Τα κορίτσια δεν σκοτώνουν δράκους

0
1254

Σ’ ένα χωριό, που το όνομα του δεν θέλω ν’ αναφέρω, ζούσε ένα κορίτσι που ήθελε να γίνει ιππότης.

Το όνομα της ήταν Νέια. Ο πατέρας της ήταν ξυλουργός κι η μάνα της φρόντιζε το σπίτι και τα παιδιά. Τρία στον αριθμό: Δυο αγόρια κι ένα κορίτσι.

Η Νέια δεν ήθελε να γίνει σαν τη μάνα της. Ούτε και σαν τον πατέρα της ήθελε να γίνει. Από μικρή άκουγε ιστορίες για ιππότες και σπουδαία κατορθώματα. Φούσκωσαν τα μυαλά της και πίστεψε ότι μπορούσε να καταφέρει κι εκείνη τα ίδια.

Όταν έγινε δεκάξι θέλησαν να την παντρέψουν για να ησυχάσει. Της προξένεψαν το γιο του φούρναρη κι οι γονείς της ενθουσιάστηκαν. Πού θα ‘βρισκε καλύτερο;

Όμως η Νέια ήθελε να γίνει ιππότης. Και δεν την νοιάζανε οι άντρες. Το ‘πε στη μάνα της κι εκείνη θύμωσε.

«Πώς θα γίνεις ιππότης;» της είπε. «Ούτε άλογο έχεις ούτε θηλυκό όνομα υπάρχει γι’ αυτό. Ιππότισσα;»
«Θα πάω να σκοτώσω τον δράκο», είπε η Νέια.

Γιατί υπήρχε στα ανατολικά η φήμη ενός δράκου.

«Τα κορίτσια δεν σκοτώνουν δράκους», είπε η μάνα της.

Για να βάλει μυαλό την κλείδωσε στην αποθήκη. Αυτό ήταν ένα ετοιμόρροπο πετρόχτιστο δώμα, ξέχωρο απ’ το σπίτι. Το είχαν για να φυλάνε τα ξύλα του χειμώνα, τα δοχεία για το λάδι και το κρασί, καθώς κι ό,τι παλιατζούρα περίσσευε.

Και για να μένει το φίδι.

Το φίδι ήταν καλοκάγαθο κι έφερνε τύχη στο σπίτι. Του έβαζαν ένα κουπάκι γάλα κάθε τόσο, να ‘χει να πίνει όταν δεν έβρισκε ποντίκια.

Η Νέια δεν φοβόταν εκεί μέσα. Είχε μπει πολλές φορές όταν ήταν παιδί για να εξερευνήσει. Πήγε να δει αν το φίδι είχε πιει το γάλα του και βρήκε ένα πουκάμισο.

Το ‘πιασε και θυμήθηκε τα λόγια του παππού της: «Το φίδι είναι σοφό. Για να μεγαλώσει πετάει το παλιό του δέρμα.»

Ο παππούς της ήταν κάποτε αγρότης, αλλά μετά είχε ξενιτευτεί. Είχε γίνει στρατιώτης, μισθοφόρος, κι είχε πολεμήσει σε πολλούς πολέμους. Απ’ τον τελευταίο γύρισε μ’ ένα μάτι λιγότερο κι ένα πόδι κουτσό.

Κάπου στην αποθήκη υπήρχε καταχωνιασμένο και το ξίφος του. Έψαξε και το βρήκε. Ήταν ακόμα βαρύ, όπως το θυμόταν παιδί, αλλά είχε σκουριάσει πια.

Με το σπαθί στο ‘να χέρι και το φιδοπουκάμισο στο άλλο κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Φώναξε τη μάνα της και της είπε ότι είχε αλλάξει γνώμη.

Εκείνη παραξενεύτηκε.
«Σ’ είχα για πιο πεισματάρα».

Την άφησε να βγει κι έτρεξε στην προξενεύτρα να κανονίσουν τους αρραβώνες, τώρα που ‘ταν ζεστή η κόρη.

Εκείνη πήγε στο σπίτι κι έκοψε τα μαλλιά της. Τ’ άπλωσε στο μαξιλάρι και σκέπασε το κρεβάτι, να μοιάζει σαν να κοιμάται. Έπειτα έβαλε όσα τρόφιμα μπορούσε στο δισάκι της, πήρε το σπαθί κι έφυγε απ’ το χωριό.

~~

Λίγες ώρες περπάτημα κι έφτασε στο δάσος. Όταν το περνούσε θα έβγαινε σε άλλη χώρα, σ’ εκείνη όπου ζούσαν πιο μαύροι άνθρωποι με παράξενη λαλιά. Εκεί όπου ζούσαν και δράκοι.

Εννιά μέρες κι εννιά νύχτες περπατούσε. Κάποιες στιγμές σκεφτόταν πόσο λάθος ήταν που έφυγε. Γιατί τα τρόφιμα της τέλειωσαν νωρίς και στο δάσος ήταν δύσκολο να βρει φαΐ.

Μασούσε φλοιούς και φύλλα, σπάνια έβρισκε λίγα μούρα. Να γυρίσει πίσω δεν μπορούσε πια, τα πόδια της δεν την βαστούσαν. Κι ήξερε ότι θα πέθαινε εκεί, χωρίς να σκοτώσει δράκο, χωρίς κανένας να την κλάψει.

Μα λίγο πριν να σωριαστεί βρήκε το δώρο. Ένα ελάφι είχε πιαστεί σε παγίδα για αρκούδες. Ήταν ένα μεγάλο αρσενικό, με σπασμένο το πίσω πόδι, που ‘χε σταματήσει πια να παλεύει. Αλλά στεκόταν όρθιο και την κοιτούσε χωρίς φόβο.

«Είσαι όμορφο», του ‘πε η Νέια. «Είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει. Αλλά πρέπει να σε σκοτώσω.»

Το ελάφι δεν απάντησε, δεν συνηθίζουν να μιλάνε στους ανθρώπους. Ούτε σκιάχτηκε σαν είδε το σπαθί. Η Νέια το ζύγιασε στα χέρια της και χτύπησε το ζώο στο λαιμό. Μα η λεπίδα ήταν στομωμένη, έτσι μόνο λίγο τρύπησε το ελάφι που προσπάθησε να ξεφύγει.

Πάλεψε μαζί του κλαίγοντας. Γιατί χρειάστηκαν δεκάδες χτυπήματα και το ελάφι υπέφερε πολλή ώρα μέχρι που να ξεψυχήσει.

Του ζήτησε συγνώμη για τον πόνο κι άναψε φωτιά. Έπιασε να καπνίζει όσα κομμάτια έκοβε πριν σκουληκιάσουν. Και φυλαγόταν μην ακούσει το αίμα καμιά αρκούδα. Ξεκίνησε να τρώει πριν καλά καλά ψηθεί.

~~

Το αίμα δεν το άκουσε αρκούδα, αλλά τον καπνό τον είδε ο κυνηγός που ‘χε στήσει την παγίδα. Έφτασε στη φωτιά με τρία άλογα, φορτωμένα δέρματα και γούνες.

Η Νέια παράτησε το κρέας κι έπιασε το σπαθί.

«Πρώτη φορά βλέπω κλέφτη σαν του λόγου σου», της είπε ο κυνηγός.
«Δεν είμαι κλέφτης. Πεινούσα.»
«Κι αυτούς που πεινάνε στη φυλακή τους βάζουν… Μ’ αυτό το σκότωσες;» είπε δείχνοντας το σπαθί της.
«Μ’ αυτό.»
«Πεινούσες πολύ. Ας το στην άκρη τώρα, μην κοπείς και σαπίσει το αίμα σου.»

Ο κυνηγός ξεπέζεψε κι έκατσε να φάει μαζί της. Σαν έμαθε πού πήγαινε και τι ήθελε να σκοτώσει, γέλασε τόσο πολύ που του βγήκε το φαγητό απ’ τη μύτη.

Της είπε ότι το δάσος δεν θ’ άντεχε να το περπατήσει, τόσο μεγάλο ήταν. Και σίγουρα δεν θα βρισκε άλλο ελάφι για να σφάξει. Όσο για τον δράκο που γύρευε, γι’ αυτό δεν μπορούσε καν να μιλήσει χωρίς να γελάει.

«Μ’ αυτό το σπαθί δεν πρόκειται να σκοτώσεις δράκο», της είπε.
«Σκότωσα το ελάφι.»
«Ο δράκος δεν θα κάτσει να τον σφάξεις.»
«Δεν είναι κακό σπαθί. Λίγη φωτιά θέλει να ζωντανέψει πάλι. Το είχε ο παππούς μου στη ξενιτεία, στον τελευταίο πόλεμο.»
«Δεν υπάρχει τελευταίος πόλεμος», είπε ο κυνηγός σοβαρά.

Είχε πολεμήσει κι εκείνος σε πολλούς τελευταίους πολέμους. Κι είχε σφάξει άντρες κάθε λογής. Ώσπου δεν άντεξε το αίμα τους, τα παράτησε κι έγινε κυνηγός.

«Θα σε πάρω μαζί», της είπε. «Πέρα απ’ το δάσος πουλάω τα δέρματα. Έχει και σιδεράδικα εκεί. Θα ζωντανέψεις το σπαθί να πας να βρεις τον δράκο σου.»

Ξεκίνησαν την επομένη καβάλα. Όταν σταματούσαν της μάθαινε πώς να κραδαίνει το σπαθί, αφού πρώτα την έβαλε να του υποσχεθεί ότι δεν θα το χρησιμοποιούσε ποτέ για λογαριασμό άλλου.

«Όλους αυτούς που σκότωσα τους βλέπω στον ύπνο μου κάθε βράδυ. Και δεν ξέρω τι να τους πω.»
«Είδα κι εγώ το ελάφι μια φορά. Αλλά δεν μου κρατούσε κακία. Με συγχώρεσε.»
«Εσύ συγχώρεσες τον εαυτό σου. Εγώ δεν θα συγχωρεθώ ποτέ.»

Κάποια άλλη μέρα τον ρώτησε:
«Γιατί γίνονται πόλεμοι;»
«Όσο υπάρχουν εχθροί θα γίνονται. Όσο υπάρχουν δράκοι κάποιος θα θέλει να τους σκοτώσει. Κι αν δεν υπήρχαν κάποιος θα τους επινοούσε.»
~~

Είκοσι μέρες τους πήρε να βγουν απ’ το δάσος, ακόμα και με τ’ άλογα. Καθώς πήγαιναν για το χωριό ο κυνηγός τη ρώτησε:
«Γιατί θες να σκοτώσεις δράκο;»
«Για να γίνω ιππότης.»
«Γυναίκα ιππότης; Αυτό δεν γίνεται.»
«Επειδή δεν έχει ξαναγίνει δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται. Όλα έγιναν κάποτε για πρώτη φορά.»

Ο κυνηγός φάνηκε να θλίβεται.
«Ξεχνάς την υπόσχεση που μου ‘δωσες; Να μην πολεμήσεις για λογαριασμό άλλου; Αν γίνεις ιππότης…»
«Δεν την ξεχνάω. Για μένα πολεμάω.»

Εκείνος πήγε κάτι να πει, αλλά το κράτησε μέσα του. Η μικρή ήταν έξυπνη κι έπρεπε μόνη της να μάθει τον κόσμο. Καμιά γέφυρα, όταν την χτίζουν άλλοι, δεν σε βαστάει να περάσεις.

Μπήκαν στο χωριό όπου ζούσαν μελαψοί, αλλόθρησκοι κι αλλόθροοι άνθρωποι. Κι απ’ αυτούς πολλούς είχε σκοτώσει ο κυνηγός, τότε που πολεμούσε για τους άλλους. Μα πλέον ήξερε τη γλώσσα τους και τις συνήθειες τους, αφού τους είχε ανάγκη κι εκείνοι αυτόν.

Την πήγε ως το σιδεράδικο. Της άφησε το άλογο που καβαλούσε και λίγα χρυσά νομίσματα.

«Αν σε ξαναδώ ποτέ, μην με κάνεις να λυπηθώ που σ’ έφερα ως εδώ», της είπε.

Ο κυνηγός έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η Νέια κατέβηκε για να ζωντανέψει το σπαθί της.

~~~~~~~~~~~~~~~~

Η συνέχεια εδώ Οι μαμάδες δεν σκοτώνουν δράκους