Το θαύμα

0
1074
«Αυτοί δεν τον σταύρωσαν. Ένας άνδρας που του έμοιαζε μπήκε στη θέση του.»
Κοράνι, σουράτιο ΙV, 156

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Αρσένιος ονειρεύτηκε ότι ήταν παντρεμένος.

Πρώτα μύρισε τη φωτιά, τα ξύλα στο τζάκι. Μετά άκουσε τα παιδιά. Σηκώθηκε απ’ το διπλό κρεβάτι και πήγε στην κουζίνα. Η Αργυρώ είχε βάλει να τηγανίσει. Είδε την πλάτη της. Τα παιδιά έτρεχαν στην αυλή, κυνηγούσαν κότες.

Κοίταξε τον τοίχο. Είχε ζάρες και βρύα. Έπρεπε να τον βάψει.

Άκουσε τη φωνή της Αργυρώς.
«Ξύπνησες;»
«Τώρα… Ξυπνάω.»

Και ξύπνησε. Ήταν στη σπηλιά του φονιά. Ήταν γέρος.

~~{}~~

Την Αργυρώ είχε να τη δει σαράντα χρόνια. Μαζί μεγάλωσαν, σε διπλανά σπίτια. Έπαιξαν τον γιατρό μικρά, μετά φιλήθηκαν. Το είχαν σίγουρο ότι θα παντρεύονταν μια μέρα. Έκαναν σχέδια, πώς θα έλεγαν τα παιδιά τους.

Αλλά ο Χρήστος είδε το όνειρο. Πρώτα το είπε στην Αργυρώ. Εκείνη θύμωσε.

«Ένα χαζό όνειρο ήταν», του είπε με τα σπαθάτα φρύδια της.
«Δεν ήταν.»

Είχε δει τον Βαρνάβα. Έτσι όπως τον είχαν ζωγραφισμένο στην εκκλησία. Επίπεδο και αυστηρό.

«Να πας στο Όρος.» Μόνο αυτό του είπε.

Ούτε στη μάνα του άρεσε. Δάγκωσε τα χείλη της. Ο Χρήστος ήταν το μοναδικό αγόρι, ο βενιαμίν. Τις κόρες τις είχε παντρέψει σ’ άλλα μέρη. Εκείνος θα έπαιρνε το κτήμα και το σπίτι. Αλλά ποιος μπορεί να τα βάλει με τους άγιους;

Του έφτιαξε το δισάκι, τον αγκάλιασε, τον έδιωξε.

Ο πατέρας τού έδωσε τσιγάρο.
«Δεν φουμάρω.»
«Κάνε ένα. Είσαι άντρας.»

Το άναψε και κόντεψε να πνιγεί. Χαιρέτησε με το τσιγάρο στο χέρι. Μόλις έστριψε το πέταξε. Στο πλατάνι, στην άκρια του χωριού, ήταν η Αργυρώ κρυμμένη. Δεν του μίλησε. Την είδε και κούνησε το χέρι του. Δεν του μίλησε.

Έτσι έφυγε απ’ το χωριό.

~~{}~~

Στο μοναστήρι έγινε Αρσένιος. Κι έζησε είκοσι εφτά χρόνια μ’ αυτό το όνομα. Τα πρώτα χρόνια όλο σκεφτόταν την Αργυρώ και τη μάνα του. Περάσανε γρήγορα τα πρώτα -και τα υπόλοιπα. Η ρουτίνα των νηστειών και των προσευχών έσβησε τα πάντα.

Ο καλύτερος του φίλος ήταν ο Γουίλι. Δεν ήταν μαύρος ούτε θερμαστής. Μοναστικό όνομα, Πελάγιος. Παλιά τον έλεγαν Ουίλιαμ Τρέβορ κι ήταν Ιρλανδός.

Υπήρχε κι ο Μάξιμος, που έτρωγε κρέας στα κρυφά. Ύστερα έκανε μετάνοιες. Ο Ιγνάτιος, που πάλευε με τους δικούς του δαίμονες, τους γυναικωτούς. Ο γερ-Ονούφριος, που τραγουδούσε σλάβικα. Κι ο Τρύφωνας, που δεν χόρταινε το κρασί.

Το μοναστήρι ήταν όλος ο κόσμος, όταν είδε το δεύτερο όνειρο.

Ο άγιος Θωμάς τον πλησίασε κι έβαλε το δάκτυλο του στην παλάμη.
«Πήγαινε στου φονιά». Μόνο αυτό του είπε.

Ο Αρσένιος μίλησε στον Γουίλι πρώτα. Εκείνος συννέφιασε.

«Όνειρο ήταν», του είπε.
«Δεν ήταν.»

Ούτε στον ηγούμενο άρεσε. Η Σπηλιά του Φονιά ήταν έξω απ’ το Περιβόλι της Παναγίας.

~~{}~~

Πριν πολλά χρόνια, πριν έρθουν οι Τούρκοι, πριν πέσει η Πόλη, ένας φονιάς είχε ζητήσει να γίνει μοναχός.

Όταν εξομολογήθηκε στον ηγούμενο τρεμόσβησαν τα κεριά. Ομολόγησε ότι είχε πνίξει πάνω από είκοσι παιδιά και νήπια και μωρά. Ομολόγησε ότι του άρεσε.

Ο ηγούμενος του είπε ότι μόνο ο Θεός συγχωρεί τέτοια αμαρτήματα. Του είπε ότι οι άνθρωποι δεν τα συγχωρούν. Κι τον έστειλε σε μια σπηλιά έξω απ’ το Όρος.

Εκεί ο φονιάς ασκήτεψε για πολλά χρόνια και πέθανε.

~~{}~~

Το πιο δύσκολο στη Σπηλιά του Φονιά ήταν να επιζήσει. Έπρεπε να βρει φαΐ, να ξεσκουληκιάσει το νερό, να ζεσταθεί.

Τον πρώτο χρόνο επέζησε κατά τύχη. Δεν έκανε βαρύ χειμώνα, δεν τον σκότωσαν τα μανιτάρια. Πέρασαν κυνηγοί και του έδωσαν κρέας, του έμαθαν να ρίχνει τον φλοιό του πεύκου στο νερό.

Του πήρε δέκα χρόνια για να μπορεί να ζει στην ερημιά. Ήταν σαν ζώο πια. Οι πατούσες του πετσί. Τα χέρια όλο κάλους. Το πρόσωπο όλο γένια.

Δεν σκεφτόταν τίποτα. Ούτε την Αργυρώ, ούτε τον Γουίλι, ούτε τον Θεό. Επιβίωνε. Και το έκανε αυτόματα για άλλα τόσα χρόνια, χωρίς να ξέρει πόσα ήταν.

Τότε είδε το τρίτο όνειρο.

~~{}~~

Είδε ότι περπατούσε στο δάσος. Ακολουθούσε τα ίχνη μιας σκρόφας. Σήκωσε το κεφάλι κι είδε μια κοπέλα έφηβη.

«Πήγαινε προς τον ήλιο». Μόνο αυτό του είπε.

Μέσα στο όνειρο τσαντίστηκε. Είχε απαρνηθεί τα εγκόσμια για να μπει στο μοναστήρι. Μετά είχε απαρνηθεί τα πάντα στη σπηλιά, κόντεψε να πεθάνει. Αλλά είχε μάθει εκεί. Και τώρα έπρεπε να φύγει πάλι; Πού να πάει; Ήθελε να τα πει αυτά στην κοπέλα. Αλλά ξύπνησε πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα.

Βγήκε έξω. Ο ήλιος μόλις που είχε βάψει τα βουνά. Δεν γκρίνιαξε άλλο. Ξεκίνησε να προχωράει προς τον ήλιο, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

~~{}~~

Πολλές ώρες μετά έφτασε σ’ ένα σπίτι. Τον έβαλαν μέσα, του έδωσαν φαγητό, τον κοίμισαν. Δεν κατάλαβαν ότι ήταν μοναχός. Τα ράσα του είχαν ξεθωριάσει. Να μιλάει δεν θυμόταν. Είχε είκοσι χρόνια να λουστεί. Σαν τρελός έμοιαζε. Γι’ αυτό και τον μαζέψανε.

Το άλλο πρωί σηκώθηκε κι ακολούθησε τον ήλιο. Περπάτησε πολλές μέρες. Κοιμόταν στο δρόμο, σε μιτάτα, σε παράγκες. Κάποιες φορές σε κρεβάτι.

Μια χήρα του έδωσε τα ρούχα του μακαρίτη. Τον έκανε και μπάνιο, τον ξύρισε. Τον παρακάλεσε να ξαπλώσει μαζί της. Ο Αρσένιος το έκανε και το επόμενο πρωί ακολούθησε τον ήλιο.

~~{}~~

Περπατούσε πολλές μέρες, όταν αναγνώρισε ένα δέντρο. Μετά το δέντρο ήξερε και το ποτάμι. Είχε φτάσει στα μέρη όπου μεγάλωσε.

Μπήκε στο χωριό. Οι γέροι στο καφενείο σταμάτησαν για λίγο την κολτσίνα να τον χαζέψουν. Πέρασε το σπίτι της Αργυρώς. Ακούγονταν μωρά να κλαίνε, παιδιά να κυνηγάνε κότες στην αυλή. Τα εγγόνια που εκείνος δεν έκανε.

Βρήκε το πατρικό του ρημαγμένο. Μπροστά στο τζάκι καθόταν μια γριά, σχεδόν τυφλή.

«Ποιος είναι;» είπε η γριά.
«Εγώ είμαι, μάνα.»

Η γριά άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε το πρόσωπο του γιου της, που είχε επιστρέψει. Κι αυτό ήταν σαν θαύμα.