Η δασκάλα πήρε τ’ όπλο της (2.Λύκοι)

0
1063

Το πρώτο μέρος εδώ Η δασκάλα πήρε τ’ όπλο της (1.Αμνός)
~~~~~~~~~~

«Your own personal Jesus
Someone to hear your prayers
Someone who cares.»
Depeche Mode

«As I walk through the valley of the shadow of death
I take a look at my life and realize there’s nothin’ left»
Gangsta’s Paradise, Coolio

~~~~~~~~~~~~~~~~

Πριν περάσει στην Καλών Τεχνών είχε ασχοληθεί με την αγιογραφία. Ήταν η καλύτερη της σχολής, χωρίς καμιά αμφιβολία. Αλλά στην έκθεση των μαθητών προκάλεσε μόνο αρνητικές εντυπώσεις -και τρόμο.

Υπήρχε κάτι αδιόρατα δαιμονικό στις αγιογραφίες της. Τα φρύδια που θύμιζαν τον σαρδόνιο Τζακ Νίκολσον. Τα μάτια που γυάλιζαν σαν μανιακού -κι ένιωθες να σε ακολουθούν όπου κι αν πήγαινες. Το -λίγο πιο μεγάλο απ’ το συνηθισμένο- στήθος της Παναγίας με το Βρέφος. Και, το χειρότερο απ’ όλα, το χαμόγελο του Χριστού.

Ειδικά σ’ αυτή την εικόνα στάθηκε πολλή ώρα ο ιερέας της ενορίας. Την κοίταξε προσεχτικά, κι έπειτα σκανδαλισμένος, ίσως και κάπως έντρομος, είπε δυνατά: «Αυτό δεν είναι αγιογραφία. Είναι δαιμονογραφία, βλασφημία… Ο Χριστός χαμογελάει!» Κι έφυγε πριν να διαρρήξει τα ιμάτια του.

Ο δάσκαλος, που εξαρτιόταν απ’ την Εκκλησία, είπε στην Άννα ότι δεν μπορούσε να την έχει στη σχολή.

«Κάνε κάτι άλλο», της είπε. «Δεν νομίζω ότι θα δεχτούν πουθενά τις… αγιογραφίες σου.»
«Τι να κάνω;»
«Ιμπρεσιονισμό, ξέρω ‘γω;»

Προτίμησε τον φωβισμό.

~~{}~~

Εκείνη την αγιογραφία κοιτούσε πριν φύγει για το εσπερινό λύκειο. Της άρεσε πολύ ο «Personal Jesus», γιατί χαμογελούσε ειρωνικά και γαλήνια μαζί.

Άρεσε και στον Στέλιο. Εκείνος φοβόταν τις αυστηρές αγιογραφίες της ορθόδοξης παράδοσης. Αλλά αγαπούσε τον «Χριστό της Άννας».

«Είναι σαν άνθρωπος», έλεγε μπροστά στην εικόνα.

Του άφησε την Έψα και το γιαούρτι και του είπε ότι θα γυρίσει το βράδυ. Έτρεμε η ψυχή της που τον άφηνε μόνο, αλλά δεν μπορούσε να προσλάβει κάποιον. Το Κέντρο Στήριξης Ατόμων με Νοητική Υστέρηση είχε αναστείλει τις εργασίες του -λόγω διακοπής κρατικής χρηματοδότησης.

~~

Στο δρόμο για το λύκειο άκουσε στο ραδιόφωνο το Gangsta’s Paradise. Θυμήθηκε την ταινία. Η Μισέλ Φάιφερ ήταν καθηγήτρια σ’ ένα σχολείο του γκέτο. Αλλά δεν θυμόταν πώς τέλειωνε η ταινία. Μάλλον καλά. Έτσι τελειώνουν όλες οι ταινίες του Χόλιγουντ.

Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι. Μια συμφοιτήτρια τής είχε πει ότι έμοιαζε στη Φάιφερ. Δεν ήταν γαλανομάτα, ούτε ξανθιά, αλλά υπήρχε κάποια ομοιότητα. Φαινόταν το ίδιο ντελικάτη κι εύθραυστη.

Το καλύτερο θύμα.
Νιώθουν την αδυναμία σου οι λύκοι.

Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τους αλλάξει, να τους εμπνεύσει. Δεν θα έκανε πίσω, θα έδειχνε πόσο δυνατή είναι -με τη βοήθεια του Θεού.

Και τη δική μου βοήθεια.

~~

Ο διευθυντής στεναχωρήθηκε σαν την είδε στο γραφείο του.
«Γύρισες;» Έσφιξε τα χείλη σαν να ‘λεγε «μπελάδες».
«Σας το είχα πει ότι θα έρθω.»
«Ναι, μου το ‘πες. Ευτυχώς σήμερα δεν έχεις μάθημα στο γάμμα δύο.»

Η Άννα ξαφνιάστηκε. Δεν είχε δει καν το πρόγραμμα της. Κάθε τάξη έκανε καλλιτεχνικά μια φορά τη βδομάδα. Αυτό σήμαινε ότι θα πήγαινε στους… λύκους μόνο κάθε Πέμπτη. Χάρηκε. Δεν θα χρειαζόταν να τους αντιμετωπίσει.

Νομίζεις, Μισέλ.
Δεν είναι Χόλιγουντ.

~~

Είχε τελειώσει και την τέταρτη ώρα της. Κανένας τρόμος, κανένας μπελάς, μόνο απέραντη βαρεμάρα. Κανείς δεν την άκουγε να μιλάει, έτσι κάποια στιγμή σταμάτησε να το κάνει. Την τελευταία ώρα την πέρασε χαζεύοντας το κινητό της. Προσαρμογή.

Μάζεψε τα πράγματα της, χαιρέτησε τον διευθυντή και κατέβηκε για την έξοδο. Βρήκε τους λύκους μπροστά της, να κλείνουν την είσοδο. Την περίμεναν. Ήταν ο Σκύλος με τους δυο κολλητούς του, τον Ψηλό και τον Γιάννη -αυτός δεν είχε παρατσούκλι.

Σταμάτησε να περπατάει. Έπειτα θυμήθηκε τη Φάιφερ. Πήρε θάρρος και πήγε προς την πόρτα.

«Τι έγινε, δασκαλίτσα, φεύγεις κιόλας;» της είπε ο Σκύλος και μπήκε στη μέση.
«Τι κάνετε;» είπε εκείνη προσπαθώντας να χαμογελάσει.

Περιμένουν να σε γαμήσουν.

«Λέγαμε, μήπως θες να ‘ρθεις μαζί μας. Να σε βγάλουμε μια βόλτα στα μαγαζιά της περιοχής.»

Και να σε γαμήσουν.

«Ίσως μια άλλη φορά, με περιμένουν σπίτι.»
«Ο αντρούλης σου;»
«Ο αδελφός μου.»
«Αχ, δεν έχει αντρούλη η κακομοίρα», είπε ο Ψηλός. Και γελάσανε.
«Μπορώ να περάσω;» έκανε η Άννα.

Ο Σκύλος μίλησε σιγά, στο αυτί της.
«Αν μου πιάσεις λίγο τον πούτσο θα σ’ αφήσουμε.»

Πιάσ’ τον! Πιάσ’ τον γερά! Ξερίζωσέ τον.

«Θέλω να φύγω.»
«Έλα, λίγο, δεν θα πάθεις τίποτα.»
«Θέλω να…» είπε η Άννα τρέμοντας πια.

Εκείνη τη στιγμή κατέβηκαν τις σκάλες δυο συνάδελφοι της. Ο Σκύλος τους είδε κι έκανε πιο πίσω.

«Όλα καλά;» είπε ο Γιώργος, που δίδασκε πληροφορική.
«Μια χαρά, φιλαράκι, εδώ, τα λέγαμε με την… κυρία.»
«Άννα, θες να σε πάμε κάπου;»
«Ναι, ευχαριστώ.»

Η αγέλη παραμέρισε. Ο Σκύλος της έκλεισε το μάτι καθώς περνούσε δίπλα του. Έξω οι συνάδελφοι της είπαν τα ίδια με τον διευθυντή. Θα ‘ταν καλύτερο για ‘κείνη να έφευγε.

«Ούτε άντρες δεν τα βγάζουν πέρα εδώ», έκανε ο Γιώργος καθώς την έβαζε στο αυτοκίνητο της.

~~

Ήθελε να κλάψει, αλλά συγκρατήθηκε. Όταν μπήκε στο σπίτι, βρήκε τον Στέλιο να κλαίει.

«Τι έπαθες;» Ήταν κατουρημένος.
«Ο κακός άνθρωπος πήγε τη μαμά στον ουρανό».

Τη μητέρα της Άννας την είχαν δολοφονήσει. Κάποιος προσπάθησε να της πάρει την τσάντα. Εκείνη αντιστάθηκε. Ο «κακός άνθρωπος» τη μαχαίρωσε. Μέρα μεσημέρι. Μόνο ένα χτύπημα, αλλά βρήκε αρτηρία. Πέθανε από αιμορραγία πριν πάει το ασθενοφόρο. Τότε η Άννα ήταν δεκαεφτά χρονών. Ο Στέλιος είκοσι δύο -με μυαλό τρίχρονου. Και δεν το ξεχνούσε.

Τον παρηγόρησε, του μίλησε για την αγκαλιά του Θεού, τον καθάρισε και τον έβαλε για ύπνο, αφού του υποσχέθηκε ότι θα τον πήγαινε για παγωτό την επομένη, που ήταν Σάββατο.

Πήγαν στο Πασαλιμάνι. Του Στέλιου του άρεσε να κοιτάζει τη θάλασσα. Πίστευε ότι ο μπαμπάς του θα έβγαινε αποκεί μέσα. Η μάνα του στον ουρανό, ο πατέρας στη θάλασσα. Η αδελφή στη γη.

Καθώς πήγαιναν για το αυτοκίνητο η Άννα πρόσεξε μια θορυβώδη ομάδα νέων. Της θύμισαν τον Σκύλο.

Για κοίτα καλύτερα.

Κοίταξε. Αντιλήφθηκε ότι πράγματι ήταν κι εκείνος ανάμεσα τους.

«Προχώρα!» είπε στον Στέλιο και τον τράβηξε πιο δυνατά απ’ όσο ήθελε -και έπρεπε. Εκείνος στύλωσε τα πόδια του κάτω. Έτσι έκανε όταν τον ζόριζαν.
«Μη τραβάς, μη τραβάς», της είπε.
«Πάμε, Στελάκο μου, πάμε.»
«ΜΗ ΤΡΑΒΑΣ ΜΗ ΤΡΑΒΑΣ ΜΗ»

Όλοι γύρισαν να τους κοιτάξουν. Τους είδε κι ο Σκύλος. Πήγε χαμογελώντας κοντά τους.

«Μπα, μπα, τι έχουμε εδώ; Βγήκε η δασκαλίτσα βόλτα στο λιμάνι; Γάβρος είσαι;»

Παρατήρησε τον Στέλιο από πάνω μέχρι κάτω.
«Ο αδελφούλης σου είναι αυτός;»
«Με λένε Στέλιο.»
«Γεια σου, Στέλιο», είπε και του έδωσε το χέρι. Ο Στέλιος δεν έκανε χειραψίες. «Εγώ είμαι μαθητής της αδελφής σου. Και την αγαπώ πολύ.»
«Με λένε Στέλιο», έκανε εκείνος και κοίταξε αλλού.
«Ο αδελφούλης σου είναι βλαμμένος;»
«Μην τον λες έτσι», είπε η Άννα.
«Με λένε Στέλιο.»
«Συγνώμη, δασκαλίτσα, δεν ήθελα να προσβάλω το βλαμμένο σου.»
«Εσύ είσαι βλαμμένος», του είπε η Άννα.

Ο Σκύλος γέλασε.
«Πω πω, προσβολή.»
«Αλήθεια», του είπε η Άννα. «Πόσων χρονών είσαι και πηγαίνεις ακόμα σχολείο; Το όνομα σου έμαθες να το γράφεις;»

Πες του κι άλλα, κάν’ τον σκουπίδι.

Ο Σκύλος είχε γουρλώσει τα μάτια.
«Πέρα απ’ το να μαχαιρώνεις μετανάστες ξέρεις τίποτα άλλο; Να διαβάζεις ξέρεις;» συνέχισε η Άννα. «Ένα σκουπίδι είσαι, τίποτα άλλο, σκουπίδι.»

Δεν γελούσε πια. Ούτε μίλησε. Μόνο μίσος.

Η Άννα τράβηξε τον Στέλιο, που ακολούθησε πειθήνια αυτή τη φορά. Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Ο Σκύλος τους κοιτούσε. Η Άννα έβαλε μπρος και πατώντας τέρμα το γκάζι οδήγησε κατά πάνω του.

Πάτα τον, πάτα το σκουπίδι.

Ο Σκύλος πετάχτηκε στην άκρη την τελευταία στιγμή βρίζοντας. Οι φίλοι έτρεξαν να δουν τι είχε γίνει. Η Άννα έβαλε δευτέρα και τρίτη, έφυγε. Και γελούσε. Το είχε ευχαριστηθεί.

Αν τον πατούσες θα ‘ταν καλύτερο.

~~

Μπήκαν στο σπίτι κι έκατσαν να δουν τηλεόραση. Ο Στέλιος λάτρευε να βλέπει διαφημίσεις -και μόνο. Όταν ξεκινούσε το κανονικό πρόγραμμα της έλεγε ν’ αλλάξει κανάλι, μέχρι να βρούνε διαφημίσεις.

Όταν τον πήγε για ύπνο τη ρώτησε αν έχουν Έψα στον ουρανό.
«Τα πάντα έχουν.»
«Έχουν και κακούς; Εκείνος ήταν κακός.»
«Όχι, τους κακούς τους κρατάμε εδώ.»
«Γιατί;»
«Γιατί… Γιατί έτσι. Κοιμήσου.»

Κοίταξε το ρολόι. Είχε πάει έντεκα. Κάποιες φορές αισθανόταν σαν να είχε την κηδεμονία ενός σκύλου. Τόση ευθύνη, καμία εξέλιξη. Αλλά οι σκύλοι πεθαίνουν στα δεκατέσσερα. Ο Στέλιος θα ζούσε άλλα τριάντα, πενήντα, εξήντα χρόνια. Απελπίστηκε σαν το σκέφτηκε.

Όχι, δεν ήθελε να έχει την ευθύνη ενός ανθρώπου μέχρι να γεράσει. Ήθελε να ζήσει κανονικά. Τι σήμαινε κανονικά; Δεν ήξερε. Αλλά ούτε μπορούσε να τον βάλει σε ίδρυμα. Ο Θεός τής τον είχε εμπιστευτεί.

Έβαλε ένα ποτήρι κρασί κι έναν καμβά 50Χ70 στο καβαλέτο. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει άσκοπα, χωρίς να σκέφτεται.

Κατάλαβε, αρκετή ώρα μετά, ότι έφτιαχνε ένα ερωτικό. Μια γυναίκα στα τέσσερα και πίσω της ο εραστής της. Ντράπηκε. Το άφησε κάτω και πήγε να πλύνει τα δόντια της. Πριν πέσει στο κρεβάτι πέρασε και του έριξε μια ακόμα ματιά. Της άρεσε. Αν του έβαζε περισσότερο χρώμα και…
Πήγε να κοιμηθεί.

~~{}~~

Μέχρι την Πέμπτη δεν τους ξαναείδε. Ήταν ήσυχες μέρες. Πήγε να εξομολογηθεί. Είπε ότι άκουγε τον δαίμονα ξανά.

«Προσευχήσου και θα φύγει», είπε ο πάτερ Νικόλας.

Δεν θες να φύγω, Αννούλα, δεν θες.

Δεν είπε στον πατέρα ότι άκουγε τη φωνή του ακόμα και μέσα στην εκκλησία.

~

Την Πέμπτη πήγε στο λύκειο έτοιμη για όλα.

«Δεν θα τους δώσω σημασία», έλεγε και ξανάλεγε στο αυτοκίνητο. «Τρέφονται απ’ τον φόβο μου. Αν αδιαφορήσω θα βαρεθούν.»

Ωραία ψυχολογικά παραμύθια.
Στο ίντερνετ τα διάβασες;

Η κατάσταση στο γάμμα δύο ήταν διαφορετική -παράξενη. Ο Στέργιος πίσω κι ο μεσήλικας ήταν ίδιοι. Αλλά οι άλλοι πέντε ήταν υπερβολικά… ήσυχοι. Αυτό την τρόμαξε περισσότερο.

Κάποια στιγμή ο Σκύλος σήκωσε το χέρι του για να μιλήσει. Δεν είχε ακουστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.
«Κυρία Άννα, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη, ξέρεις, για τις μαλακίες που είπα, ξέρεις και για τα… Εντάξει, το ‘πιασες.»
«Σ’ ευχαριστώ», του είπε και χαμογέλασε.

Έσκυψε πάλι στο κινητό της. Έκανε ότι σκρόλαρε, ενώ σκεφτόταν: «Είδες; Κι ο άγιος φοβέρα θέλει.»

Πόση φοβέρα θέλει, Μισέλ;

Ξεκίνησε να γράφει μια σημείωση στον εαυτό της. Δεν πρόσεξε τα κρυφά χαμόγελα και τα μηνύματα που αντάλλαζαν οι τρεις, ο πυρήνας της αγέλης, τις ψιθυριστές λέξεις που έκρυβαν πίσω απ’ την παλάμη. Ο Στέργιος πίσω κρυφάκουγε.

Χτύπησε το κουδούνι, την ώρα που έκανε ένα τεστ στο facebook. Σηκώθηκε, χαιρέτησε και βγήκε. Ήταν χαρούμενη.

Χτύπησε την πόρτα του διευθυντή.
«Τι έγινε πάλι;» έκανε αυτός.
«Όλα καλά», του είπε. «Τα βρήκαμε.»
«Ναι, ε;»

Κατέβηκε τις σκάλες, ενώ έψαχνε στην τσάντα για τα κλειδιά της. Τότε την αρπάξανε.

Την τράβηξαν σ’ ένα δωμάτιο που χρησίμευε ως αποθήκη. Προτού προλάβει να καταλάβει τι γινόταν της έκλεισαν το στόμα με ταινία. Τότε μόνο τους είδε.

Ο Ψηλός την κρατούσε με τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη. Ο Γιάννης τής είχε κλείσει το στόμα, με την παλάμη στην αρχή, μετά με την ταινία. Την έπιασε ο ένας απ’ το ένα χέρι, ο άλλος απ’ τ’ αριστερά.

Ήταν ένας πίνακας του Θεόφιλου που της άρεσε. Η Ελλάδα ημιθανής, να τη βαστάνε ο Κοραής απ’ τη μια κι ο Φεραίος απ’ την άλλη. Η ζωγραφική του Θεόφιλου είχε ένταση. Ναΐφ ήταν, αλλά…

«Δασκαλίτσα, σου είπα ότι θα κάνουμε καλή παρέα.»
Ο Σκύλος στεκόταν μπροστά της.

Προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά την κρατούσε ένας άντρας από κάθε πλευρά (ο Κοραής, ο Φεραίος). Τη γυρίσανε με πρόσωπο στον τοίχο.

Ο Σκύλος κόλλησε πίσω της και της είπε: «Είμαι σκουπίδι, ε; Σ’ έχει γαμήσει ποτέ σκουπίδι; Τρία σκουπίδια;»

Έβαλε τα δυνατά της, σπρώχνοντας και κλωτσώντας όπου μπορούσε. Τους δυσκόλεψε, ήταν πιο δυνατή απ’ όσο περίμεναν. Ο Σκύλος τής κοπάνησε το κεφάλι στον τοίχο και την πίεσε, τόσο δυνατά που άκουσε το κρανίο της να τρίζει και ζαλίστηκε.

«Χαλάρωσε. Δεν θα το αποφύγεις ό,τι κι αν κάνεις. Θα σου βγάλω την ταινία. Μ’ αρέσει να σ’ ακούω ν’ αναστενάζεις. Έτσι και φωνάξεις, θα σου σπάσω το κεφάλι. Κατάλαβες; Χαλάρωσε κι απόλαυσε το.»

Της έβγαλε την ταινία και της πίεσε το κεφάλι στον τοίχο. Της σήκωσε τη φούστα, της έσκισε το καλσόν και της κατέβασε το εσώρουχο. Δεν του ζήτησε να σταματήσει, ούτε τον παρακάλεσε. Μόνο ξεκίνησε να προσεύχεται.

«Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ…»

«Δεν σ’ ακούει ο θεός σου», της είπε ο Σκύλος, ενώ ξεκούμπωνε το παντελόνι του.

«Κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.»

«Βούλωσ’ το, βούλωσ’ το», έκανε ο Σκύλος που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί -και δεν του σηκωνόταν.

«Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις…»

«Σκάσε!»

Την κοπάνησε στον τοίχο κι η Άννα βόγκηξε. Του άρεσε αυτό. Τότε άνοιξε η πόρτα.

«Σταματήστε!» είπε εκείνος που στεκόταν απέξω. Με την άκρη του ματιού της είδε τον Στέργιο. «Σταματήστε. Παίρνω τους μπάτσους.»
«Σπάσε, γύφτουλα, θα σε τσακίσουμε», του είπε ο Σκύλος.
«Δε φεύγω. Παίρνω τους μπάτσους.»

Η Άννα, με το κεφάλι κολλημένο στον τοίχο και το εσώρουχο στους αστραγάλους, σκέφτηκε μόνο: «Δεν τραυλίζει.»

«Αρχίδι», φώναξε ο Ψηλός και τον χτύπησε στο πρόσωπο.

Ο Στέργιος έπεσε πίσω. Η Άννα βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει. Αλλά έτσι όπως ήταν το καλσόν της μπερδεύτηκε κι έπεσε. Συνέχισε να σέρνεται προς την έξοδο.

Απ’ τον πάνω διάδρομο ακούστηκαν πόρτες ν’ ανοίγουν κι η φωνή του διευθυντή. Ο Ψηλός κι ο Γιάννης έφυγαν αμέσως. Ο Σκύλος κοντοστάθηκε.

«Δεν τελειώσαμε», είπε στην Άννα. «Θα βρούμε πού μένεις με το βλαμμένο σου.»

Κλώτσησε τον Στέργιο κι έφυγε τρέχοντας. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και βοήθησε την Άννα να σηκωθεί.

«Είστε καλά, κυρία Άννα;» της είπε.
«Χάρη σε σένα. Είσαι ένας άγγελος του Κυρίου.»

Κατέβηκαν τρεις καθηγητές με τον διευθυντή. Είδαν την Άννα αναμαλλιασμένη, με τα ρούχα σκορπισμένα. Και τον τσιγγάνο να την κρατάει. Του όρμησαν να τον δείρουν. Η Άννα μπήκε ανάμεσα τους.

«Δεν το έκανε αυτός», τους είπε.
«Ποιος;»

Τη βοήθησαν ν’ ανέβει στο γραφείο. Ο Στέργιος περίμενε απέξω. Η Άννα είπε τι είχε συμβεί. Ο διευθυντής έσφιξε τα δόντια.

«Γι’ αυτό δε σ’ ήθελα εδώ. Κατάλαβες;»

Κατάλαβες, αρνάκι;

Τα λόγια του ήταν χειρότερα κι από βιασμό.

«Εγώ είμαι το πρόβλημα; Αυτοί…»
«Εσύ είσαι. Έρχεσαι μες στους λύκους και τους προκαλείς να σε φάνε.»
«Τι; Τι λες;» Σηκώθηκε όρθια. «Δεν τους προκάλεσα, δεν έκανα…»
«Τους προκαλείς. Γιατί είσαι αθώα. Τους προκαλείς περισσότερο έτσι.»

Γιατί είσαι παρθένα κι αθώα σαν αμνός.

«Δεν είμαι», του είπε.
«Τι δεν είσαι;»
«Δεν είμαι αμνός.»

Τι είσαι;

Το βλέμμα της θα μπορούσε να του βάλει φωτιά εξ αποστάσεως.

«Δεν καταλαβαίνω τι λες», της είπε ο διευθυντής κι έψαξε στο συρτάρι για τα τσιγάρα του.
«Δεν θα πάρετε την αστυνομία; Δεν θα το καταγγείλετε στη δευτεροβάθμια;» Εκείνος άναψε τσιγάρο. «Τι θα κάνετε;»

Της έβαλε μπροστά της την εθελούσια.
«Φύγε», της είπε. «Για το καλό σου, φύγε.»

Τρέχα να κρυφτείς, αρνάκι.

«Δεν θες να μπλέξεις», του είπε με περιφρόνηση.
«Άκου…» Ξέχασε τ’ όνομα της για λίγο. «Άκου, Άννα. Θέλω πέντε χρόνια να βγω στη σύνταξη. Δεν έχω καμιά όρεξη να το παίζω oh captain my captain. Και όχι, δεν θέλω να μπλέξω με αστυνομίες, με ανακρίσεις και με τους φίλους του Σταθάκη. Εγώ σου το ‘πα ότι δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα εδώ μέσα, δεν στο ‘πα;»
«Μου το ‘πες», έκανε η Άννα πιο ψυχρά κι από φίδι.
«Ωραία.»

Έψαξε να βρει ένα μέρος να σβήσει το τσιγάρο του, που το ‘χε καπνίσει με δυο ρουφηξιές. Το πέταξε στο ποτήρι του.

«Νομίζεις ότι αν μπλέξεις μ’ αυτούς θα ξεμπλέξεις; Είναι μαχαιροβγάλτες. Τον άλλον, τον τραγουδιστή, τον σκότωσαν στη μέση του δρόμου κι η αστυνομία δεν έκανε τίποτα. Κι ο δολοφόνος είναι στο σπιτάκι του, περιμένει να τελειώσει η δίκη. Νομίζεις ότι θα νοιαστούν για σένα και τον υποτιθέμενο βιασμό σου;»
«Υποτιθέμενο;»
«Καλά. Πήγαινε στην αστυνομία. Θα σου φερθούν με το γάντι.»
«Υποτιθέμενο;»

Ο διευθυντής σηκώθηκε όρθιος κι αυτός.
«Φύγε, Άννα. Κάτι θα βρεις να κάνεις. Κάνε φροντιστήρια. Μην μπλέκεις περισσότερο τα πράγματα.»

Ου μπλέξεις, αρνάκι.
Η ενδεκάτη εντολή.

Η Άννα κοίταξε πίσω απ’ το κεφάλι του διευθυντή. Στον τοίχο είχε μια εικόνα του Χριστού, γαλανομάτη και ξανθού.

Γύρνα και το άλλο μάγουλο, αρνάκι.

«Ο Χριστός δεν γέλασε ποτέ», είπε στον διευθυντή. Εκείνος δεν φάνηκε να καταλαβαίνει τη σύνδεση. «Αλλά θύμωσε. Εξοργίστηκε και μπήκε στον Ναό με το μαστίγιο. Μπορώ να βρω κι εγώ μαστίγιο.»
«Τι λες;»
«Καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων.»
«Τι;»
«Φραγγέλλιο. Μαστίγιο.»

Η Άννα γύρισε και πήγε προς την πόρτα. Ο διευθυντής έτρεξε και την πρόλαβε.

«Θα σε βάλω σε αναρρωτική άδεια», της είπε. «Μπορώ να σε καλύψω μέχρι τα Χριστούγεννα.»

Άγια νύχτα σε προσμένουν,
μεεεεεεε χαρά

«Αλλά μετά θα πρέπει να φύγεις. Δεν γίνεται αλλιώς.»
«Σας ευχαριστώ. Είστε τόσο καλός.»
Βγήκε και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Ο Στέργιος περίμενε απέξω. Το μάτι του είχε αρχίσει να πρήζεται.

«Σ’ ευχαριστώ, Στέργιο. Είσαι ο πιο γενναίος άνθρωπος που έχω γνωρίσει.»
«Δε-δε-δε», ξεκίνησε να λέει εκείνος.
«ΕΙΣΑΙ! Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό. Είσαι.»

Της είπε ότι φοβόταν. Όχι για τον εαυτό του. Φοβόταν για ‘κείνη.

«Μη φοβάσαι, Στέργιο. Ήγγικεν η ώρα να φοβηθούν κάποιοι άλλοι. Αλίμονο σ’ εκείνους που αντιμετωπίζουν την οργή του αμνού.»

Ναι, Άννα, ναι,
ήρθε η ώρα του κυνηγού.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το τέλος: Η δασκάλα πήρε τ’ όπλο της (3.Κυνηγός)