στο κατασκότεινο διάδρομο του δεύτερου ορόφου μια σουβλιά από το αριστερό πόδι με διαπέρασε. Απ’ ό,τι κατάλαβα, κυριολεκτικά ένα ‘σουβλί’ είχε ‘διαπεράσει’ την αριστερή πατούσα μου, σαν το κάρφωμα του Χριστού αλλά ανάποδα. Πέφτοντας, γδάρθηκα ολόκληρος από διάφορα άλλα μικρά μεταλλικά αντικείμενα με τα οποία ήταν σπαρμένο το πάτωμα –

ΑΧ!

Τότε θυμήθηκα ότι ο διαχειριστής μου είχε πει ότι το άδειο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου είχε καινούρια ενοικιάστρια, δεν είχα δώσει σημασία τότε. Όπως και ότι το ασανσέρ δεν θα δούλευε για λίγο καιρό, κι ότι προσπαθούσε να μαζέψει τα κοινόχρηστα για να αλλάξει τις λάμπες στις σκάλες που είχαν καεί (hint-hint), ούτε σε αυτά είχα δώσει σημασία…

Η πόρτα άνοιξε σιγά-σιγά κι εμφανίστηκε μια θηλυκιά φιγούρα που μόλις διακρινόταν στο τρεμάμενο ντροπαλό φως που έβγαινε από πίσω της. Στην ηλικία μου, κοντούλα, μελαχροινή, με τριγωνικό πρόσωπο και γαμψή μύτη, και δύο μεταλλικά piercing που έκαναν τα αυτιά της να μοιάζουν με ξωτικού. Ανασηκώθηκα καθώς έσκυψε, και μέσα από τις άτακτες (κι όπως θα μάθαινα αργότερα, εντελώς ανυπότακτες) μπούκλες της, μου μίλησε.

_ Πώς είσαι;
_ Πονάω! Μ’ έχει τρυπήσει ένα σουβλί στο αριστερό πόδι, κι έχω καταγδαρθεί σε όλο το υπόλοιπο σώμα! Ποιός βλαμμένος γέμισε τον τόπο με καρφοπαγίδες;
_ Ποιός βλαμμένος έτρεχε κατεβαίνοντας την αφώτιστη σκάλα;
_ Πρέπει να φύγω, σε μια ώρα δίνω μάθημα, πρέπει να προλάβω!
_ Τέτοια ώρα, μόνο στο νοσοκομείο μπορείς να πας. Αλλά δεν θα προλάβεις το μάθημα.
_ Εσύ έστησες την παγίδα έξω από την πόρτα σου;
_ Ναι, για τους κλέφτες κυρίως. Η γυναικεία ελευθερία είναι απαιτητική.
_ Εγώ δεν είμαι κλέφτης! Είμαι άμαχος πληθυσμός! Μένω στον τέταρτο και χάλασε το ασανσέρ!

Σηκώθηκε αργά, χαϊδεύοντας με το ένα χέρι το μπράτσο του άλλου, στάθηκε όρθια από πάνω μου και με κοίταξε. Με διαπέρασε το βλέμμα από μισόκλειστα μάτια της, ποτέ δεν άνοιγαν περισσότερο, με συντάραξε μια αλλόκοτη αίσθηση νευρωνικού ανατριχιάσματος. Συνεχίζοντας να χαϊδεύει τα μπράτσα της, στράφηκε προς το κηροφώτιστο σπίτι πίσω της.

_ Έλα μέσα να σε βοηθήσω. Θα προλάβεις.

Την ακολούθησα κουτσαίνοντας, σαν ζόμπι και σαν υπνωτισμένος.

Μια αχτίδα συνειδητότητας έλαμψε στιγμιαία στο θολωμένο μου μυαλό: στη γυμνή της πλάτη, πάνω από τους λαγόνες και κάτω από τα πυκνά μαύρα μακριά της μαλλιά, κρύβονταν δύο εξογκώματα σαν φτερά δράκου, υποτυπώδη και ατροφικά…

Η σιλουέτα της μου έκρυψε το φως μπαίνοντας και η πλάτη της χάθηκε στο σκοτάδι. Δεν τα ξαναείδα ποτέ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αδιόρατες κλωστές στο χαλί του πεπρωμένου (από τον Αντώνη)

Ο Τάσος, ο φοιτητής του τετάρτου, της είχε ζητήσει να τον εξυπηρετήσει, να τον πάει με το αυτοκίνητό της στο χωριό του. Δέχτηκε να πληρώσει την τιμή της χωρίς δεύτερη σκέψη – όπως άλλωστε κάθε φορά που της είχε ζητήσει κάτι τα τελευταία τρία χρόνια που γνωρίζονταν. Ο μόνος της ενδοιασμός ήταν ότι ήταν ένα πραγματικό ταξίδι, ένα μακρύ ταξίδι, ένα ταξίδι προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση που την τραβούσε σταθερά όλα τα αυτά τα χρόνια, προς τα εκεί που σθεναρά αντιστεκόταν στον πειρασμό να πάει: προς τα νότια, προς την Αθήνα.

Αυτό που την έπεισε τελικά, ήταν ο λόγος που της ζητούσε ο Τάσος να ταξιδέψουν: ο μικρός του αδερφός είχε πάθει εκτεταμένα εγκαύματα μετα από μια ξαφνική πυρκαγιά στο κατηχητικό του χωριού. Πολλές μικρές, αδιόρατες κλωστές, του χαλιού του πεπρωμένου, φαίνονταν να κλώθονται πίσω από τα μισόκλειστα βλέφαρά της καθώς άκουγε την εξιστόρηση, προς έναν πολύχρωμο φανταχτερό κόμπο που την προσκαλούσε να τον κόψει με τον δικό της μοναδικό τρόπο.

Αλλά μέχρι εκεί. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα να αφεθεί στα ένστικτά της. Τον Τάσο στο χωριό και μετά πίσω πάλι – γρήγορα.

Βέβαια, γρήγορο ταξίδι ήταν ένα από τα δύο πράγματα που η σακαράκα της δεν ήταν σε θέση να κάνει, ένα Fiat 128 του 1973, βαμμένο άσπρο σαν με ασβέστη, και με αρκετά μπουκάλια αντικροτικό στο πορτ-μπαγκάζ για να μπορεί να χρησιμοποιεί αμόλυβδη. Άνετο ταξίδι ήταν το άλλο.

Ετοιμάστηκε γρήγορα και πήρε πολύ λιγότερα προσωπικά αντικείμενα από όσα θα έπαιρνε κανονικά μαζί της – μην τυχόν μπει στον πειρασμό να συνεχίσει. Ο Τάσος τη συνάντησε στην εξώπορτα μ’ ένα σακ-βουαγιάζ στην πλάτη, ανήσυχος προφανώς για τον αδερφό του. Αν είχε ξαναταξιδέψει μαζί της, θα ήταν σίγουρα πολύ περισσότερο ανήσυχος, μια που κανένας απ’ όσους είχαν υπάρξει συνοδηγοί της δεν νοσταλγούσε την εμπειρία! Αλλά η ανάγκη συνταιριάζει περίεργους συνοδοιπόρους.

Φτάνοντας στο χωριό, μετά από ένα εξαντλητικό – για τον Τάσο – ταξίδι, σταμάτησαν στην πλατεία και τον κατέβασε. Συνέχισε τη διαδρομή μέχρι την άλλη έξοδο του χωριού, που σαν να ξεπετάχτηκε κατευθείαν από το τραγούδι του Σαββόπουλου: «… άσπρα χωριουδάκια, κι ασυνάρτητη επαρχία, καθετί μισοχωμένο μες τη γη …», ίδιο κι απαράλλαχτο με τα δύο-τρία προηγούμενά του, και πανομοιότυπο με τα επόμενά του πάνω στον δρόμο. Ένα επαρχιακό χωριό που τρέχει πιο γρήγορα από το αυτοκίνητό σου και σε περιμένει πίσω από κάθε επόμενη στροφή, αλλάζοντας ονόματα για να σε μπερδέψει και να ξεχαστείς, να χαλαρώσεις τις άμυνές σου και να σταματήσεις – κι έτσι να σε κρατήσει εκεί για πάντα.

Εκεί, στην έξοδο, δίπλα στην μεγαλοπρεπή ταμπέλα που ανακοίνωνε ότι επιτέλους το χωριό αυτό έλαβε τέλος, κάθονταν δύο φιγούρες με σακ-βουαγιάζ. Ακουμπούσαν σε μια άλλη, μικρότερη, ταμπέλα την οποία έκρυβαν από το βλέμμα της, και συζητούσαν έντονα δείχνοντας προς την Κασσάνδρα που τους πλησίαζε αργά και επιβλητικά (τον μόνο τρόπο που μπορούσε να χορέψει η σακαράκα της). Δεν φοβήθηκε, παρόλο που το τελευταίο σπίτι του χωριού ήταν πλέον σχεδόν χιλιόμετρο πίσω της – δεν είχε ξαναφοβηθεί μετά από εκείνη την πτώση από τον έκτο στα δεκαεννιά της – που όταν συνήλθε ήταν στο έδαφος αλώβητη, σηκώθηκε και περπάτησε, κι απομακρύνθηκε γοργά από τον τυφλό ζητιάνο που με τεντωμένο αλάθητα τον δείκτη του κατά πάνω της φώναζε: «Πέταξε! Πετάει! Την είδα να πετάει!».

«Μπορείς να μας πας λίγο παρακάτω;» είπε το κορίτσι, πιάνοντας αγκαζέ το αγόρι που ήταν προσηλωμένο σε κάτι που έμοιαζε με μικρή φωτογραφία. «Σε παρακαλώ;» πρόσθεσε μετά από μικρή παύση, σαν να ήταν ασυνήθιστη να το λέει, σαν μικρό παιδί που θα έκανε τα πάντα για να πάρει αυτό που θέλει.

«Πού πηγαίνετε;» ρώτησε η Κασσάνδρα από το κατεβασμένο τζάμι του συνοδηγού που ο Τάσος είχε ξεχάσει ανοιχτό, καθώς σταματούσε το φιλντισένιο αμάξι της δίπλα τους.

«Μακριά, πολύ μακριά,» είπε το κορίτσι, «αλλά βιαζόμαστε να ξεκινήσουμε. Αν πας προς τα εκεί,» γύρισε το κεφάλι δείχνοντας προς την κατεύθυνση που άφηνε πίσω το χωριό, «μας βολεύει. Κι όπου σε βολεύει εσένα, μας αφήνεις.» Ταυτόχρονα το αγόρι έκανε χειρονομίες σαν να ευλογούσε, πρώτα προς το χωριό και μετά προς το αυτοκίνητο και μετά προς τον δρόμο πέρα.

Υποκύπτοντας στην έμπνευση της στιγμής, η Κασσάνδρα άνοιξε τα μάτια της ψυχής της και ρούφηξε την αύρα των συνομιλητών της – το φως της ημέρας χαμήλωσε σαν να έκρυψε τον ήλιο κάποιο γρήγορο σύννεφο, κι ευθύς επανήλθε. Το κορίτσι δεν έδειξε να καταλαβαίνει τίποτα, όμως το αγόρι σταμάτησε ότι έκανε και ακίνητος γούρλωσε τα μάτια κοιτώντας την – κι αυτός δεν καταλάβαινε, αλλά τουλάχιστον αντιλήφθηκε ότι δεν καταλάβαινε.

Χωρίς να κουνήσει το βλέμμα, με τον περίεργο αυτό τρόπο που είχε καλλιεργήσει τη διπλή όραση πίσω από τα χαμηλωμένα βλέφαρά της, η Κασσάνδρα είδε το πολύχρωμο κουβάρι να κυλάει προς την έξοδο του χωριού, ενώ το τραβούσαν πίσω οι λογής-λογής πολύχρωμες κλωστές που το αποτελούσαν, λες και η άλλη άκρη τους ήταν αγκιστρωμένη στο χωριό. Αποφάσισε να επέμβει.

«Μπείτε μέσα!» είπε. Δίπλα της κάθισε το αγόρι, ενώ το κορίτσι αναγκάστηκε να κάνει το γύρο του αυτοκινήτου για να καθίσει πίσω της, καθώς η μια πίσω πόρτα ήταν χαλασμένη. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε από πού προέρχονταν η αίσθηση της βιασύνης που την είχε καταλάβει: από το χωριό ακούγονταν φωνές και κόσμος αγριεμένος που σε θορυβώδες μπουλούκι έρχονταν προς το αυτοκίνητό της.

Έβαλε πρώτη και ξεκίνησε, αργά και επιβλητικά, στο δρόμο, που τότε μόνο αντιλήφθηκε (καθώς φάνηκε η κρυμμένη ταμπέλα) ότι οδηγούσε στην Αθήνα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~