Αλλά ο διάβολος ποντάρει σε σένα

0
1639

Στο δρόμο από Θεσσαλονίκη προς Χαλκιδική βρωμάει κοπριά.

Βρίσκεται εκεί το εργοστάσιο οινοποιίας του Κάραλη κι ο αμπελώνας του. Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω -ή παραπάνω, εξαρτάται αν έρχεσαι ή πηγαίνεις, οδός άνω κάτω μία και αυτή- υπάρχει ένα μικρό σπίτι που κανείς δεν παρατηρεί.

Είναι ένα αδιάφορο κτίριο, που δεν σου τραβάει την προσοχή, δεν το βλέπεις καν, σαν να είναι αόρατο. Μάλλον αυτό συμβαίνει γιατί είναι πολύ άχρωμο, κοινό, συνηθισμένο. Μπορεί κι η μπόχα του Κάραλη να το καλύπτει, σαν ένας μικρός πλανήτης που βρίσκεται σε πολύ κοντινή τροχιά στον ήλιο του.

Όμως κάποιες φορές στα πιο αδιάφορα μέρη κρύβονται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι.

~~

Ο Γιώργος γυρνούσε απ’ το σχολείο ειδικής αγωγής της Ποτίδαιας, όταν έσκασε το λάστιχο.

Έβρισε, άναψε αλάρμ, έκανε στην άκρη, σταμάτησε στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, κι έβρισε λίγο ακόμα.

Θα μπορούσε να ήταν μια απλή κακοτυχία, αλλά σίγουρα δεν τον βοήθησε που ήταν νεολουδίτης.

Είχε ένα κινητό των 25 ευρώ. Ούτε σύνδεση στο ίντερνετ, ούτε παιχνίδια ή ενημέρωση για τον καιρό, ούτε κάμερα. Πιο πολύ έμοιαζε μ’ ένα απ’ τα αρχαία τηλέφωνα, μόνο που το δικό του ήταν φορητό -κι είχε ξυπνητήρι.

Αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα, αν δεν ήταν αναβλητικός τύπος. Γιατί το τηλεφωνάκι του ήταν καρτοκινητό, χωρίς σύνδεση.

Εκείνη τη στιγμή, που χρειαζόταν, είχε αμελήσει να βάλει κάρτα. Έτσι όταν πήγε να πάρει την οδική βοήθεια άκουσε την ευγενική κυρία-ρομπότ να τον ενημερώνει ότι το υπόλοιπο του δεν επαρκεί για να πραγματοποιήσει την κλήση.

~~

Άφησε το αυτοκίνητο εκεί όπου ήταν -δεν μπορούσε να πάει πουθενά έτσι κι αλλιώς. Πήδηξε την μπάρα, πέρασε έναν χώρο με αγριόχορτα και βγήκε στην παράπλευρη οδό. Μπορούσε να δει -και να μυρίσει- τον Κάραλη. Εκεί θα έβρισκε τηλέφωνο.

Στα μισά της διαδρομής συνάντησε το αδιάφορο σπίτι. Είχε κάνει τόσες φορές αυτόν τον δρόμο, αλλά ως τότε δεν το είχε δει.

Σκέφτηκε ότι εκεί μέσα θα μπορούσε να τηλεφωνήσει -και να γλιτώσει τον ποδαρόδρομο.

~~

Το σπίτι ήταν σχεδόν ανατριχιαστικό, γιατί -ακριβώς- ήταν τόσο αδιάφορο. Έμοιαζε λίγο με βουλκανιζατέρ και λίγο με διάδρομο δημόσιου νοσοκομείου. Κανένα διακοσμητικό, χρώματα στο υπόλευκο και ξεθωριασμένο καφέ.

Ακόμα κι η πόρτα ήταν στο εργοστασιακό της χρώμα, ενώ δεν υπήρχε κουδούνι, ούτε όνομα. Έκανε μερικά βήματα πίσω και κοίταξε καλύτερα. Δεν υπήρχε επιγραφή, για το τι ήταν, αλλά την ίδια στιγμή δεν έμοιαζε και με σπίτι -«που είναι το χαλάκι εισόδου;»

Όλα τα παντζούρια ήταν κατεβασμένα, αλλά δεν έμοιαζε εγκαταλειμμένο, πιο πολύ νεκρό.

Κατάπιε τη φρίκη που ένιωθε. Αν ήταν νύχτα θα είχε φύγει από κει τρέχοντας. Αλλά ήταν μέρα μεσημέρι, και στο φως του ήλιου δεν φοβάσαι τα φαντάσματα και τους δαίμονες.

~~

Πάτησε το κουδούνι. Δεν το άκουσε να ηχεί. Χτύπησε την πόρτα. Τίποτα.

Γύρισε και κοίταξε προς τον Κάραλη, υπολογίζοντας πόση ώρα ήθελε για να φτάσει εκεί. Αλλά λίγο πριν ξεκινήσει άκουσε κάτι.

Ήταν μια ανθρώπινη φωνή, πολύ σιγανή, υπόκωφη, σαν από κάποιον θαμμένο στο χώμα.

Στάθηκε, γύρισε προς την πόρτα.

«Είναι κάποιος εκεί;» φώναξε.

Η λέξη, μέσα απ’ τον τάφο πάλι, ακούστηκε πιο καθαρά: «Βοήθεια!»

~~

Κι είναι εκείνη η στιγμή που το ασυνείδητο σου λέει «τρέχα μακριά, ανόητε», αλλά η συνείδηση σου λέει «είναι ένας άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια.»

Δεν έτρεξε. Πήγε απ’ την πίσω μεριά του σπιτιού, όπου υπήρχε μια πόρτα με τζάμι. Ήταν κλειδωμένη κι αυτή, αλλά μπορούσε να δει το κλειδί απ’ τη μέσα μεριά.

Έβγαλε τη μπλούζα του, τύλιξε τη γροθιά του και χτύπησε το τζάμι. Δεν έσπασε, όπως συμβαίνει στις ταινίες, μόνο πόνεσε. Χρειάστηκε να ψάξει λίγο τριγύρω, μέχρι που βρήκε ένα ξύλο. Καθώς πήγαινε προς το τζάμι βρήκε κι ένα σίδερο. Τι να το κάνεις το σπαθί όταν έχεις δυναμίτη;

Το τζάμι της πόρτας έσπασε με το τρίτο χτύπημα. Έβαλε το χέρι μέσα, ξεκλείδωσε και μπήκε.

~~

Μόνο εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε ότι υπήρχε μια άλλη μυρωδιά, πιο απωθητική απ’ την κοπριά, μόνο τότε, όταν βρέθηκε μέσα.

Η μυρωδιά της κοπριάς σου φέρνει στο νου τη γονιμότητα, τη ζωή. Εκεί μέσα -κι απέξω μπορούσες να το καταλάβεις, αλλά πιο αμυδρά- υπήρχε κάτι που μύριζε σαν θάνατος.

Αλλά πλέον ήταν πολύ αργά για να φύγει.

Πέρασε απ’ την κουζίνα, που ήταν της δεκαετίας του ογδόντα, αλλά πεντακάθαρη, λες και κανείς δεν είχε μαγειρέψει εκεί από τότε που η Madonna τραγουδούσε το Like a Virgin.

Το διπλανό δωμάτιο ήταν ένας μεγάλος άδειος χώρος, χωρίς έπιπλα. Υπήρχε μόνο μια μεταλλική στριφογυριστή σκάλα για το πάνω πάτωμα -κι ένας άνθρωπος πεσμένος κάτω.

Η πρώτη σκέψη που έκανε: «Το κεφάλι του είναι σε λάθος μέρος.»

Δεν ήταν αλλού, αποχωρισμένο απ’ το σώμα, αλλά ο κορμός του κοιτούσε προς τη δύση, ενώ το κεφάλι την ανατολή.

«Αν δεν είναι γιόγκι, πολύ προχωρημένος στην ασαχανά, την έχει γαμήσει. Διαλυμένη σπονδυλική στήλη, στην καλύτερη περίπτωση», σκέφτηκε.

Ο άντρας μίλησε, μ’ εκείνη τη φωνή του τάφου που είχε ακούσει κι απέξω.

«Βοήθησέ με», είπε, κουνώντας μόνο τα χείλη και τα βλέφαρα. Τα χέρια, τα πόδια, το υπόλοιπο σώμα, ήταν ακίνητα, σαν μέδουσα που λιώνει στην αμμουδιά.

(Ένας άνθρωπος πεσμένος μπρος στη στριφογυριστή σκάλα. Το σώμα ακίνητο, σε παράξενη στάση, το κεφάλι να μιλάει. Δεν πρέπει να τον κουνήσεις.)

«Δεν νιώθω τα πόδια και τα χέρια μου», είπε εκείνος.

Ο Γιώργος έβαλε το χέρι στο στόμα του, γιατί του ήρθε να γελάσει. Νευρικό γέλιο, σαν να γελάς όταν θάβουν κάποιον. Δεν ήταν αστείο, ήταν τόσο τραγικό που δεν ήξερε τι να κάνει, τι να πει.

Τότε παρατήρησε κάτι που δεν είχε δει πριν: Το πρόσωπο του.

~~

Ο τραυματίας έμοιαζε με το κτίριο. Ήταν ένας τόσο συνηθισμένος άνθρωπος, τόσο κανονικός, τόσο… αδιάφορος. Ένας από εκείνους που δεν προσέχεις ότι υπάρχουν, επειδή η μυρωδιά της κοπριάς κάποιου άλλου, ή μπορεί η ευωδία της ευτυχίας, δεν σ’ αφήνει να τον προσέξεις.

Σε κάθε τάξη σχολείου υπάρχουν οι υπέροχοι δημοφιλείς, υπάρχουν οι σπαστικοί νταήδες, υπάρχουν οι γοητευτικοί -παρότι εσωστρεφείς, υπάρχουν οι αθλητικοί, οι σπασίκλες, υπάρχουν κι εκείνοι που κάνουν παρέα με κάποιους απ’ τους άλλους. Αλλά πάντα θα βρεις κάποιον που δεν μπορείς να θυμηθείς το όνομα του.

Στο σχολείο αυτοί οι «πολύ κανονικοί» εξαφανίζονται. Το ίδιο συμβαίνει και μετά. Σου φαίνονται πολύ κανονικοί, μέχρι που να πέσεις απ’ τα σύννεφα.

~~

«Πού θα βρω τηλέφωνο;» τον ρώτησε ο Γιώργος, ενώ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ την κανονικότητα της φάτσας του.

Του έδειξε με τα μάτια την κορυφή της στριφογυριστής σκάλας. Αλλά το έκανε κατά λάθος. Μετά προσπάθησε να κοιτάει κάτω ξανά, σαν να ‘κρυβε κάτι -που βρισκόταν εκεί πάνω.

Την ανέβηκε με προσοχή. Ήταν υψοφοβικός ούτως ή άλλως, αλλά μ’ έναν άνθρωπο στο πάτωμα είχε κι έναν λόγο παραπάνω να προσέχει .

~~

Στον πάνω όροφο επικρατούσε ακαταστασία. Τρεις υπολογιστές στη σειρά, καθώς και διάφορα άλλα μηχανήματα τεχνολογίας που ο Γιώργος δεν ήξερε τι έκαναν -ούτε τον ενδιέφερε να μάθει.

Μια τηλεόραση ήταν ανοιχτή, αλλά έδειχνε χιόνια.

Κοίταξε για τηλέφωνο. Υπήρχε ένα μεγάλο, μάλλον ήταν και φαξ. Το σήκωσε, ήταν νεκρό. Έψαξε γύρω για κάποιο κινητό.

Τον ένα τοίχο ολόκληρο τον κάλυπταν ράφια. Σε κάθε ράφι υπήρχαν DVD και σημειωμένα ονόματα και αριθμοί: Γιασμίν 22, Νίκος 36, Αχμέτ 19.

Αλλά δεν υπήρχε τηλέφωνο.

Πρόσεξε ότι υπήρχε και δεύτερος χώρος, με μισάνοιχτη την πόρτα. Πήγε να δει. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο, όπου υπήρχε μόνο ένα υπέρδιπλο κρεβάτι. Απέναντι απ’ το κρεβάτι ήταν στημένη σε τρίποδα μια κάμερα.

Το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό ήταν μια λέξη: Τσόντα.

Ήταν προφανές. Ο τύπος με τον σπασμένο σβέρκο ή γυρνούσε τσόντες ή βιντεοσκοπούσε τις ερωτικές του περιπέτειες.

Ανασήκωσε τους ώμους, καθένας και τα γούστα του. Όμως καθώς γυρνούσε για να ψάξει πάλι στο μεγάλο δωμάτιο, είδε κάτι που δεν ταίριαζε καθόλου.

Στην από ‘κει πλευρά του κρεβατιού υπήρχαν παιδικά παιχνίδια. Συγκεκριμένα ήταν παιχνίδια για μωρά και νήπια, όπως αυτά που χρησιμοποιούσαν στο σχολείο του.

Είναι κάποιες συνδέσεις που κάνουν το κεφάλι σου να βαρέσει συναγερμό, πριν προλάβεις να σκεφτείς.

Έμεινε για λίγο να τρέμει και ν’ αρνιέται αυτό που κατάλαβε. Ξεκίνησε να ξεφυσάει ρυθμικά και γρήγορα, όπως είχε μάθει να κάνει όταν αγχωνόταν.

«Μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει, κάτι αστείο», είπε στον εαυτό του, αλλά δεν γέλασε.

Έσφιξε τα δόντια, πήγε στο μεγάλο δωμάτιο. Έπιασε ένα DVD (Νίκος 36), το έβαλε στη συσκευή και πάτησε να παίξει.

Πρώτα του κόπηκε η ανάσα. Μετά ξεκίνησε να ξερνάει. Πήγε να κλείσει το DVD κοιτώντας κάτω. Δεν τα κατάφερνε, τα χέρια του έτρεμαν, ακουγόταν απ’ την τηλεόραση το κλάμα του παιδιού. Το ξερίζωσε απ’ την πρίζα και το πέταξε στον τοίχο. Μετά έσπασε με κλωτσιές την τηλεόραση.

Οι αριθμοί δίπλα στα ονόματα δεν ήταν χρόνια, ήταν μήνες. Ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη.

Μετά πάγωσε. Δεν είχε αισθανθεί ξανά τόσο μίσος. Πήγε στη σκάλα τρεκλίζοντας. Θα τον πατούσε στον λαιμό. Μόνο αυτό. Ένα πάτημα για να του λιώσει τελείως τον σβέρκο.

«Γαμιόλη!» φώναξε απ’ την κορυφή της σκάλας. Και κατέβηκε για να τον σκοτώσει.

«Σκότωσέ με», είπε εκείνος.

Τον κοίταξε ξανά. Εκείνο το τόσο συνηθισμένο πρόσωπο, τόσο κανονικό. Σίγουρα θα τον είχαν όλοι για φιλήσυχο πολίτη και θα πέφταν απ’ τα σύννεφα.

«Σκότωσέ με», του είπε ξανά.
«Όχι, όχι… Θα το ‘θελες, αλλά δεν θα είναι τόσο απλό. Θα πεθάνεις υποφέροντας.»

Θα ήθελε να τον βιάσει με κάθε αντικείμενο που θα ‘βρισκε, αλλά ο τύπος δεν ένιωθε τίποτα απ’ τον λαιμό και κάτω.

Πήγε στην κουζίνα. Μπορούσε να βράσει νερό και να τον κάψει. Έψαξε στα ντουλάπια κάτω απ’ τον νεροχύτη. Υπήρχε χλωρίνη και ακουαφόρτε. Το κεφάλι του θα πονούσε, τα μάτια του θα πονούσαν, το στόμα του θα πονούσε. Θα τον βασάνιζε μέχρι θανάτου.

Πήρε το ακουαφόρτε και στήθηκε από πάνω του. Εκείνος έκλεισε τα μάτια. Ήταν στο έλεος του.

~~

«Δεν είσαι άνθρωπος, δεν είσαι άνθρωπος», είπε ο Γιώργος, αλλά έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του για ν’ αρχίσει το βασανιστήριο. Ο άλλος δεν μίλησε.

Δεν μπορούσε να το κάνει. Ήξερε ότι του άξιζαν τα χειρότερα, αλλά δεν μπορούσε. Ούτε καν να τον σκοτώσει, μ’ ένα χτύπημα.

Άρχισε να σκέφτεται τι θα γινόταν αν καλούσε την αστυνομία. Θα καταδικαζόταν, αλλά θα τον είχαν σε νοσοκομειακή φυλακή. Θανατική ποινή δεν υπήρχε.

Τότε του ήρθε μια άλλη ιδέα. Δεν θα τον πείραζε, δεν θα του έκανε τίποτα. Μόνο θα έφευγε και θα τον άφηνε να ψοφήσει στο πάτωμα, από πείνα και δίψα. Είναι δολοφονία αυτό; Μάλλον. Δικαιοσύνη είναι; Σίγουρα.

Έφυγε παραπατώντας απ’ το σπίτι. Καθώς προχωρούσε προς το εργοστάσιο του Κάραλη έπαιρνε βαθιές ανάσες (κοπριά, κοπριά). Σκεφτόταν ότι θα ήταν καλύτερο να καλέσει την αστυνομία. Όχι για να σώσουν το τέρας, αλλά γιατί μπορεί να κατάφερναν να βρουν κι άλλους σαν κι εκείνον.

Αλλά καταλάβαινε ότι το βασικό κίνητρο για το τηλεφώνημα στην αστυνομία ήταν ότι δεν μπορούσε να γίνει, έστω κι έτσι, χωρίς να τον αγγίξει, δολοφόνος ενός ανθρώπου.

~~{}~~

Πλησίασε τον φύλακα στην πύλη.

«Σας περιμένει ο κύριος Κάραλης», είπε ο σεκιουριτάς.
«Υπάρχει πρόβλημα. Πρέπει να καλέσουμε την αστυνομία, ασθενοφόρο.»
«Μην ανησυχείτε γι’ αυτό, σας περιμένει ο κύριος Κάραλης. Ακολουθήστε με.»
«Εμένα; Μάλλον κάποιο λάθος…»

Ο σεκιουριτάς τον έπιασε βίαια απ’ το μπράτσο.
«Τι κάνεις; Πρέπει να…»
«ΜΗ ΜΙΛΑΣ!»

Το βλέμμα του, η λαβή, δεν άφηνε περιθώρια για άλλη αντίδραση. Τον ακολούθησε νιώθοντας… φυλακισμένος;

Ανέβηκαν με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο. Εκεί ο σεκιουριτάς έκανε πίσω κι είπε στον Γιώργο να μπει.

Όλος ο όροφος ήταν ένα δωμάτιο. Περισσότερο θύμιζε ρετιρέ στη Νέα Υόρκη. Ένα τεράστιο τζάκι έκαιγε στον πίσω τοίχο -κι ήταν Ιούλιος, με καύσωνα. Στους τοίχους είχε πίνακες του Μπέικον, πολλούς από εκείνους με τα σφαχτά, αλλά δέσποζε ο πίνακας που είχε φτιάξει ο ζωγράφος κατακρεουργώντας τον πάπα Ιννοκέντιο του Βελάσκεζ.

Υπήρχε μόνο ένα έπιπλο μέσα σ’ εκείνο τον τεράστιο χώρο. Ένα γραφείο, ένα πραγματικά επιβλητικό γραφείο, που θα μπορούσες και να παίξεις και ποδόσφαιρο πάνω του.

Πίσω του καθόταν ένας μελαχρινός πενηντάρης. Σαν τον είδε ο Γιώργος ένιωσε ν’ ανατριχιάζει ως την ψυχή του.

«Ξέρετε τι απεχθάνομαι περισσότερο, κύριε Τζελάτη;» είπε ο Κάραλης χωρίς να σηκώσει τα μάτια.

Ο Γιώργος δεν αναρωτήθηκε πού ήξερε το επίθετο του. Δυσκολευόταν να σκεφτεί οτιδήποτε.

«Την υποτιθέμενη δικαιοσύνη του χριστιανισμού. Αν φερθείς με τον ίδιο τρόπο σ’ έναν δίκαιο και σε κάποιον άδικο, αν φερθείς και στους δύο με… αγάπη», αυτή τη λέξη την είπε όσο πιο σαρκαστικά μπορεί να ειπωθεί μια λέξη, «τότε δεν υπάρχει δικαιοσύνη.»

Του έδειξε μια καρέκλα μπρος στο γραφείο, μια μικρή ψάθινη, που σίγουρα δεν ταίριαζε με την υπόλοιπη διακόσμηση. Ο Γιώργος έκατσε κι ένιωσε ακόμα πιο άβολα.

«Είχατε μια ευκαιρία σήμερα, κύριε Τζελάτη. Να γλιτώσετε τον κόσμο από ένα σκουπίδι. Αλλά δεν το κάνατε.»
«Πώς το ξέρετε;»
«Η ευκαιρία ήταν και για σας. Αν τον σκοτώνατε θα ήσασταν ελεύθερος να φύγετε, να πάτε στην οικογένεια σας, στη δουλειά σας. Τι θα χάνατε; Την αθωότητα σας; Την ψυχή σας;»
«Εσείς το στήσατε όλο αυτό;»
«Δεν είναι προφανές; Παραήταν εύκολα όλα, δεν ήταν; Κι εσείς κάνατε πίσω, δειλιάσατε.»

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Έκανε ένα νόημα και το τζάμι άνοιξε. Η μυρωδιά της κοπριάς σχεδόν φάνηκε.

«Ο κόσμος σας βρωμάει κοπριά. Είστε ζώα που τρώνε και χέζουν και μετά πεθαίνετε και γίνεστε λίπασμα. Τι έχετε στο ενδιάμεσο; Γιατί θυσιάσατε την αθανασία; Για την ελευθερία επιλογής. Κι όταν σας δίνεται η ευκαιρία να είστε ελεύθεροι εσείς συνεχίζετε ν’ ακολουθείτε τις ψευδαισθήσεις του Ναζωραίου. Δεν είστε ελεύθεροι, ζώα είστε.»

«Επέλεξα να μην τον σκοτώσω», είπε ο Γιώργος.
«Όχι! Ήθελες να τον σκοτώσεις, έπρεπε να τον σκοτώσεις, αλλά φοβήθηκες.»
«Ο φόβος δεν είναι μια επιλογή;»
«Επιλογή σκλαβιάς. Έτσι θα είστε πάντα. Σκλάβοι.»

Ο Γιώργος σηκώθηκε και προσπάθησε να γελάσει. Ακούστηκε σαν λόξυγγας.

«Εντάξει», είπε όσο πιο αποφασιστικά μπορούσε. «Σας ευχαριστώ πολύ για το μάθημα ηθικής και φιλοσοφίας. Τώρα πρέπει να φύγω, γιατί έχω σημαντικότερα πράγματα να κάνω.»
«Ό,τι πρόλαβες να κάνεις στη ζωή σου, το έκανες», του είπε ο Κάραλης.

Ένας καθρέφτης στο πλάι έγινε διάφανος. Εκεί στέκονταν τρεις ντουλάπες, τρεις τετράγωνοι άνθρωποι με κουστούμια. Πίσω τους ένα χειρουργικό τραπέζι κι οι απαραίτητοι μασκοφορεμένοι χειρούργοι.

«Είχες την ευκαιρία να γίνεις ο θύτης. Τώρα θα είσαι το δόλωμα.»

~~{}~~

Συνήλθε στο πάτωμα. Από πάνω του η στριφογυριστή σκάλα του σπιτιού. Δεν μπορούσε να νιώσει τα χέρια και τα πόδια του.

Έμεινε έτσι πολλές ώρες, μπορεί και μέρες. Κοιμόταν, ξυπνούσε και νόμιζε ότι βλέπει εφιάλτη. Έκλεινε πάλι τα μάτια κι έλεγε: «Τώρα θα ξυπνήσω στο κρεβάτι μου, τώρα θα ξυπνήσω στο κρεβάτι μου.» Αλλά ήταν εκεί.

Κάποια στιγμή άκουσε να χτυπάνε την πόρτα.

«Φύγετε!» ξεκίνησε να φωνάζει. «Φύγετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Φύγετε.»

Η προσπάθεια τον έκανε να χάσει τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε είδε μια γυναίκα να κατεβαίνει απ’ τον πάνω όροφο, εξοργισμένη, όπως είχε κατέβει κι εκείνος.

«Κάθαρμα», του ‘πε ενώ πλησίαζε για να τον σκοτώσει.
«Ο διάβολος το ‘κανε», κατάφερε να πει ο Γιώργος.
«Δεν πιστεύω στον διάβολο, βρωμιάρη.»
«Αλλά ο διάβολος ποντάρει σε σένα.»
«Νομίζεις ότι θα γλιτώσεις έτσι;»
«Να γλιτώσω εσένα θέλω. Δεν έχω κάνει τίποτα σε παιδιά.»
«Ποια παιδιά;» του είπε η γυναίκα.

Τότε ο Γιώργος κατάλαβε. Κάθε περίπτωση, κάθε σκηνοθεσία ήταν διαφορετική. Κάθε φορά υπήρχε κάτι άλλο, αυτό που γεννούσε περισσότερο μίσος στον εκάστοτε θύτη.

Έπρεπε να τη βοηθήσει. Αν τον σκότωνε θα ζούσε, αλλά ο διάβολος θα κέρδιζε το στοίχημα, την ψυχή της.

«Ου φονεύσεις», της είπε.

Εκείνη εξαγριώθηκε περισσότερο.
«Κι όλα τα ζώα που σκότωσες εσύ, καθίκι;»

Ο Γιώργος μόλις που πρόλαβε ν’ αναρωτηθεί: «Ζώα; Θα με σκοτώσει επειδή… Ζώα;»

Τον πάτησε με το πόδι της στο λαρύγγι.

«Μη γίνεις… δολοφόνος», της είπε πνιγμένα. «…Δεν … σου … αξίζει.»

Εκείνη χαλάρωσε την πίεση.

Ο Γιώργος μάζεψε όση δύναμη είχε.
«Άσε με εδώ, να πεθάνω, αργά. Μου αξίζει αυτό. Αλλά εσύ μη φορτωθείς τέτοιο βάρος. Φύγε και μη μιλήσεις σε κανέναν. Φύγε μακριά.»

Η γυναίκα πήρε το πόδι της. Έμεινε να κοιτάζει στη γωνία και να κουνάει το κεφάλι, σαν να απαντούσε στον εαυτό της.

Έπειτα έφτυσε τον Γιώργο κι έφυγε.

~~

Έμεινε πάλι μόνος. Κατάλαβε ότι θα υπέφερε πολύ μέχρι να ξεψυχήσει. Αλλά είχε σώσει τη γυναίκα.

Του φάνηκε ότι άκουσε τον διάβολο να βλαστημά.

«Ελευθερία επιλογής, κατσικοπόδαρε», είπε και γέλασε μέχρι που του κόπηκε η ανάσα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η εικόνα είναι λεπτομέρεια απ’ τον πίνακα του Francis Bacon, Study after Velasquez’s Portrait of Pope Innocent X, 1953