Η δασκάλα πήρε τ’ όπλο της (3.Κυνηγός)

0
785

Το πρώτο μέρος Αμνός
Το δεύτερο μέρος Λύκοι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

1 Υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα κάτω από τον ουρανό.
2 Καιρός να γεννιέται κανείς, και καιρός να πεθαίνει.

3 Καιρός να φονεύει, και καιρός να γιατρεύει.
8 Καιρός να αγαπήσει, και καιρός να μισήσει·
καιρός πολέμου, και καιρός ειρήνης.
Εκκλησιαστής, 3

She’s a Killer Queen
Gunpowder, gelatin
Dynamite with a laser beam
Guaranteed to blow your mind
Anytime
The Queen

Baby did a bad bad thing
Chris Isaak
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δεν πήγε στην αστυνομία. Ο διευθυντής είχε δίκιο σ’ αυτό, τους ήξερε, γιατί σκεφτόταν σαν κι εκείνους. Θα την ταπείνωναν και θα έκαναν μια υποτιθέμενη ανάκριση για τον υποτιθέμενο βιασμό της.

Όμως δεν θα τ’ άφηνε έτσι. Θα τους έκανε να πονέσουν.

Έγλειψε τα χείλη της σαν να γευόταν το αίμα τους. Το καλό και το κακό, ο Θεός κι ο Διάβολος, υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο. Αλλά κάποιες φορές χρειάζεσαι πιο πολύ τον Διάβολο.

Ναι, Άννα,
ήρθε η ώρα μου,
η ώρα μας.

Ήταν βέβαιη ότι θα έπαιρνε εκδίκηση. Όμως έπρεπε να βρει τον τρόπο. Έκατσε άγρυπνη να το σκέφτεται ως το πρωί. Θα χρησιμοποιούσε το βάρος τους για να τους ρίξει.

Άνοιξε τον υπολογιστή, έψαξε για λίγο και παράγγειλε ό,τι χρειαζόταν. Αυτό ήταν το εύκολο.

Baby did a bad bad thing

Έπειτα ανέβηκε στο πατάρι και κατέβασε την κούτα με τα πράγματα του πατέρα της. Κάτω από ένα αγαλματίδιο του Στάλιν βρήκε αυτό που έψαχνε.

Ο αδελφός της στεκόταν πίσω της.
«Θα γυρίσει ο μπαμπάς;»
«Όχι, Στέργιο, δεν θα γυρίσει. Ακόμα.»
«Με λένε Στέλιο.»
«Το ξέρω, συγνώμη. Πήγαινε για ύπνο.»
«Έχει ήλιο.»

Κοίταξε στο παράθυρο. Είχε ξημερώσει. Αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Του έδωσε πρωινό κι έκατσε στο σχεδιαστήριο. Σήκωσε τον ερωτικό πίνακα. Τον χρωμάτισε έτσι όπως θα το έκανε ο Ματίς. Της άρεσε η καινούρια Άννα.

~~{}~~

Ο διευθυντής είχε ησυχάσει. Η Μόνου δεν είχε εμφανιστεί μια βδομάδα. Το είχε πάρει απόφαση ότι δεν ταίριαζε εκεί μέσα, έτσι νόμιζε.

Κοιτούσε το κινητό του όταν άνοιξε η πόρτα.
«Ορίστε, παρακαλώ», είπε στη γυναίκα που είχε μπει.
«Ήρθα για το μάθημα μου.»

Κόλλησε να την κοιτάει για τέσσερα -ακριβώς- δευτερόλεπτα. Μετά τινάχτηκε πίσω λες και τον είχαν χτυπήσει με τσεκούρι στο κεφάλι. Είπε μόνο: «Ε;»

Ήταν η Άννα. Με κοντό καρέ, βαμμένα πυρρόξανθα μαλλιά, όπως η Φάιφερ στην Ασυμβίβαστη Γενιά. Έντονο μακιγιάζ και κόκκινο της φωτιάς κραγιόν.

Φορούσε ένα λεπτό παλτό ως τα γόνατα, αλλά φαινόταν το διχτυωτό καλσόν κι οι οκτάποντες γόβες.

Baby did a bad bad thing

«Άννα;»
«Ήρθα για το μάθημα μου.»
«Έτσι;»
«Εσείς μου είπατε ότι τους προκαλώ με την αθωότητα μου.»

Ο διευθυντής προσπάθησε ν’ ανάψει τσιγάρο, αλλά τα χέρια του έτρεμαν. Τα πέταξε στο γραφείο.

«Δεν μπορείς να πας έτσι εκεί μέσα. Δεν… Μα τι στο διάολο κάνεις εδώ; Σου είπα να…»
«Πάω για μάθημα.»
«Δεν καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να σας καταλάβω εσάς τις γυναίκες.»
«Είναι απλό. Γιατί μπερδεύεστε; Είμαστε όλες πουτάνες.»

Τον άφησε με ανοιχτό στόμα και πήγε στο γάμμα δύο.

~~

Στην τάξη οι μαθητές μιλούσαν για ποδόσφαιρο. Όταν άνοιξε η πόρτα και την είδαν γούρλωσαν τα μάτια. Ακόμα κι ο μεσήλικας.

«Καλησπέρα σας, παιδιά. Σήμερα θα κάνουμε ένα ξεχωριστό μάθημα…»

Που θα το θυμάστε για πάντα.

Ο Σκύλος γύρισε κι είπε στον Ψηλό: «Η δασκαλίτσα τα ‘παιξε.»

«Ησυχία, παρακαλώ.» Παραδόξως όλοι την άκουσαν. «Σήμερα θα μιλήσουμε για τον ερωτισμό στην τέχνη.» Έκανε μια μικρή παύση. «Κι ό,τι άλλο προκύψει.» Και τους έκλεισε το μάτι.

Έπειτα έβγαλε το παλτό της.

Φορούσε ένα λαστέξ κόκκινο φορεματάκι, τόσο εφαρμοστό και κοντό που έμοιαζε με φαρδιά ζώνη. Οι διχτυωτές κάλτσες κρατιούνταν με ζαρτιέρες. Το στήθος της, παρότι μικρό, ασφυκτιούσε. Μισή ρώγα ήταν σε κοινή θέα.

Baby did a bad bad thing

Κανείς απ’ τους μαθητές δεν μίλησε.

«Αλλά να ξέρετε», συνέχισε η Άννα, «πως όσοι θέλουν να μείνουν στο μάθημα θα πρέπει να συμμετέχουν, να πάρουν μέρος δημιουργικά.»

Άνοιξε την τσάντα κι έβγαλε ένα μαστίγιο ιππασίας, με καρδιά στην κορυφή, κι ένα ακόμα, δερμάτινο. Τους κοίταξε όλους έναν έναν. Εκείνοι κάθονταν ήσυχοι σαν παιδιά του νηπιαγωγείου μπρος σε αυστηρή δασκάλα. Όταν έβγαλε κι έναν δονητή ακούστηκαν φωνές έκπληξης.

«Οπότε, όποιος δεν θέλει να συμμετέχει έχει το δικαίωμα να φύγει. Τώρα. Χωρίς απουσία. Στέργιο;»

Εκείνος θυμήθηκε τα λόγια της. «Η οργή του αμνού». Σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να μιλήσει. Ο μεσήλικας τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως.

«Ωραία όλ’ αυτά», είπε καθώς έβγαινε, «αλλά καλύτερα να πάω να δω τον Θρύλο.»

Τρέχα στη γυναικούλα σου,
γεροντάκι.

Οι άλλοι πέντε το σκεφτήκαν λίγο παραπάνω. Ώσπου κάποιος είπε: «Πάμε να φύγουμε, μαλάκες. Η τύπισσα τα ‘χει παίξει. Τζάμπα μπλέξιμο.»

Ου μπλέξεις

Σηκώθηκε. Τον ακολούθησε άλλος ένας. Πήγε να κάνει το ίδιο κι ο Γιάννης, αλλά τον συγκράτησε ο Σκύλος.
«Θα περάσουμε καλά», του είπε. «Μην είσαι κότα.»
Κι έκατσε πάλι.

Είχε μείνει στην τάξη μόνο η τριάδα του υποτιθέμενου βιασμού. Η Άννα πήγε και κλείδωσε την πόρτα. Γύρισε απότομα, κι είπε ναζιάρικα σαν να έπαιζε σε πορνοταινία: «Λοιπόν, αγοράκια; Θα το γλεντήσουμε;»

Ο Σκύλος χειροκρότησε. Οι άλλοι χαμογέλασαν, αλλά φαινόταν στο πρόσωπο τους ότι είχαν αμφιβολίες.

«Μόνο δυο πραγματάκια χρειαζόμαστε ακόμα», είπε η Άννα και ψαχούλεψε την τσάντα. Έβγαλε τρία ζευγάρια χειροπέδες, με ροζ φούντες.

Για μια στιγμή ανησύχησε κι ο Σκύλος. Το αριστερό του μάτι έκανε λίγα νευρικά τικ. Τον σκούντησε ο Ψηλός.

«Είμαστε τρεις εναντίον μιας μαλακισμένης», του είπε ο Σκύλος. «Πού κολλάς;» Κι έκανε να σηκωθεί, για να επιβληθεί.

«Μια στιγμή», του είπε η Άννα, σταματώντας τον. «Κάτι τελευταίο.»

Έβγαλε απ’ την τσάντα ένα Luger P08 και το έστρεψε πάνω τους. Ο Ψηλός κι ο Γιάννης πετάχτηκαν όρθιοι.

«Ίσως να ξέρετε τι είναι αυτό», τους είπε σημαδεύοντας τους έναν έναν. «Λούγκερ το λένε. Έχει μέσα οκτώ σφαίρες. Το ‘φερε ο πατερούλης μου απ’ τη Ρωσία.»

Η φωνή της, γλυκιά και σεξουαλική, ακουγόταν πιο τρομαχτική κι από φωνή ανώμαλου Γκεσταπίτη.

She’s a Killer Queen

Ο Ψηλός έκανε ένα βήμα προς την πόρτα. Η Άννα τον σημάδεψε κι άλλαξε τη φωνή της.
«Καλύτερα να μείνεις εκεί που είσαι», του είπε ξερά.

Έμεινε.
«Γιατί θα παίξουμε ωραία παιχνίδια», είπε με την άλλη φωνή.

Ναι, θανατηφόρα παιχνίδια.

«Δεν μπορεί να λειτουργεί αυτή η μαλακία», είπε ο Σκύλος.

Έστρεψε το πιστόλι πάνω του, στο στήθος του.
«Θες να δοκιμάσουμε;» του είπε με τη σέξι φωνή. «Οι Γερμανοί φημίζονται για τις μηχανές τους. Να πατήσω τη σκανδάλη να δούμε;»

Εκείνος άργησε να απαντήσει. Τελικά είπε όχι -πνιγμένο μες στα δόντια του.

«Ωραία», έκανε η Άννα. «Αν δεν θέλετε να δοκιμάσετε αυτοπροσώπως τη συνέπεια των ναζί που τόσο αγαπάτε θα πρέπει να βγάλετε τα ρούχα σας.»

Γελάσανε κι οι τρεις. Η Άννα δεν γελούσε.

«Τώρα!» φώναξε και σημάδεψε τον Γιάννη.

Εκείνος ξεκίνησε να γδύνεται. Καθώς έβγαζε την μπλούζα του κοίταξε προς την πόρτα. Κι οι άλλοι δύο κοιτάξανε εκεί. Η Άννα γύρισε να δει τι βλέπουν. Στο μικρό παραθυράκι της πόρτας είχε βάλει το πρόσωπο του ο διευθυντής. Μετά προσπάθησε να την ανοίξει.

Η Άννα πήγε με το λούγκερ στο χέρι. Σημάδεψε λίγο πάνω απ’ το υποτιθέμενο κεφάλι του και πάτησε τη σκανδάλη. Ο πυροβολισμός τούς έκανε όλους να σκύψουν. Η σφαίρα έφτιαξε στην πόρτα μια υπέροχη τρύπα στο μέγεθος καρυδιού. Ο διευθυντής έφυγε στα τέσσερα.

Η Άννα γύρισε χαμογελώντας προς την τριάδα.
«Λειτουργεί μια χαρά, πατερούλη», είπε γελώντας και τους σημάδεψε. «Αλλά θα πρέπει να κάνουμε λίγο πιο γρήγορα. Έχετε δέκα δευτερόλεπτα για να γδυθείτε. Δέκα, εννιά, οκτώ, εφτά»

Έμειναν γυμνοί πριν τελειώσει το μέτρημα. Έμοιαζαν σαν τείχος σε ποδοσφαιρικό αγώνα γυμνιστών, έτσι όπως κάθονταν κρατώντας τ’ απόκρυφα τους με τα δυο χέρια.

«Τι έγινε; Ντρέπεστε; Θέλω να δω το καυλί σας», τους είπε.
«Μαλακίες», έκανε ο Ψηλός και πήγε να κινηθεί προς το μέρος της.

Η Άννα πυροβόλησε στον τοίχο πίσω του.

«Έξι σφαίρες. Τώρα θα μου δείξετε;»
Πήραν τα χέρια τους.
«Όπως το περίμενα. Μικροί.»

Χωρίς να σταματήσει να τους σημαδεύει γύρισε στο γραφείο, έπιασε τις ροζ χειροπέδες και τους τις πέταξε.

«Τώρα θέλω να φορέσετε αυτές, πίσω απ’ την πλάτη, ο ένας στον άλλο.»
«Κυρία Άννα, συγνώμη, αλλά… δεν…» ξεκίνησε να κλαψουρίζει ο Γιάννης.

Κλαίει το λυκάκι, κλαίει.

«Γιάννη, βάλε τις χειροπέδες στον Ψηλό.»
Του τις φόρεσε. Έκανε το ίδιο και με τον Σκύλο.

«Έλα εδώ, Γιάννη».

Την πλησίασε.

«Πιστεύεις στον Θεό;» του είπε σημαδεύοντας τον στο κεφάλι εξ επαφής.
«Πιστεύω.»
«Μπράβο. Στον Διάβολο πιστεύεις;»
Ο Γιάννης σκέφτηκε τι να απαντήσει.
«Πιστεύεις στον Διάβολο;» του φώναξε.
«Πιστεύω, πιστεύω.»
«Ωραία. Τότε θ’ ακολουθήσουμε τη λιτανεία του. Πάρε αυτό.» Του έδωσε τον δονητή. «Τώρα πήγαινε στον αγαπημένο σου φίλο, τον Ψηλό.»

Ο Γιάννης τον πλησίασε, με τον δονητή στο χέρι, σαν να κρατούσε λαμπάδα.

«Τι έγινε; Τι κάνεις;» είπε ο Ψηλός.
«Μην ανησυχείς», του είπε η Άννα. «Απλώς χαλάρωσε κι απόλαυσε το.» Και μετά στον Γιάννη. «Θέλω να του τον βάλεις στον κώλο.»

«ΤΙ; Α ΓΑΜΗΣΟΥ!» φώναξε ο ψηλός και της όρμησε. Η σφαίρα του λούγκερ τον βρήκε στο μηρό.

Ο δονητής έφυγε απ’ τα χέρια του Γιάννη. Ο Ψηλός αιμορραγούσε στο πάτωμα. Ο Σκύλος είχε πέσει στα γόνατα.

Αλλά η Άννα δεν είχε ταραχτεί καθόλου.

Ουαί τοις ηττημένοις.

«Πέντε σφαίρες. Γιάννη. Θέλω να…»
Ο Γιάννης δεν την άκουγε.
«ΓΙΑΝΝΗ!»
Σήκωσε τα μάτια του.
«Θέλω να πάρεις το παιχνίδι μας. Παρ’ το.»
Ο Γιάννης πήρε τον δονητή.
«Και τώρα πήγαινε στον αγαπημένο μας Σκύλο.»
Πήγε προς τον Σκύλο.
«Και ξέρετε τι πρέπει να κάνετε. Χωρίς καθυστέρηση. Στο ένα πατάω τη σκανδάλη. Πέντε, τέσσερα, τρία…»

Τότε ακούστηκε δυνατό χτύπημα στην πόρτα.
«Αστυνομία, πετάξτε το όπλο.»

Η Άννα γύρισε να κοιτάξει. Η πόρτα άντεχε. Ο Σκύλος, που δεν είχε τις χειροπέδες κλεισμένες, ελευθερώθηκε, της όρμηξε απ’ το πλάι και την έριξε κάτω. Η Άννα απ’ το πάτωμα τον κλώτσησε στο κεφάλι με τα τακούνια. Κι είχε δυνατά πόδια. Το μισό φρύδι του Σκύλου ξεκόλλησε.

Η Άννα έπιασε το όπλο κι όπως εκείνος σηκωνόταν πάλι για να της ορμήσει τον πυροβόλησε στην κοιλιά. Η σφαίρα τον πήρε ξώφαλτσα, αλλά τον έριξε πίσω.

Τον καβάλησε και του έβαλε το λούγκερ στο μέτωπο.

«Αν πιστεύεις σε κάτι, προσευχήσου τώρα».
«Δεν θα το κάνεις», της είπε ο Σκύλος. «Δεν θα σ’ αφήσει ο θεός σου.»
«Αλλά θα μ’ αφήσει ο Διάβολος.»

Σ’ αφήνω, καν’ το, καν’ το!

Η Άννα πάτησε τη σκανδάλη.

Ακούστηκε μόνο ένα κλικ κι ο βορβορώδης ήχος απ’ τα έντερα του Σκύλου που χέστηκε πάνω του. Το λούγκερ δεν ήταν και τόσο αξιόπιστο τελικά.

Πάτα πάλι, πάτα πάλι.

Τα ΕΚΑΜ έσπασαν την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκαν μέσα φωνάζοντας. Η Άννα άφησε τ’ όπλο να πέσει.

~~

Οι αστυνομικοί είδαν ένα θέαμα που θα διηγούνταν για πολύ καιρό στους συναδέλφους τους.

Ένα γομάρι γυμνό, με το πόδι ματωμένο, κάτω. Ένας άλλος, πάλι γυμνός, να τρέμει στον τοίχο. Και στο κέντρο της σκηνής το πιο αλλοπρόσαλλο. Ένας ακόμα κάτω, ματωμένος και χεσμένος. Κι απάνω του να κάθεται μια αδύνατη ξανθιά ντυμένη σαν πορνοστάρ.

Κι υπήρχε ακόμη, έτσι έγραψαν στην αναφορά, μια μυρωδιά στον χώρο. Σαν θειάφι ή κλούβιο αυγό.

Αυτό που δεν έγραψαν στην αναφορά, ούτε το διέδωσαν πολύ, μόνο εμπιστευτικά το είπαν στους πολύ δικούς τους ανθρώπους ή το είδαν στον ύπνο τους μετά, ήταν πως όση ώρα βρίσκονταν εκεί μέσα άκουγαν κάτι, άκουγαν κάτι μέσα στο κεφάλι τους, άκουγαν μια φωνή σαν γρατζούνισμα στη ραχοκοκαλιά τους, να τους προκαλεί να κάνουν όλα όσα θέλουν να κάνουν.

~~{}~~

«Έψα, θα πιω;»
«Θα πιεις, Στέλιο. Αύριο»
«Η Άννα πήγε στον ουρανό;»
«Δεν πήγε.»
«Στη θάλασσα;»
«Όχι, Στέλιο, θα γυρίσει η Άννα.»
«Κανείς δεν γυρνάει.»
«Η Άννα θα γυρίσει. Κοιμήσου.»

Η Σούζι τον σκέπασε κι άναψε το νυχτερινό φως. Έπειτα πήγε να δει τηλεόραση. Σιγοτραγουδούσε. Ο δικηγόρος της Άννας της είχε στείλει μήνυμα ότι θα έπαιρνε αύξηση.

~~

Η Άννα έφαγε 30 χρόνια. Η δικαστής δεν έλαβε ως ελαφρυντικό τον «υποτιθέμενο βιασμό».

Όμως η υπόθεση της έγινε viral απ’ την πρώτη μέρα. To #freeanna ήταν το πιο δημοφιλέςχάσταγκ καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης. Κάθε κανάλι και εφημερίδα, κάθε site, έγραφε για τη δασκάλα ζωγραφικής που τιμώρησε τους βιαστές της.

Η Άννα, σε μια ιντερνετική μέρα, έγινε παγκόσμια ηρωίδα των γυναικών που αντιστέκονται. Κάθε φεμινιστικός σύλλογος, κάθε διάσημη γυναίκα, από τη Μαντόνα μέχρι την πρωθυπουργό της Ρωσίας, την υποστήριξαν δημόσια.

Μέσα στη φυλακή επικοινώνησαν μαζί της οι σημαντικότεροι γκαλερίστες των μητροπόλεων.

«Μα δεν έχετε δει τι ζωγραφίζω», είπε σε κάποιον.
«Δεν έχει καμία σημασία. Βάλε μια τελεία σ’ έναν καμβά και θα πουληθεί. Τώρα, που καίει.»

Ο δικηγόρος της κατάφερε να της δώσουν άδεια να ζωγραφίζει μέσα στη φυλακή. Έκανε ερωτική τέχνη, όπως ο τελευταίος πίνακας που είχε φτιάξει. Η πρώτη της έκθεση έγινε στη Νέα Υόρκη, κι όλοι οι πίνακες πουλήθηκαν σε τιμές που θα ζήλευε κι ο Ρόθκο.

Η «δαιμονογραφία» της, ο χαμογελαστός Ιησούς, με τον τίτλο «Personal Jesus», αγοράστηκε από το ΜοΜΑ, το μουσείο μοντέρνας τέχνης της Νέας Υόρκης.

Αφού εξέτισε τρία χρόνια, η ποινή της μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό με βραχιολάκι. Δεν θα μπορούσε να πηγαίνει στις εκθέσεις της, αλλά θα έμενε στο καινούριο της σπίτι με τον Στέλιο, δίπλα στη θάλασσα. Και θα ζωγράφιζε.

Καθώς τη μετέφεραν εκεί, η Άννα σκεφτόταν ότι αν το λούγκερ δεν είχε πάθει αφλογιστία, αν είχε σκοτώσει τον Σκύλο, δεν θα έβγαινε ποτέ. Και δεν θ’ άντεχε να ζει. Ίσως αυτή να ήταν η στιγμή που της μίλησε ο Θεός.

~~

Στις εκθέσεις της είχε πάντα το ίδιο κείμενο:
Υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα κάτω από τον ουρανό.
Καιρός να γεννιέται κανείς, και καιρός να πεθαίνει.
Καιρός να φονεύει, και καιρός να γιατρεύει.
Καιρός να καταστρέφει, και καιρός να οικοδομεί.
Καιρός να κλαίει, και καιρός να γελάει
Καιρός να πενθεί, και καιρός να χορεύει.
Καιρός να αγαπήσει, και καιρός να μισήσει.
Καιρός πολέμου, και καιρός ειρήνης.

Υπάρχει καιρός για τον Θεό, και καιρός για τον Διάβολο.

~~~~

ΤΕΛΟΣ