Οι μαμάδες δεν σκοτώνουν δράκους

0
1149

Το πρώτο μέρος εδώ Τα κορίτσια δεν σκοτώνουν δράκους

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το σιδεράδικο μύριζε φωτιά και μέταλλο. Μέσα απ’ τους ατμούς βγήκε ένας άντρας στην ηλικία του πατέρα της, αν και πιο γεροδεμένος.

Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ή μάλλον έμοιαζε σαν να μην ήθελε να την καταλάβει, σαν να μην ήθελε καν να της μιλήσει.

Έφυγε προς τα πίσω μουρμουρίζοντας την όλο φωνήεντα γλώσσα. Από ‘κει ακούστηκαν δυο φωνές. Η μία ήταν του άντρα που ‘χε δει. Κι η δεύτερη αντρική, αλλά λιγότερο τραχιά.

Έπειτα εμφανίστηκε στο μαγαζί η νεότερη εκδοχή του, ίδια γεροδεμένος μα πιο αδύνατος -και τριάντα χρόνια μικρότερος. Με κορακίσια γένια και μαλλιά.

Σαν είδε την Νέια τα μάτια του άνοιξαν -όσο μπορούν ν’ ανοίξουν τ’ ανθρώπινα μάτια. Κι εκείνης της κόπηκε η ανάσα. Για λίγο ακουγόταν μόνο το τσιτσίρισμα της φωτιάς. Ώσπου μίλησε εκείνος -στη γλώσσα της Νέιας.

«Συγχώρα τον πατέρα μου, αλλά δε θέλει να μιλάει με ξένες γυναίκες.»

Μιλούσε σωστά, αλλά με παράξενη προφορά.

«Εσύ θέλεις;» τον ρώτησε.
«Δεν είμαι ο πατέρας μου.»
«Ευτυχώς.»

Σαν το ‘πε αυτό χαμογέλασε και κοκκίνισε. Εκείνος άνοιξε τα ρουθούνια του να ρουφήξει όσο αέρα υπήρχε.

«Θέλω να μου το φτιάξεις», είπε βιαστικά η Νέια κι έβγαλε το σπαθί.
«Ποιανού είναι;»
«Δικό μου.»

Ο νέος φάνηκε να εκπλήσσεται.

«Στα μέρη μου δεν συνηθίζεται να οπλοφορούν τα κορίτσια», της είπε.
«Ούτε και στα δικά μου… Γι’ αυτό έφυγα.»
«Και πού πας;»
«Μπορείς να μου το ζωντανέψεις πάλι; Να κόβει.»
«Εξαρτάται τι θες να κόψεις.»
«… Έναν δράκο.»

Ο νέος πήγε να γελάσει, αλλά μετά είδε ότι η Νέια σοβαρολογούσε.

«Τους τρελούς στη θρησκεία μου τους έχουμε γι’ αγίους», της είπε.

Η Νέια δεν απάντησε. Μόνο τον έκαψε και γύρισε να φύγει.

«Στάσου, περίμενε», την πρόφτασε και την άγγιξε απαλά στον ώμο.

Της ζήτησε συγνώμη, για λογαριασμό του αυτή τη φορά, και ζήτησε να δει καλύτερα το ξίφος. Μόνο η λαβή ήταν σε καλή κατάσταση. Η λεπίδα ήταν σάπια ως το κόκκαλο. Φτιαχνόταν, αλλά θα ‘πρεπε να το σφυρηλατήσουν απ’ την αρχή, μπορεί και δέκα στρώσεις. Και σίγουρα θα της έβγαινε πιο φτηνά ν’ αγοράσει ένα καινούριο.

«Αυτό με ελευθέρωσε», είπε η Νέια. «Αυτό θέλω. Ένα χρυσό φτάνει; Ή μήπως δεν παίρνεις λεφτά από τρελούς;»
«Με λένε Καδάρ», της απάντησε χαμηλώνοντας το κεφάλι. «Θα σου κάνω το σπαθί να κόβει ακόμη και διαμάντια. Μα θα χρειαστεί δύο, μπορεί και τρεις μέρες.»
«Θα περιμένω.»
«Υπάρχει ένα πανδοχείο για τους ξένους.»
«Ωραία, Καδάρ. Εγώ είμαι η Νέια η Τρελή.»

~~

Τακτοποιήθηκε στο πανδοχείο κι όταν κοιμήθηκε ονειρεύτηκε τον Καδάρ -σαν αρσενικό ελάφι, να την καρφώνει με τα κέρατα του.

Ξύπνησε αναστατωμένη και πήγε στο σιδεράδικο. Ο πατέρας του Καδάρ έφυγε σαν την είδε να μπαίνει. Εκείνος χάρηκε. Άφησε τη δουλειά και της πρόσφερε τσάι.

Όταν επέστρεψε στο αμόνι, η Νέια προσπαθούσε να κοιτάει αλλού. Γιατί απ’ τον ιδρώτα το βαμβακερό του ρούχο είχε βραχεί και κολλούσε πάνω στο σώμα του.

Σηκώθηκε, του γύρισε την πλάτη κι έκανε ότι παρατηρούσε τον χώρο. Εκεί, ανάμεσα σε δικράνια, μαχαίρια και πέταλα, είδε έναν θώρακα ιππότη. Με δυσκολία μπόρεσε να τον σηκώσει. Στο μέρος κάτω απ’ την καρδιά είχε μια τρύπα στο μέγεθος καρυδιού.

«Θα μπορούσες να τον φτιάξεις;» ρώτησε τον Καδάρ.
«Και να τον μπάλωνα δεν θα σου ‘κανε. Ο άντρας που τον φόραγε πρέπει να ‘ταν τα διπλά κιλά.»
«Να μου κάνεις καινούριο;»
«Μόνο στην πολιτεία. Και για σένα, στο μέγεθος σου, δεν νομίζω να βρεθεί.»
«Κι αν παραγγείλουμε να μας φτιάξουν; Πόσο καιρό θα κάνει;»
«Δυο βδομάδες. Μπορεί και μήνα… Θα περιμένεις τόσο;»

Η ερώτηση του δεν ήταν ερώτηση εμπόρου.

«Ο δράκος μπορεί να περιμένει», του είπε η Νέια.
«Ωραία… Αλλά θα πρέπει να μ’ αφήσεις να σε μετρήσω.»
«Εδώ είμαι», του είπε. Κι άνοιξε τα χέρια.

~~

Εκείνη την νύχτα κοιμήθηκαν μαζί. Καθώς κι όλες τις επόμενες. Κρύβονταν, μα όλο το χωριό ήξερε γι’ αυτούς. Αλλά η Νέια ήταν ξένη, αλλόθρησκη, οπότε της επιτρεπόταν να ‘ναι κι ανήθικη.

Όταν ήρθε ο θώρακας, κι είχαν περάσει τέσσερις μήνες ήδη, η κοιλιά της είχε φουσκώσει. Δεν της χωρούσε πια και πώς να κυνηγάει δράκους γκαστρωμένη;

«Ο δράκος μπορεί να περιμένει», του είπε.
«Το παιδί μας δεν μπορεί», της απάντησε ο Καδάρ. «Να παντρευτούμε.»

Πήγαν μαζί στο σιδεράδικο. Ο Καδάρ ξεκίνησε να μιλάει στον πατέρα του. Η Νέια είχε μάθει λίγο τη γλώσσα, αλλά μιλούσαν τόσο γρήγορα που δύσκολα έπιανε λέξεις.

Ο πατέρας ξεκίνησε να λέει, να φωνάζει, έπειτα έδειξε την Νέια. Ο Καδάρ πήγε και στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι του. Του είπε μόνο μια πρόταση, ενώ έσφιγγε τις γροθιές του. Γιος και πατέρας αναμετρήθηκαν για λίγο, μόνο με το βλέμμα. Έπειτα ο πατέρας δάκρυσε, κούνησε το κεφάλι κι έφυγε απογοητευμένος. Νικημένος.

Αργότερα η Νέια έμαθε τι είχε ειπωθεί. Ο πατέρας δεν ήθελε να γίνει τέτοιος γάμος. Πώς ήταν δυνατόν ο μοναχογιός του να παντρευτεί μια ξένη, μια άπιστη, μια… πόρνη; Κι έδειξε την Νέια.

Τότε ο Καδάρ στάθηκε μπρος του εωσφορικά και του είπε:
«Σε σέβομαι όσο και το θεό. Αλλά έτσι και ξαναμιλήσεις άσχημα για τη γυναίκα μου, τ’ ορκίζομαι, θα σε σκοτώσω.»

~~

Βρέθηκε συμβιβαστική λύση. Η Νέια θ’ ασπαζόταν τη θρησκεία τους για να παντρευτούν. Εκείνη δεν την ένοιαζε τι όνομα θα είχε ο θεός. Σύντομα κατάλαβε ότι η θρησκεία δεν είναι θέμα των θεών, αλλά των ανθρώπων. Έπρεπε να φέρεται και να ντύνεται έτσι όπως άρμοζε σε μια πιστή.

Δυσανασχετούσε, αλλά ένιωθε τη ζωή μέσα της να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, κι ήξερε πώς δεν υπήρχε τίποτα πιο σημαντικό απ’ αυτό. Έκανε υπομονή -κι ο δράκος μπορούσε να περιμένει.

Γέννησε ένα κορίτσι που το είπαν Ζαρίφα. Είχε τα γαλάζια μάτια της μητέρας της, το δέρμα και τα μαλλιά του πατέρα. Η Νέια ξεκίνησε να το θηλάζει -κι ο δράκος μπορούσε να περιμένει.

Πριν περπατήσει το πρώτο έμεινε έγκυος ξανά. Όταν η πρωτότοκη μάθαινε να μιλάει η Νέια εγκυμονούσε το τρίτο της παιδί. Κι είχε ξεχάσει τον δράκο.

~~

Ήταν πέντε χρονών η Ζαρίφα όταν τη ρώτησε, πρώτη φορά, από πού είχε έρθει. Κάποια παιδιά της είχαν πει ότι η μητέρα της ήταν ξένη.

Η Νέια της μίλησε για τον τόπο της, το χωριό της και την οικογένεια της.

«Και γιατί έφυγες;» τη ρώτησε η Ζαρίφα.
«Για να σκοτώσω το δράκο», είπε η Νέια αφηρημένα, λες και μιλούσε για κάποιον άλλο άνθρωπο.

«Οι μαμάδες δεν σκοτώνουν δράκους», είπε η μικρή και γέλασε.

Η Νέια την ξάπλωσε δίπλα στις αδελφές της. Σαν υπνοβάτης κατέβηκε στο σιδεράδικο. Βρήκε τον θώρακα που είχε ζητήσει -κάποτε. Ο Καδάρ τον είχε βγάλει προς πώληση, αλλά δεν υπήρχαν τόσο μικρόσωμοι άντρες, ειδικά ιππότες. Καθρεφτίστηκε στο μέταλλο κι είδε μια γυναίκα που δεν αναγνώριζε.

Περίμενε τον άντρα της να γυρίσει απ’ τον καφενέ, γιατί δεν επιτρεπόταν να πάει εκείνη. Σαν μπήκε στο σπίτι του είπε τι απόφαση είχε πάρει: Θα πήγαινε στο βουνό, να σκοτώσει το δράκο.

Ο Καδάρ στην αρχή γέλασε, μετά εξοργίστηκε.

«Νόμιζα ότ’ είχες ξεχάσει τη τρέλα σου.»
«Τη θυμήθηκα πάλι.»
«Δεν μπορείς να πας. Το ξέρεις. Είσαι μητέρα. Η θέση σου είναι εδώ, δίπλα στα παιδιά σου.»
«Αν ήμουν άντρας θα μπορούσα. Κανείς δεν θα ‘λεγε τίποτα. Εσείς φεύγετε για να πολεμήσετε, για να πουλήσετε, για να ταξιδέψετε, για να σκοτώσετε. Εσείς αφήνετε τα παιδιά σας.»
«Δεν είσαι άντρας όμως. Είσαι γυναίκα.»
«Ε λοιπόν, αυτή η γυναίκα που βλέπεις θα φύγει.»

Η Νέια σηκώθηκε, εκείνος πήγε να τη χτυπήσει, αλλά το μετάνιωσε.
«Είσαι τρελή», της είπε.
«Το ‘ξερες, δεν το ‘ξερες;»

~~

Το επόμενο πρωινό έβαλε τρόφιμα στο δισάκι της, πήρε το σπαθί και προσπάθησε να φορέσει τον θώρακα. Δυσκολεύτηκε πολύ να χωρέσει. Ο Καδάρ ήρθε πίσω της και τη βοήθησε.

«Θα έρθω μαζί σου», της είπε.
«Θα μείνεις να προσέχεις τα κορίτσια. Αυτός είναι δικός μου δράκος.»

Τον φίλησε, αποχαιρέτησε και τα παιδιά. Τα μικρότερα δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Μόνο η Ζαρίφα ήξερε. Και της είπε στ’ αυτί: «Μη φοβάσαι, μαμά. Θα ‘ρθω να σε βοηθήσω όταν γίνω γυναίκα.»

Η Νέια ανέβηκε στο άλογο της. Έβγαλε τη μαντήλα κι άφησε τα μαλλιά της ελεύθερα. Είδε τον Καδάρ να ‘χει δακρύσει.

«Τι κοιτάς;» του είπε.
«Μου ‘χε λείψει αυτό το κορίτσι.»
«Κι εμένα.»

Κι έφυγε ανατολικά, προς το βουνό όπου υπήρχε η φήμη για κάποιον δράκο.

Το τέλος εδώ Οι γυναίκες δεν σκοτώνουν δράκους