Στο μεθυσμένο καράβι του Σατανά

1
1760

Σ΄αυτό το σημείο η διήγηση μπλέκεται. Υπάρχουν δύο εκδοχές για το τι έγινε όταν ο Αλέξης συνάντησε τους αντάρτες.

Στην πρώτη, έτσι όπως μου την είπαν στην καφετέρια του χωριού, ο Αλέξης βρήκε τους κομμουνιστές έτοιμους να επιτεθούν στο Χελιδόνι. Κι αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο, αφού ο Πρωτονοτάριος όχι μόνο συνεργαζόταν με τους Γερμανούς, αλλά σίτιζε, όπλιζε και μίσθωνε ολόκληρο λόχο από γερμανοτσολιάδες. Ο μεγαλύτερος εχθρός του ήταν ο ΕΛΑΣ κι εφιάλτης του μια κομμουνιστική Ελλάδα.

Οι ναζήδες δεν θα μπορούσαν ποτέ να βρουν τους αντάρτες στα βουνά ούτε ήθελαν ν’ απασχολούν τους στρατιώτες τους. Τα τάγματα ασφαλείας είχαν πολλούς ντόπιους στις τάξεις τους, κι εκείνοι ήξεραν τα ορεινά κατατόπια το ίδιο καλά με τους κομμουνιστές. Άλλωστε το εμφύλιο μίσος είναι πάντα πιο ισχυρό κίνητρο.

Οι αντάρτες ήξεραν για τον λόχο του Πρωτονοτάριου, αλλά ο καπετάνιος Αρθούρος, ψευδώνυμο ενός Θεσσαλονικιού Εβραίου, τους είχε προτρέψει να χτυπήσουν το κεφάλι. Αν σκότωναν δέκα ή πενήντα ταγματασφαλίτες, άλλοι τόσοι θα βρίσκονταν να υπηρετήσουν την κατοχική κυβέρνηση του Ράλλη. Αυτοί ήταν αναλώσιμοι.

Αν όμως σκότωναν τον ίδιο τον Πρωτονοτάριο θα ήταν μια ισχυρή δήλωση προς την προδοτική κυβέρνηση και ταυτόχρονα θα κοβόταν η μηνιαία ενίσχυση.

Ο γιος του Πρωτονοτάριου ήταν πιο μετριοπαθής, κρυφός αγγλόφιλος ουσιαστικά. Ζούσε στην έπαυλη τους στην Πάτρα κι ετοιμαζόταν να πολιτευτεί με τον Παπανδρέου μόλις θα έφευγαν οι Γερμανοί.

Απεχθανόταν εξίσου τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά είχε μεγαλύτερη κατανόηση της πολιτικής, και γνώριζε ποιοι θα κυριαρχούσαν στην Ελλάδα μετά την ήττα των ναζί -που είχε αρχίσει στο ρωσικό μέτωπο.

Αυτή είναι η πρώτη εκδοχή, του καφενείου. Την άλλη την άκουσα απ’ τη γιαγιά μου, που δεν ήξερε πολλά από πολιτική. Η Πηνελόπη μου είπε ότι ο Αλέξης βρήκε τους αντάρτες και τους έπεισε ότι έπρεπε να επιτεθούν στο Χελιδόνι. Το πάθος του για τη Λήδα τον έκανε ατρόμητο ομιλητή και πολεμιστή. Οι κομμουνιστές έχαψαν το παραμύθι του κι ακολούθησαν το σχέδιο του.

~~

Δεν ξέρω ποια απ’ τις δύο εκδοχές είναι η αληθινή. Άλλωστε όλη αυτή η ιστορία μπλέκει τόσο τη φαντασία με την αλήθεια που δύσκολα θα πίστευα το παραμικρό, αν δεν είχα βρεθεί στο θλιμμένο καφενείο του Πεντακόσια.

Το σίγουρο είναι ότι όλα αυτά συνέβησαν. Τώρα πώς και γιατί έγιναν κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα.

Άλλωστε τίποτα δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα, ούτε τα πιο κοινά.

~~

Όπως και να ‘γινε, το θέμα είναι ότι έγινε. Δέκα νύχτες αφότου ο Αλέξης έφυγε απ’ το χωριό οι αντάρτες ξεκίνησαν την επίθεση τους. Λέω νύχτα γιατί τα τοπικά αρχεία των εφημερίδων γράφουν ότι δεν είχε φεγγάρι όταν μετακινήθηκαν.

Μια μικρή ομάδα πήγε στο σταθμό της χωροφυλακής στον Καράτουλα, και έκανε ένα χτύπημα αντιπερισπασμού. Οι χωροφύλακες ειδοποίησαν τον Πρωτονοτάριο κι εκείνος έστειλε τον λόχο του επιτόπου.

Σαν άδειασε το Χελιδόνι η δεύτερη ομάδα των ανταρτών βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί στον ίδιο τον Πρωτονοτάριο, και τον έπιασαν εξ απήνης. Σκότωσαν τρεις λακέδες που προσπάθησαν να αμυνθούν και μπήκαν στο μεγάλο σπίτι.

Μάζεψαν τους αφεντάδες και τους υπηρέτες στο ισόγειο και τους ανακοίνωσαν το σκοπό τους. Θα έπαιρναν τον Πρωτονοτάριο στο βουνό να περάσει λαϊκό δικαστήριο. Ο γέρος δεν φάνηκε να λυγίζει, παρότι ήξερε τι σήμαινε αυτή η απόφαση: Σίγουρη εκτέλεση. Αλλά η κυρά του κι η Λήδα, μαζί κι οι υπηρέτες, ξεκίνησαν να θρηνούν.

Ενώ χειροπέδεναν τον κοτσάμπαση ο Αλέξης ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, στα υπνοδωμάτια των αρχόντων. Δεν του φάνηκε δύσκολο να καταλάβει ποιο ήταν της Λήδας. Παντού φορέματα και καθρέφτες, στηθόδεσμοι πρωτευουσιάνικοι στη ντουλάπα.

Πήγε γρήγορα κι έχωσε το ανίερο ειδώλιο που ‘χε φτιάξει η γητεύτρα μέσα στο στρώμα. Καθώς έβγαινε, νυχοπατώντας, βρέθηκε μπρος στον καπετάνιο.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε ο Σαλονικιός.

Μόνο τον καπετάνιο Αρθούρο φοβόταν ο Αλέξης. Ήταν διαβασμένος άνθρωπος, κάποιοι σύντροφοι έλεγαν ότι ήταν ποιητής, κι ότι είχε ζήσει στο Παρίσι. Ήταν δύσκολο να τον ξεγελάσει. Γι’ αυτό πάντα μπροστά του καμωνόταν τον καιροσκόπο. Καλύτερα να σε μισούν γι’ αυτό που δεν είσαι, παρά να καταλάβουν τι είσαι.

Ο Αλέξης φανέρωσε τι έκρυβε πίσω απ’ την πλάτη του: Την κασετίνα με τα κοσμήματα της Λήδας. Την είχε δει καθώς έβγαινε, κι ο διάβολος τον φώτισε να την πάρει.

«Κλέβεις; Για πλιάτσικο ήρθαμε εδώ ή για δικαιοσύνη;»
«Κλεμμένα είναι», αποκρίθηκε ο Αλέξης. «Από μας τα πήρανε, απ’ τον ιδρώτα μας.»

Ο καπετάνιος φάνηκε να το σκέφτεται.

«Δες, καπετάν Αρθούρε, πόσο καιρό θα στηρίξουμε τον αγώνα μας μ’ αυτά», συνέχισε ο Αλέξης.

Άνοιξε την κασετίνα κι έδειξε τα διαμάντια και τα χρυσά.

«Δεν λες ψέματα», απάντησε εκείνος. «Je ne me sentis plus guidé par les haleurs. Για δες και στ’ άλλα δωμάτια, μήπως έχουν περισσότερα εκεί.»

Ο Αλέξης έφυγε τρέχοντας. Και σκεφτόταν: «Ποιητής εσύ; Τρελός εγώ. Να δούμε ποιος θα κερδίσει.»

~~

Αφού μαζέψαν ό,τι χρυσό κι ασημένιο υπήρχε στο σπίτι σηκώσανε και τον Πρωτονοτάριο για να φύγουν. Μόνο τότε η Λήδα, που δεν είχε σταματήσει να κλαίει, είδε το πρόσωπο του Αλέξη, τα αλλοίθωρα μάτια του.

Εκείνος στάθηκε δίπλα της και της είπε στ’ αυτί: «Τώρα τον φοβάσαι τον χωριάτη, Λήδα Πρωτονοταρίου. Μάθε και το δικό μου όνομα, να ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Αλέξη Δόγκα με λένε. Και θα με παρακαλάς να σε παντρευτώ.»

Ο καπετάνιος βγήκε πρώτος, είδε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος και σφύριξε. Οι σύντροφοι τον ακολούθησαν, ο Αλέξης πήγε πίσω τους, ενώ η Λήδα κοιτούσε, μόνο κοιτούσε.

~~

Το πρώτο βράδυ, μετά την απαγωγή δεν κοιμηθήκαν καθόλου στο σπίτι του Πρωτονοτάριου. Μόνο έκλαιγαν.

Το δεύτερο βράδυ η Λήδα κοιμήθηκε μαζί με τη μητέρα της, περιμένοντας τον αδελφό να έρθει.

Το τρίτο βράδυ, είχε έρθει ο πρωτότοκος, με τη συνοδεία της αστυνομίας πόλεων της Πάτρας. Εκείνος οργάνωσε τον λόχο των Ραλλήδων, να αμύνεται στο Χελιδόνι, προς αποτροπή νέας επίθεσης των κομμουνιστών.

Κι αφού όλα ήταν ειρηνικά η Λήδα πήγε να κοιμηθεί στο δωμάτιο της, στο κρεβάτι της, στο στρώμα της.

Ήταν η νύχτα που μόλις είχε φανεί το φεγγάρι, σαν νυχιά στον ουρανό. Η Λήδα κοιμήθηκε, ονειρεύτηκε, κι όταν ξύπνησε δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό της τον αλλοίθωρο χωριάτη.

~~~~~~~~~~~~~~~

Η συνέχεια εδώ Μαύρος γάμος

~~~~~~~~~~~

Η αρχή της ιστορίας εδώ Η μπαλάντα του θλιμμένου καφενείου