Οι γυναίκες δεν σκοτώνουν δράκους

1
1384

Το πρώτο μέρος Τα κορίτσια δεν σκοτώνουν δράκους
Το δεύτερο μέρος Οι μαμάδες δεν σκοτώνουν δράκους

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τα μεγαλύτερα κατορθώματα χάνουν τη λάμψη τους αν δεν μπουν μέσα σε λέξεις.

Τα λόγια πετάνε, οι πράξεις ξεχνιούνται, οι άνθρωποι πεθαίνουν. Κι ολόκληρος ο κόσμος χάνεται κάθε βράδυ στην νύχτα.

~~

Λίγος καιρός μου ‘μεινε για να ζήσω. Τα μάτια μου θαμπά βλέπουν τα θαύματα και τα εγκλήματα. Αλλά καθώς σβήνει το φως νιώθω ότι θυμάμαι πιο έντονα από ποτέ όσα άκουσα κι όσα έζησα. Ίσως γιατί σύντομα θα τα χάσω όλ’ αυτά.

Πριν χαθούν μαζί μου, το νιώθω σαν χρέος να γράψω για τις περιπέτειες της Νέιας, που έγινε γνωστή ως η Δρακοφόνισσα. Κάποτε ήταν μόνο η μητέρα μου. Τώρα πια, στο λυκόφως της ζωής μου, καταλαβαίνω ότι ήταν πολλά περισσότερα.

Σίγουρα πολλές ιστορίες έχουν γραφτεί για εκείνη. Όλες από άντρες. Νομίζω ότι πρέπει να γράψω κι εγώ τη δική μου εκδοχή, όχι για να φανερώσω την αλήθεια, αλλά για να δώσω αίμα στον δικό μου μύθο.

Όλα μύθοι είναι, όλα προσωπικές οπτασίες, κι αυτή είναι η αφήγηση της Ζαρίφα Ελίφ, για την Νέια τη Δρακοφόνισσα.

~~

Η Νέια έφυγε απ’ το χωριό μας δυο μήνες πριν έρθουν οι άπιστοι, αυτοί που φορούσαν το σύμβολο του θεού τους στο στήθος, κι έσφαζαν για εκείνον.

Δεν αναρωτήθηκε ποτέ αν είχε κάνει το σωστό. Οι κύκνοι απολογούνται για την ομορφιά τους;

Έτρεξε με το άλογο της προς τ’ ανατολικά, προς τα βουνά όπου όλοι έλεγαν ότι ζούσε ένας δράκος. Κανείς δεν τον είχε δει, κανείς δεν τον είχε πλησιάσει, αλλά αρκούσε η φήμη της ύπαρξης του.

Στα χωριά την υποδέχονταν εχθρικά. Μια γυναίκα μ’ ελεύθερα μαλλιά, με ξίφος, άλογο και θώρακα, δεν ήταν καλοδεχούμενη πουθενά. Μέχρι που μάθαιναν πού πήγαινε, τι έψαχνε να βρει. Οι τρελοί είναι άγιοι.

Της έδιναν το κρεβάτι τους για να κοιμηθεί. Της έφτιαχναν ό,τι καλύτερο είχαν για να φάει. Στους τρελούς και στους μελλοθάνατους οφείλουμε σεβασμό. Στους δεύτερους ως πράξη οίκτου. Στους πρώτους ως πράξη θαυμασμού. Γιατί οι τρελοί αλλάζουν τα σχέδια και του Θεού, όπως είχε γράψει ο Προφήτης.

Το άλογο της και τα λόγια των πιστών την οδήγησαν ως την Αετοφωλιά του Χασάν-ι-Σαμπάχ, του Γέρου του Βουνού. Η φήμη του δράκου περνούσε απ’ το Αλαμούτ, το απόρθητο φρούριο.

Όλοι ήξεραν τον Γέρο, αυτός τους προστάτευε. Ήταν ένας άνθρωπος σοφός κι ανελέητος, με χίλιους χασασίνους στη φρουρά του. Οι στρατιώτες του δεν πίστευαν σε τίποτα άλλο απ’ τον Χασάν. Κάπνιζαν χασίς σε κάθε προσευχή και πέθαιναν για τον αρχηγό τους, σκότωναν για τον αρχηγό τους, χωρίς αμφιβολίες.

Γυναίκα ποτέ δεν είχε πατήσει κοντά στο Αλαμούτ. Κι όσοι άντρες τόλμησαν πέθαναν πριν προλάβουν να δουν τα τείχη. Αυτό το είπαν στην Νέια όλοι, αλλά εκείνη δεν έμοιαζε να τη νοιάζει η μοίρα των άλλων. Έφτιαχνε τη δική της ζωή, χωρίς να την απασχολεί ο θάνατος της.

~~

Κάλπασε στα όρη Ελμπούρζ, χωρίς καμιά προφύλαξη να πάρει. Σύντομα βρέθηκε να την ακολουθούν και να την οδηγούν οι χασασίνοι. Από μακριά στην αρχή, δίπλα της αργότερα. Αλλά δεν της επιτέθηκαν, ούτε της μίλησαν, μόνο έκρυβαν το πρόσωπο τους στην κουκούλα τους σαν τους κοιτούσε.

Σαν έφτασε έξω απ’ το Αλαμούτ κατάλαβε γιατί οι πιστοί κι οι άπιστοι το αποκαλούσαν Αετοφωλιά. Τα τείχη ήταν χτισμένα στην κορυφή του κόσμου, πάνω απ’ τα σύννεφα. Ακόμα κι ο ήλιος έμοιαζε να είναι πιο κοντά στο φρούριο. Η Νέια ένιωθε ότι πετούσε με το άλογο της, σαν να είχε το ελ-μπουράκ του Προφήτη.

Οι πύλες άνοιξαν πριν να φτάσει, ενώ οι χασασίνοι στέκονταν ακίνητοι στις πολεμίστρες και στα βράχια. Υπήρχε εντολή για να περάσει, εκείνη μόνη, η μόνη γυναίκα που έφτανε στο Αλαμούτ.

~~

Μέσα στο φρούριο δεν υπήρχε τίποτα περιττό. Ούτε υπηρέτες ούτε στολίδια ούτε καν φως. Πιο πολύ έμοιαζε με μοναστήρι, παρά με οχυρό.

Δυο χασασίνοι την οδήγησαν ως αυτό που θα έπρεπε να είναι η αίθουσα του θρόνου. Θρόνος δεν υπήρχε ούτε αίθουσα.

Ήταν ένα κελί με ξύλινη πόρτα, παρόμοιο με όλα τ’ άλλα που προσπέρασαν. Δεν χτύπησαν, μόνο της έκαναν νόημα να μπει.

Εκεί η Νέια βρήκε τον Γέρο να κάθεται στο ημίφως. Ήταν φαλακρός σαν αετός. Κρατούσε μια περγαμηνή στο χέρι και διάβαζε. Δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της. Χάιδευε το κεφάλι του και σκεφτόταν. Μόνο σαν στάθηκε για αρκετή ώρα της μίλησε. Μασώντας τις λέξεις.

«Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι», της είπε.

Η Νέια δεν απάντησε. Τι μπορούσε να πει άλλωστε;

Ο Γέρος σήκωσε λίγο το κεφάλι και την κοίταξε. Η Νέια δεν είχε ξαναδεί τέτοιον άνθρωπο, με τέτοια μάτια. Κατάλαβε γιατί οι χασασίνοι πέθαιναν για εκείνον. Μόνο να τον υπακούσεις μπορούσες. Τίποτα άλλο.

«Απ’ όλους τους σοφούς και τους προφήτες, πιο πολύ κι απ’ τον ένα τον Προφήτη, μια ιστορία μόνο έμαθα», είπε ο Γέρος. «Οι κούφιοι άνθρωποι είναι δεσμώτες στη σπηλιά και γνωρίζουν μόνο τις σκιές. Ώσπου βρίσκεται ένας να λυθεί. Αυτός μόνο βλέπει το αληθινό φως.»
«Και τι του συμβαίνει;» ρώτησε η Νέια.
«Πεθαίνει», έκανε ο Γέρος. «Αυτό συμβαίνει σε όλους.»
«Ποιο το όφελος τότε;»

Ο Γέρος χαμογέλασε αχνά. Δεν έμοιαζε καν με χαμόγελο αυτό που σχηματίστηκε.

«Γι’ αυτό σ’ άφησα να ‘ρθεις», της είπε.
«Γιατί;»
«Δεν μου αρκεί. Όσα κι αν λένε οι σοφοί και οι προφήτες. Δεν μου φτάνει. Κάποιοι είναι εδώ για ν’ αλλάξουνε τους τρόπους, τις συνήθειες, τους νόμους. Εγώ θέλω ν’ αλλάξω το πιο σημαντικό.»
«Να μην πεθάνεις.»
«Γι’ αυτό σ’ άφησα να ‘ρθεις.»
~~

Υπήρχε δράκος, υπήρχε και προφητεία. Κανείς άντρας δεν μπορούσε να τον σκοτώσει. Κι η προφητεία είχε βγει αληθινή για χίλια χρόνια. Οι γυναίκες ήταν δεσμώτες στη σπηλιά που ‘χαν φτιάξει οι άντρες. Μόνο μία θα τολμούσε ν’ αλλάξει τη ροή, να κοιτάξει έξω. Αυτή θα ήταν η Νέια. Αλλά δεν το ήξερε ακόμη.

Όποιος έπινε το αίμα του δράκου θα ζούσε για πάντα, έτσι έλεγε η προφητεία. Κι ο Γέρος ζήτησε αυτό ακριβώς απ’ τη Νέια.

«Και ως αντάλλαγμα τι θα πάρω;» τον ρώτησε.
«Θα σ’ αφήσω να πας», της είπε.
«Κι αν πάω ως εκεί, αν τον σκοτώσω, γιατί να μην πιω εγώ το αίμα του;»
«Αυτό δεν το ξέρω, δεν το καταλαβαίνω», είπε ο Γέρος. «Πες μου εσύ: Με τι θ’ αντάλλαζες την αιώνια ζωή;»

Η Νέια δεν μίλησε, αλλά ήξερε την απάντηση.

Γύρισε για να φύγει.
«Εσύ τι θα δινες;» τον ρώτησε.
«Τα πάντα», είπε εκείνος χωρίς να το σκεφτεί.

Τον λυπήθηκε. Και φάνηκε ο οίκτος στο βλέμμα της.

«Τότε δεν έχεις τίποτα», του είπε.

~~

Οι χασασίνοι την οδήγησαν μέχρι το τέλος του βουνού. Πιο πέρα ξεκινούσε ο δρόμος του δράκου. Πήγε με το άλογο όσο μπορούσε. Μετά εκείνο αρνήθηκε να κάνει βήμα.

Ανέβηκε με τα πόδια ανάμεσα στις πέτρες. Γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο από πέτρες και φως. Στην κορυφή τον είδε.

Δεν φοβήθηκε. Ένιωσε δέος. Είχε σώμα λιονταριού και κεφάλι αετού. Είχε και φτερά. Δεν ήταν δράκος, ήταν δράκαινα. Μόνο τα θηλυκά έχουν φτερά.

Η δράκαινα της μίλησε. Δεν ξέρω αν ήταν στη γλώσσα που η Νέια είχε μάθει από παιδί ή αν ήταν στη γλώσσα του Προφήτη. Αλλά μπορούσε να καταλάβει ό,τι της έλεγε καλύτερα απ’ το να μιλούσε στον εαυτό της.

«Άργησες», της είπε η Δράκαινα.
«Με περίμενες.»
«Πριν εφτά χρόνια ξεκίνησες.»
«Αγάπησα. Τέσσερις ανθρώπους.»
«Είσαι τυχερή.»

Η Νέια μπόρεσε να δει τη σκέψη της. Εκείνη είχε γεννήσει ένα αυγό πριν χίλια χρόνια. Της το πήραν με δόλο οι άντρες του αυτοκράτορα, γιατί ήταν το κέλυφος χρυσό.

«Τότε σταμάτησα να ζω και σε περίμενα να ‘ρθεις», της είπε η δράκαινα. «Τα τελευταία εφτά χρόνια ήταν τα πιο δύσκολα.»

Έκατσε κάτω και χαμήλωσε τον λαιμό της.
«Δώσε τέλος στην εποχή μου», της είπε.

Η Νέια θυμήθηκε τον κυνηγό που της είχε πει ότι ο δράκος δεν θα κάτσει να τον σφάξει. Κι όμως, καθόταν πιο ήρεμος απ’ το ελάφι.

«Δεν μπορώ να σε σκοτώσω», της είπε.
«Αν δε με σκοτώσεις δεν θα γίνεις ιππότης», έκανε η δράκαινα.
«Ιππότης… Δεν υπάρχει θηλυκό όνομα γι’ αυτό.»
«Ο Γέρος περιμένει να του πας το αίμα μου.»
«Κάποτε έδωσα υπόσχεση ότι δεν θα πολεμήσω για άλλους.»

Η δράκαινα σήκωσε το κεφάλι. Κοίταξε την Νέια κι ύστερα της έδειξε κάτι πέρα απ’ τα σύννεφα.

«Δες», της είπε. «Εσείς οι άνθρωποι ορκίζεστε κι υπόσχεστε. Όμως κάποια στιγμή πρέπει να πάρετε μια απόφαση που είναι ενάντια στους όρκους σας. Τι είναι πιο πολύτιμο για σένα; Δες.»

Και είδε. Με τα μάτια της δράκαινας. Χιλιάδες άντρες, στρατιώτες από μακρινούς τόπους, με το σύμβολο του θεού τους στο στήθος. Απ’ όπου περνούσαν άφηναν νεκρούς.

Και είδε. Τους στρατιώτες να ρημάζουν το χωριό της. Τον Καδάρ νεκρό. Τα κορίτσια της σκλάβες.

«Έχει γίνει;» ρώτησε τη δράκαινα.
«Ίσως να γίνει. Από σένα εξαρτάται. Μόνη σου δεν μπορείς να το σταματήσεις. Χρειάζεσαι φωτιά για να πολεμήσεις τη φωτιά. Ο Γέρος θα στη δώσει. Αλλά θα πρέπει να του δώσεις αίμα για αντάλλαγμα… Έλα, λοιπόν. Τι είναι πολυτιμότερο για σένα;»

Έσκυψε το κεφάλι της, χαμήλωσε τα μάτια και περίμενε το χτύπημα του σπαθιού.

~~~~~~~

Τα μάτια μου θαμπά βλέπουν. Αλλά καθώς σβήνει το φως θυμάμαι πιο έντονα από ποτέ όσα άκουσα κι όσα έζησα.

Ήμουν παιδί. Μάθαμε ότι πλησιάζουν οι άπιστοι. Να φύγουμε δεν προλαβαίναμε. Ο πατέρας ήθελε να πολεμήσει. Οι άλλοι δεν τον άφησαν. Μάζεψαν ό,τι χρυσό κι ό,τι αλαβάστρινο είχαν, κάθε ύφασμα και κάθε τεχνούργημα. Σταθήκαμε στο έμπα του χωριού και προσευχόμασταν να μας λυπηθούν. Όμως γνωρίζαμε ότι εκείνοι που έρχονταν δεν έδειχναν οίκτο για τους νικημένους.

Φάνηκαν από μακριά τα λάβαρα κι οι πανοπλίες. Τα παιδιά κλαίγαμε. Οι μάνες αγκάλιαζαν. Οι άντρες έτρεμαν από οργή και φόβο.

Κι ήμουν εγώ πρώτη που την είδα να έρχεται. Πήγαινε μπροστά πάνω στο άλογο της. Με ελεύθερα τα χρυσά μαλλιά της και το σπαθί στο χέρι. Και πίσω της χίλιοι μαύροι καβαλάρηδες. Μαύρα ήταν τα άλογα τους, μαύρα ρούχα φορούσαν, μαύρες κουκούλες, μαύρα ήταν και τα όπλα τους.

Κάλπαζαν, αλλά πέρα απ’ τις οπλές που τάραζαν το χώμα, άλλο θόρυβο δεν έκαναν. Ήταν σαν μια ορδή από φαντάσματα κι αν δεν έβλεπα τη μητέρα μου να τους οδηγεί θα νόμιζα ότι είχαν έρθει απ’ τον άλλο κόσμο.

~~

Κάποιος σοφός είχε πει ότι ο καλύτερος τρόπος να κερδίσεις έναν πόλεμο είναι να τελειώσει πριν κατεβείς στο μάχη.

Οι άπιστοι είδαν τα μαύρα φαντάσματα, είδαν τη γυναίκα που τα οδηγούσε και νικήθηκαν πριν πολεμήσουν. Γύρισαν να φύγουν αφήνοντας πίσω όσους δεν είχαν άλογο.

Οι χασασίνοι τους πρόλαβαν κι έπεσαν πάνω τους σαν λαίλαπα. Δεν τους σκότωναν. Τους σακάτευαν. Τους έκοβαν πόδια και χέρια και αυτιά και μύτες. Αλλά τους άφηναν να ζήσουν.

Όταν θα έφταναν στα πλοία τους, όσοι θα έφταναν, θα μιλούσαν για τη συμφορά που τους λιάνισε. Κι οι αρχηγοί τους θα έβλεπαν τα σημάδια στα σώματα και στα πρόσωπα των στρατιωτών.

Ποτέ πια δεν θα περνούσαν απ’ τα μέρη που διαφέντευαν οι μαύροι καβαλάρηδες κι η Δρακοφόνισσα.

~~~

Η μητέρα έμεινε στο σπίτι και μας διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί στα όρη Ελμπούρζ. Λίγο καιρό μετά η Δρακοφόνισσα ξανάφυγε.

Έτσι την έμαθα. Να ‘ρχεται η μητέρα. Να φεύγει η Δρακοφόνισσα. Δυο πρόσωπα θυμάμαι.

Τώρα πια, καθώς τα μάτια μου θαμπώνουν, βλέπω πιο καθαρά. Όχι ένα ούτε δύο πρόσωπα ούτε καν χίλια.

Είχε το πρόσωπο όλων των γυναικών που έχουν υπάρξει, υπάρχουν και θα υπάρξουν. Και το δικό μου.

~~

Αυτή ήταν η αφήγηση της Ζαρίφα Ελίφ, το 572 από το έτος Εγίρας.